ΤΟΠΙΚΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ

Εφυγε από τη ζωή η Μαρία Καραγιάννη πέντε μήνες μετά από τον θάνατο του αγαπημένου της Στέφανου Γιαννιά

Μαίρη Φώτη 1 λεπτό ανάγνωση
429965884_10231259292722651_2480532406280476340_n

Μια ιστο­ρία αγά­πης βγαλ­μέ­νη από τα πα­ρα­μύ­θια – Τον θά­να­τό της έκανε γνω­στό ο γιος της, γνω­στός τρα­γου­δι­στής, Γιώρ­γος Γιαν­νιάς

Είναι με­ρι­κές ιστο­ρί­ες αγά­πης, βγαλ­μέ­νες από πα­ρα­μύ­θια για να θυ­μί­ζουν στους κοι­νούς θνη­τούς πως «η με­γα­λύ­τε­ρη ευ­τυ­χία που δί­νε­ται από τους θεούς είναι ο έρω­τας», όπως είπε ο Πλά­τω­νας.

Το βράδυ της πε­ρα­σμέ­νης Τρί­της η Μαρία Κα­ρα­γιάν­νη Γιαν­νιά, πέντε μήνες μετά από την απώ­λεια του αγα­πη­μέ­νου της Στέ­φα­νου, «έφυγε» κι εκεί­νη.

Πέντε μήνες, τόσο άντε­ξε μα­κριά του. Όταν γνω­ρί­στη­καν η Μαρία ήταν 14 ετών και ο Στέ­φα­νος 18. Ο έρω­τας, όπως είχε εξο­μο­λο­γη­θεί ο ίδιος ο Στέ­φα­νος Γιαν­νιάς στη «δη­μο­κρα­τι­κή» ήταν κε­ραυ­νο­βό­λος. Πέ­ρα­σαν από 40 κύ­μα­τα μέχρι να κα­τα­φέ­ρουν να είναι μαζί. Δεν κα­τά­φε­ρε να τους χω­ρί­σει ούτε η με­τα­κό­μι­ση της Μα­ρί­ας στην Αμε­ρι­κή… Εκτο­τε πο­ρεύ­τη­καν μαζί στη ζωή. Μέχρι που στις 13 Σε­πτεμ­βρί­ου 2023 φεύ­γει από τη ζωή ο αγα­πη­μέ­νος της Στέ­φα­νος.

Η Μαρία Κα­ρα­γιάν­νη δεν ξε­πέ­ρα­σε ποτέ τον θά­να­τό του. Ηταν μαζί 55 ολό­κλη­ρα χρό­νια. Στις 27 Φε­βρουα­ρί­ου 2024, και έπει­τα από προ­βλή­μα­τα υγεί­ας που την τα­λαι­πώ­ρη­σαν στο τε­λευ­ταίο διά­στη­μα μετά τον χαμό του αγα­πη­μέ­νου της συ­ζύ­γου, κί­νη­σε για το με­γά­λο τα­ξί­δι.

Συ­γκλο­νι­σμέ­να τα τρία τους παι­διά, ο Τσα­μπί­κος, η Σε­βού­λα και ο Γιώρ­γος, μέσα σε πέντε μήνες έχα­σαν και τους δυο τους γο­νείς. Η μόνη τους πα­ρη­γο­ριά αυτές τις δύ­σκο­λες ώρες, είναι πως οι γο­νείς τους συ­να­ντή­θη­καν ξανά.

Τον Ιού­νιο του 2020, ο Στέ­φα­νος Γιαν­νιάς, πα­ρα­χώ­ρη­σε συ­νέ­ντευ­ξη στη “δη­μο­κρα­τι­κή”.

Ευ­φυ­ής, εξαι­ρε­τι­κά ευ­γε­νής, με χιού­μορ εξι­στό­ρη­σε την πο­ρεία του από τον Αρ­χάγ­γε­λο μέχρι την Αμε­ρι­κή. Ορ­φά­νε­ψε από πα­τέ­ρα στην ηλι­κία των τεσ­σά­ρων ετών. Με­γα­λώ­νο­ντας, έγινε ένας από τους κα­λύ­τε­ρους ρά­φτες της Ρόδου. Τα κο­στού­μια του έφτα­σαν μέχρι την Αυ­στρα­λία, με την τέχνη του εντυ­πω­σιά­στη­κε ακόμα και ο διά­ση­μος ηθο­ποιός Γκρέ­γκο­ρι Πεκ.

Η δε­ξιο­τε­χνία του στη ρα­πτι­κή και η αγάπη του για τη γυ­μνα­στι­κή, τον οδή­γη­σαν τότε στην αυλή του βα­σι­λιά Κων­στα­ντί­νου: “Στη διάρ­κεια της θη­τεί­ας μου είχα γνω­ρί­σει όλους τους διοι­κη­τές των ανα­κτό­ρων γιατί ήμουν καλός ρά­φτης και έρ­χο­νταν όλοι και τους έραβα κο­στού­μια. Εγώ πριν πάω στην βα­σι­λι­κή ακο­λου­θία είχα δικό μου ατε­λιέ, στον Αρ­χάγ­γε­λο. Εκανα μόδες δικές μου, τα κο­στού­μια μου έφτα­σαν μέχρι την Αυ­στρα­λία!”…

Εφυγε στην Αμε­ρι­κή με την γυ­ναί­κα της ζωής του, Μαρία, όπου έζησε το αμε­ρι­κά­νι­κο όνει­ρο και επέ­στρε­ψαν στη Ρόδο, το 1984…

Η δι­ή­γη­ση για την με­γά­λη του αγάπη, ήταν κα­θη­λω­τι­κή:

«Οταν είχα το ρα­φείο στον Αρ­χάγ­γε­λο, πή­γαι­να στο χωριό της, την Μα­λώ­να, και για να ράβω ρούχα. Μια μέρα, πή­γα­με με ένα φίλο στη Μα­λώ­να να δούμε σι­νε­μά, γιατί τότε στον Αρ­χάγ­γε­λο δεν είχε. Οταν μπήκα, κά­θι­σα στην άκρη και όπως έβλε­πα τον κόσμο που έμπαι­νε, βλέπω μια με­λα­χρι­νή με μα­κριά μαύρα μαλ­λιά, αμυ­γδα­λω­τά μάτια κα­στα­νά, κού­κλα! Αμέ­σως με χτύ­πη­σε ο έρω­τας κα­τα­κού­τε­λα. Οταν έσβη­σαν τα φώτα στο σι­νε­μά, γύ­ρι­σε με κοί­τα­ξε, την κοί­τα­ξα, κι αυτό ήταν! Από τη χαρά μου χο­ρο­πη­δού­σα πάνω στο κά­θι­σμα. Στο τέλος του σι­νε­μά, όταν έφευ­γε, τη χαι­ρέ­τι­σα. Πού να ησυ­χά­σω την άλλη μέρα! Πήγα στη Μα­λώ­να, και έψα­χνα να τη βρω, γιατί δεν ήξερα ούτε το όνομά της. Ρω­τώ­ντας, έμαθα ποια είναι και πού μένει και πήγα με το μη­χα­νά­κι. Ηταν στην αυλή, την είδα και με είδε, κι από εκεί­νη τη στιγ­μή εί­μα­στε μαζί. Εκεί­νη ήταν 14 ετών και εγώ 18. Της έκανα κα­ντά­δες κάτω από το σπίτι της, με μια κι­θά­ρα. Της τρα­γου­δού­σα τρα­γού­δια του Κα­ζαν­τζί­δη.

Η Μαρία έφυγε στην Αμε­ρι­κή τον Ια­νουά­ριο του 1966 και εγώ πήγα στα ανά­κτο­ρα τον Αύ­γου­στο του ίδιου χρό­νου. Οι γο­νείς της είχαν ήδη πάει στην Αμε­ρι­κή και μέχρι να γί­νουν τα χαρ­τιά της Μα­ρί­ας, βρήκα καιρό…. και αρ­μέ­νι­ζα! Εί­χα­με αλ­λη­λο­γρα­φία κρυφά από τον μπα­μπά της όταν έφυγε κι εκεί­νη, γιατί είχε αντιρ­ρή­σεις επει­δή ήμουν Αρ­χαγ­γε­λί­της (γέλια)! Ο πα­τέ­ρας μου σκο­τώ­θη­κε όταν ήμουν τεσ­σά­ρων ετών πε­ρί­που.. Ημα­σταν η πιο πλού­σια οι­κο­γέ­νεια και γί­να­με η πιο φτωχή όταν σκο­τώ­θη­κε ο πα­τέ­ρας μου, ο οποί­ος την εποχή εκεί­νη είχε δικό του φορ­τη­γό. Στο σπίτι μας εί­χα­με την κα­ρέ­κλα του δε­σπό­τη, που ερ­χό­ταν στο σπίτι μας μετά τη λει­τουρ­γία και κα­θό­ταν εκεί. Εί­χα­με το πρώτο ρα­διό­φω­νο, τότε ήταν με­γά­λη υπό­θε­ση. Λει­τουρ­γού­σε με μπα­τα­ρία αυ­το­κι­νή­του. Μετά που σκο­τώ­θη­κε ο πα­τέ­ρας μου τα χά­σα­με όλα, εγώ και τα τρία αδέλ­φια μου, ζή­σα­με με­γά­λη φτώ­χια.

Η Μαρία, μου έστελ­νε γράμ­μα­τα. Εντω­με­τα­ξύ εγώ πριν φύγω προ­σπα­θού­σα να επι­κοι­νω­νή­σω με τον πα­τέ­ρα της, του έστελ­να γράμ­μα­τα και δεν απα­ντού­σε! Οπότε, πριν πάω στα ανά­κτο­ρα, του έστει­λα ένα τε­λευ­ταίο και του έγρα­ψα “Κύριε Κα­ρα­γιάν­νη, σου στέλ­νω το τε­λευ­ταίο μου γράμ­μα πα­ρα­κα­λώ­ντας σε να αφή­σεις την κόρη σου να με αγαπά, δια­φο­ρε­τι­κά αν σε κά­ποιον νέο συμ­βεί κάτι απρό­ο­πτο και δυ­σά­ρε­στο, θα φταί­τε εσείς!”. Σε αυτό το γράμ­μα μου απά­ντη­σε, κα­τά­λα­βε ότι αγαπώ πραγ­μα­τι­κά τη Μαρία και μου είπε, “Τι να κάνω παιδί μου που η Μαρία είναι τόσες χι­λιά­δες μίλια μα­κριά… Πή­γαι­νε στο στρα­τό και όταν τε­λειώ­σεις με το καλό να κά­νου­με το γάμο”. Οταν πήρα αυτή την απά­ντη­ση τρε­λά­θη­κα από τη χαρά μου, αμέ­σως πήγα αγό­ρα­σα βέρες, πήγα στον νονό της και είπα σε όλο τον κόσμο ότι αρ­ρα­βω­νια­στή­κα­με! Αυτή η αγάπη πα­ρα­μέ­νει μέχρι σή­με­ρα…

Στις 31 Ια­νουα­ρί­ου του 1969 φύ­γα­με για την Αμε­ρι­κή όπου ήταν οι γο­νείς της Μα­ρί­ας. Εδώ στη Ρόδο ήταν δύ­σκο­λα εκεί­να τα χρό­νια, υπήρ­χε φτώ­χεια. Ηταν πε­ρί­ο­δος της Χού­ντας, που μας κυ­νη­γού­σε, δεν μας άφηνε σε ησυ­χία. Εμένα με κυ­νη­γού­σε επει­δή ήμουν στη βα­σι­λι­κή φρου­ρά. Το 1984 πή­ρα­με την από­φα­ση να επι­στρέ­ψου­με, όταν άρ­χι­σαν τα πράγ­μα­τα να γί­νο­νται δύ­σκο­λα στην Αμε­ρι­κή με την έξαρ­ση της εγκλη­μα­τι­κό­τη­τας και της βίας. Φο­βή­θη­κα για τα παι­διά. Πή­ρα­με την από­φα­ση να αφή­σου­με πίσω τις δου­λειές μας, είχα δέκα κα­θα­ρι­στή­ρια τότε στη Βαλ­τι­μό­ρη. Big Businness, που λένε. Εκανα τότε 5.000 δο­λά­ρια κα­θα­ρά τον μήνα. Ηρ­θα­με στη Ρόδο κι εγκα­τα­στα­θή­κα­με στη Μα­λώ­να. Μεί­να­με 8 μήνες, κι έπει­τα αγό­ρα­σα κα­θα­ρι­στή­ριο στη Ρόδο και από τότε μεί­να­με εδώ».

Σχολιασμός Άρθρου

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται.

Προσθέστε ένα σχόλιο

Το E-mail δεν θα δημοσιευτεί.
Πρέπει να συμπληρωθούν όλα τα πεδία για την υποβολή του σχολίου.