ΕΙΔΗΣΕΙΣ

Στο μισό μειώθηκαν οι βροχές στην Ελλάδα – Ο υδροφόρος ορίζοντας «στεγνώνει»

news room 6 λεπτά ανάγνωση
fragma

Εντυ­πω­σιακή είναι η μείωση της βρο­χό­πτω­σης στην Ελλάδα κατά τους προη­γού­με­νους μήνες σε σχέση με τον μέσο όρο της προη­γού­με­νης δεκα­ε­τίας, σε ποσοστό που φτάνει και το 50%, με μόνη εξαί­ρεση περιο­χές της Ηπείρου και της Δυτικής Μακε­δο­νίας. Πρό­κει­ται για μια πολύ ανη­συ­χη­τική εξέλιξη, που επη­ρε­ά­ζει αρνη­τικά τα απο­θέ­ματα ύδατος, τον υδρο­φόρο ορί­ζο­ντα, τις καλ­λιέρ­γειες, αλλά και την υγρασία του εδάφους, δια­μορ­φώ­νο­ντας πιο ευνοϊ­κές συν­θή­κες για δασικές πυρ­κα­γιές, ειδικά εάν επι­κρα­τή­σουν πολύ υψηλές θερ­μο­κρα­σίες το καλο­καίρι. Η κλι­μα­τική αλλαγή κάνει κι εδώ αισθητή την παρου­σία της.

Επειτα από επε­ξερ­γα­σία των δεδο­μέ­νων πολλών μετε­ω­ρο­λο­γι­κών σταθμών του δικτύου του Εθνικού Αστε­ρο­σκο­πείου Αθηνών σε συνερ­γα­σία με την επι­στη­μο­νική ομάδα του meteo.gr, προ­κύ­πτει σημα­ντική μείωση της συνο­λι­κής βρο­χό­πτω­σης στις περισ­σό­τε­ρες περιο­χές από Οκτώ­βριο του 2023 έως και Απρίλιο του 2024, δηλαδή την περίοδο που εκδη­λώ­νο­νται οι περισ­σό­τε­ρες βροχές στη χώρα μας. Η σύγκριση έγινε με τον μέσο όρο του αντί­στοι­χου επτα­μή­νου (Οκτώ­βριος – Απρί­λιος) της δεκα­ε­τίας 2012-2022.

Ας δούμε ορι­σμένα παρα­δείγ­ματα της σημα­ντικά μικρό­τε­ρης βρο­χό­πτω­σης τους προη­γού­με­νους μήνες, αλλά και τις λίγες εξαι­ρέ­σεις. Μεγάλη είναι η πτώση στη Στερεά Ελλάδα, με τη Λαμία να έχει φέτος μόλις το 55% του μέσου όρου της βροχής της περα­σμέ­νης δεκα­ε­τίας, την Αθήνα το 57%, ενώ κάπως καλύ­τερα αλλά χαμηλά είναι οι ορεινοί σταθμοί στην Πάρνηθα με 66% και τη Στενή Ευβοίας με 64%. Στην Πελο­πόν­νησο, πολύ χαμηλά είναι η αγρο­τική Νεμέα (49%), αλλά και ο Πύργος (51%), ενώ κοντά στους μέσους όρους είναι η Σπάρτη (93%) και η Τρίπολη (91%).

«Η συρ­ρί­κνωση του ύψους της βροχής είναι ακόμη πιο επώδυνη στα νησιά του Αιγαίου και στην Κρήτη», σημειώ­νει ο Κώστας Λαγου­βάρ­δος, επι­στη­μο­νικά υπεύ­θυ­νος του meteo.gr.

Πηγαί­νο­ντας πιο βόρεια, πολύ χαμηλή βρο­χό­πτωση είχε η Θεσ­σα­λο­νίκη, με μόλις 52%, ενώ χαμηλά είναι και το Νευ­ρο­κόπι (62%). Αρκετά καλύ­τερα η Ορε­στιάδα (87%), ενώ υψη­λό­τερη από την «κανο­νική» για την περίοδο βρο­χό­πτωση είχε η Πτο­λε­μα­ΐδα (141%) και τα Ιωάν­νινα (108%), που έτσι κι αλλιώς πέφτει πολλή βροχή. Στα Τρίκαλα, όπως και στην υπό­λοιπη Θεσ­σα­λία, μετά τον κατα­κλυ­σμό του «Daniel», το μέγεθος της βροχής ήταν περιο­ρι­σμένο (73% του μέσου όρου της προη­γού­με­νης δεκα­ε­τίας). Ακόμη πιο ανη­συ­χη­τική είναι η κατά­σταση στα νησιά, ειδικά των Κυκλά­δων, που η βρο­χό­πτωση και φέτος ήταν μικρή. Στην Τήνο δεν ξεπέ­ρασε το 65% του μέσου όρου 2012-2022, ενώ στη Νάξο έφτασε το 75%. Ανάλογη εικόνα και στην Κρήτη, όπου στις Βρύσες Απο­κο­ρώ­νου Χανίων (παρότι έβρεξε πολύ, το λέει εξάλλου και το όνομα του τόπου), η συνο­λική ποσό­τητα ήταν μόνο το 65% του μ.ό. της προη­γού­με­νης δεκα­ε­τίας. Στην ανα­το­λική Κρήτη, ακόμη πιο… στεγνά τα πράγ­ματα, καθώς στις Μοίρες έπεσε μόλις το 41% της βροχής που έπεφτε τα προη­γού­μενα χρόνια και στον Αγιο Νικόλαο το 56%!

«Η συνο­λική εικόνα δείχνει μια σημα­ντική μείωση των βρο­χο­πτώ­σεων φέτος, από τον Οκτώ­βριο έως τον Απρίλιο, από τον μέσο όρο της προη­γού­με­νης δεκα­ε­τίας», λέει στην «Κ» ο Κώστας Λαγου­βάρ­δος, επι­στη­μο­νικά υπεύ­θυ­νος του meteo.gr. Ας σημειω­θεί πως η δεκα­ε­τία 2012-22 έχει ήδη επη­ρε­α­στεί από την κλι­μα­τική αλλαγή, με συνέ­πεια και στις βρο­χο­πτώ­σεις. «Η συρ­ρί­κνωση του ύψους της βροχής είναι ακόμη πιο επώδυνη στα νησιά του Αιγαίου και στην Κρήτη. Οχι μόνο είναι σημα­ντική, αλλά συμ­βαί­νει για δεύτερη χρονιά, καθώς και πέρυσι οι βροχές ήταν πολύ λίγες στις περιο­χές αυτές, που είναι και του­ρι­στι­κές. Το νερό της βροχής σ’ αυτά τα μέρη είναι πολύ­τιμο, το συγκε­ντρώ­νουν από πολύ παλιά σε στέρνες κ.λπ. Ταυ­τό­χρονα, ενώ η βροχή μειώ­νε­ται, η ζήτηση νερού αυξά­νε­ται λόγω της του­ρι­στι­κής κίνησης, αλλά και των περισ­σό­τε­ρων εξο­χι­κών κατοι­κιών», σημειώ­νει ο κ. Λαγου­βάρ­δος. Αξιο­ση­μεί­ωτη είναι η μείωση της βροχής φέτος και σε αγρο­τι­κές περιο­χές, όπως στη Νεμέα, στα Τρίκαλα, στον Πύργο, με συνέ­πειες στη γεωρ­γική παρα­γωγή, οι οποίες βέβαια δεν είναι ίδιες για όλες τις καλ­λιέρ­γειες.

Αντί­στοιχα, οι μειω­μέ­νες βρο­χο­πτώ­σεις σε δασικές περιο­χές, όπως στην Πάρνηθα ή στη Στενή Ευβοίας, προ­βλη­μα­τί­ζουν ιδιαί­τερα και πρέπει να υπάρξει μεγάλη επα­γρύ­πνηση και κινη­το­ποί­ηση των αρμό­διων υπη­ρε­σιών. «Αν και τελικά έχει φανεί πως ο πιο καθο­ρι­στι­κός παρά­γο­ντας για την εκδή­λωση πυρ­κα­γιών είναι οι υψηλές θερ­μο­κρα­σίες και οι συν­θή­κες καύσωνα που θα επι­κρα­τή­σουν το καλο­καίρι, είναι γνωστό πως οι μειω­μέ­νες βρο­χο­πτώ­σεις κατά τους μήνες που προη­γού­νται συμ­βάλ­λουν στην ξηρασία της καύ­σι­μης ύλης», συμπλη­ρώ­νει ο κ. Λαγου­βάρ­δος. Ας σημειω­θεί πως αν και δεν έχει συμπλη­ρω­θεί η εικόνα του φετινού Μαΐου, φαί­νε­ται πως ούτε και σ’ αυτόν τον μήνα υπάρχει κάποια αντι­στροφή, απε­να­ντίας οι βρο­χο­πτώ­σεις παρα­μέ­νουν περιο­ρι­σμέ­νες και κάτω από τους μέσους όρους.

 

Την αρνη­τική εικόνα της φετινής χρονιάς, όσον αφορά τον εμπλου­τι­σμό του υδρο­φό­ρου ορί­ζο­ντα, έρχεται να ενι­σχύ­σει και το χαμηλό επίπεδο χιο­νο­πτώ­σεων που είχαμε φέτος. Από το διά­γραμμα με τις εκτά­σεις χιο­νο­κά­λυ­ψης στην Ελλάδα προ­κύ­πτει ότι η φετινή καμπύλη κινή­θηκε συνο­λικά πολύ πιο χαμηλά από την καμπύλη του μέσου όρου της 20ετίας 2004-2023. Ειδικά από τις αρχές Φεβρουα­ρίου και μετά είχαμε ελά­χι­στες χιο­νο­πτώ­σεις και η χιο­νο­κά­λυψη υπο­χώ­ρησε με γρή­γο­ρους ρυθμούς, λόγω των αυξη­μέ­νων θερ­μο­κρα­σιών. Ετσι, μόλις το 3% της χώρας είχε χιόνια, ενώ η μέση τιμή είναι πάνω από 10%-15% για τον Φεβρουά­ριο, 7%-10% τον Μάρτιο, ενώ χιόνια σε κορυφές υπήρχαν ακόμη και τον Απρίλιο.

Στη δύσκολη εξίσωση προ­στί­θε­νται οι περιο­ρι­σμέ­νες χιο­νο­πτώ­σεις

Η τάση μείωσης των βρο­χο­πτώ­σεων, όπως κατα­γρά­φηκε τους προη­γού­με­νους μήνες, εντάσ­σε­ται στις πολ­λα­πλές συνέ­πειες της κλι­μα­τι­κής κρίσης που επη­ρε­ά­ζει και την περιοχή μας. Μοντέλα πρό­γνω­σης των επι­πτώ­σεων της κλι­μα­τι­κής αλλαγής κάνουν λόγο για μείωση των βροχών κατά 20%-30% τις επό­με­νες δεκα­ε­τίες στη νότια και ανα­το­λική Ελλάδα. «Οι συνέ­πειες αφορούν πολλούς και δια­φο­ρε­τι­κούς τομείς. Από το δασικό περι­βάλ­λον που κιν­δυ­νεύει περισ­σό­τερο στην περί­πτωση των δασικών πυρ­κα­γιών λόγω ξηρό­τη­τας του εδάφους, μέχρι τη γεωργία και τις πιέσεις που δέχο­νται οι καλ­λιέρ­γειες λόγω προ­βλη­μά­των άρδευ­σης. Αλλά και από την ύδρευση πόλεων και οικι­σμών (ιδίως του­ρι­στι­κών που πολ­λα­πλα­σιά­ζουν τον πλη­θυ­σμό τους το καλο­καίρι) μέχρι τη γενι­κό­τερη κατά­σταση του υδρο­γρα­φι­κού δικτύου της χώρας. Στη δύσκολη εξίσωση θα πρό­σθετα και τις περιο­ρι­σμέ­νες χιο­νο­πτώ­σεις που χαρα­κτή­ρι­σαν τον φετινό χειμώνα, με απο­τέ­λε­σμα ορεινοί όγκοι που καλύ­πτο­νταν από χιόνι μέχρι το τέλος Μαΐου να είναι “γυμνοί” ήδη από τον Απρίλιο με ό,τι πρό­βλημα αυτό συνε­πά­γε­ται», λέει στην «Κ» ο Κώστας Καρ­τά­λης, καθη­γη­τής στο ΕΚΠΑ και μέλος της επι­στη­μο­νι­κής επι­τρο­πής για την κλι­μα­τική αλλαγή της Ευρω­παϊ­κής Ενωσης. «Η κατά­σταση επα­να­φέ­ρει τη συζή­τηση στην έννοια της φέρου­σας ικα­νό­τη­τας, δηλαδή των μέγι­στων μετα­βο­λών σε μια περιοχή, πέραν των οποίων παύει να υπάρχει ισορ­ρο­πία ανάμεσα στο φυσικό περι­βάλ­λον, στην οικο­νο­μία και την κοι­νω­νία. Και φυσικά στις γεν­ναίες απο­φά­σεις που πρέπει να ληφθούν», συμπλη­ρώ­νει ο ίδιος.

Οσον αφορά ειδικά τη σχέση των μειω­μέ­νων βρο­χο­πτώ­σεων τον χειμώνα και την άνοιξη με τον αυξη­μένο κίνδυνο εκδή­λω­σης πυρ­κα­γιών το καλο­καίρι, χαρα­κτη­ρι­στικά ήταν τα στοι­χεία που περι­λαμ­βά­νο­νται στην έκθεση για την Ανθε­κτι­κό­τητα των ελλη­νι­κών δασικών οικο­συ­στη­μά­των στην κλι­μα­τική αλλαγή. Το 2006 η βρο­χό­πτωση τους μήνες Ιανουά­ριο – Απρίλιο ήταν 3,4 χιλιο­στά την ημέρα. Η μέση θερ­μο­κρα­σία θέρους ήταν 22,7 βαθμοί Κελσίου και ο δείκτης επι­κιν­δυ­νό­τη­τας πυρ­κα­γιάς FWI (ένας σύν­θε­τος δείκτης που υπο­λο­γί­ζει τιμές θερ­μο­κρα­σίας, υγρα­σίας εδάφους, ταχύ­τη­τας ανέμου κ.ά.) στο 26,6. Το καλο­καίρι του 2006 κάηκαν 161.790 στρέμ­ματα. Το 2007, στην αντί­στοιχη περίοδο Ιανουα­ρίου – Απρι­λίου, η μέση βρο­χό­πτωση περιο­ρί­στηκε σε 1,9 χιλιο­στά την ημέρα, η μέση θερ­μο­κρα­σία θέρους ανέβηκε στους 24,3 °C και ο δείκτης FMI στο 30,1. Το απο­τέ­λε­σμα ήταν να καούν 1.990.040 στρέμ­ματα!

Ανάγκη κινη­το­ποί­η­σης

Σχο­λιά­ζο­ντας τα ευρή­ματα, ο γενικός γραμ­μα­τέας της Ακα­δη­μίας Αθηνών Χρήστος Ζερεφός είχε τονίσει πως «στο πλαίσιο της εργα­σίας για την εκπό­νηση της έκθεσης ανθε­κτι­κό­τη­τας των ελλη­νι­κών δασών μελε­τή­σαμε την περίοδο 2000-2021 και είδαμε πως υπάρχει σαφής συσχέ­τιση ανάμεσα στο ύψος των βρο­χο­πτώ­σεων τον χειμώνα και την άνοιξη και στον κίνδυνο για δασικές πυρ­κα­γιές το καλο­καίρι. Υπάρ­χουν πολλοί παρά­γο­ντες που επι­δρούν στον βαθμό επι­κιν­δυ­νό­τη­τας για εκδή­λωση πυρ­κα­γιών το καλο­καίρι, αλλά η ξηρασία και η μείωση των κατα­κρη­μνί­σεων, είτε των βροχών είτε του χιονιού, απο­τε­λούν ιδιαί­τερα σημα­ντικά στοι­χεία». Με βάση όλα αυτά, είναι φανερό πως υπάρχει αυξη­μένη ανάγκη έγκαι­ρης κινη­το­ποί­η­σης των αρχών Πολι­τι­κής Προ­στα­σίας για την αποφυγή κατα­στρο­φι­κών πυρ­κα­γιών το καλο­καίρι.

Πηγή kathimerini.gr

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.