ΕΙΔΗΣΕΙΣ

Μετεξεταστέα στην προσχολική εκπαίδευση η Ελλάδα

news room 5 λεπτά ανάγνωση
παιδικός σταθμός-νηπιαγωγείο

Η επέν­δυση στην προ­σχο­λική αγωγή κρί­νε­ται ως μία από τις απο­δο­τι­κό­τε­ρες που μπορεί να κάνει ένα κράτος. Εως τα 6 τους, δηλαδή πριν περά­σουν το κατώφλι του δημο­τι­κού σχο­λείου, οι άνθρω­ποι ανα­πτύσ­σουν τη γλώσσα και τη νοη­μο­σύνη τους. Μάλιστα, όπως ανα­φέ­ρει έρευνα του οργα­νι­σμού έρευνας και ανά­λυ­σης «διαΝΕΟσις», η επέν­δυση στην προ­σχο­λική αγωγή είναι μία από τις απο­δο­τι­κό­τε­ρες που μπορεί να κάνει ένα κράτος.

Με βάση στοι­χεία του ΟΟΣΑ, παιδιά που έχουν συμ­με­τά­σχει σε προ­γράμ­ματα προ­σχο­λι­κής αγωγής για του­λά­χι­στον ένα χρόνο, στα 15 τους εμφα­νί­ζουν κατά 30,3% καλύ­τε­ρες επι­δό­σεις στα μαθη­μα­τικά. Σύμφωνα με τη διάσημη μελέτη του νομπε­λί­στα Τζέιμς Χέκμαν, η ετήσια απόδοση για κάθε ευρώ που επεν­δύ­ε­ται στην προ­σχο­λική αγωγή είναι 7%-10%.

Ωστόσο, η Ελλάδα κατα­τάσ­σε­ται τελευ­ταία στην Ευρω­παϊκή Ενωση όσον αφορά τη συμ­με­τοχή των παιδιών ηλικίας 3 έως 6 ετών στην προ­σχο­λική αγωγή και φρο­ντίδα. Σύμφωνα με την έκθεση παρα­κο­λού­θη­σης της εκπαί­δευ­σης και κατάρ­τι­σης 2022, που παρου­σιά­ζει σήμερα η «Κ», η χώρα μας είναι μακριά από τον στόχο της Ε.Ε., ωστόσο το πρό­βλημα εστιά­ζε­ται στους δήμους που δεν έχουν δημιουρ­γή­σει τις απα­ραί­τη­τες υπο­δο­μές και όχι στο σύστημα υπο­χρε­ω­τι­κής εκπαί­δευ­σης που επο­πτεύ­ε­ται από το υπουρ­γείο Παι­δείας.

Ειδι­κό­τερα, όπως ανα­φέ­ρει η έκθεση, το 2020 μόνο το 71,3% των παιδιών ηλικίας 3 ετών έως την ηλικία έναρξης της υπο­χρε­ω­τικής πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης συμ­με­τείχε στην προ­σχο­λική εκπαίδευση, πολύ κάτω από τον μέσο όρο της Ε.Ε. που είναι 93% και τον στόχο του 96% σε επίπεδο Ε.Ε. έως το 2030. Τη δεύτερη χει­ρό­τερη επίδοση έχει η Σλο­βα­κία και την τρίτη η Ρου­μα­νία. Αντί­θετα, την καλύ­τερη τριάδα απαρ­τί­ζουν η Γαλλία, η Ιρλαν­δία και το Βέλγιο.

Το 2020 μόνο το 71,3% των παιδιών ηλικίας 3 έως 6 ετών συμ­με­τείχε στην προ­σχο­λική εκπαίδευση.

Η κακή επίδοση της χώρας μας, σύμφωνα με την έκθεση, οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στο γεγονός ότι τα περισσότερα παιδιά αρχίζουν να φοιτούν στο σχολείο στην ηλικία των 4 ετών. Το 2020 μόνο ένα στα τρία παιδιά συμ­με­τείχε στην προ­σχο­λική εκπαίδευση στην ηλικία των 3 ετών, σε σύγκριση με τον μέσο όρο της Ε.Ε. που είναι 87,8%. Πολλά περισσότερα παιδιά φοιτούν στην προ­σχο­λική εκπαίδευση από την ηλικία των 4 ετών και άνω, που απο­τε­λεί την έναρξη της υπο­χρε­ω­τικής προ­σχο­λικής εκπαίδευσης (86,5%).

Από την άλλη, όπως σημειώ­νει η έκθεση, το 2020 η Ελλάδα σημείωσε μία από τις πιο αξιο­ση­μείωτες βελτιώσεις στην Ε.Ε., με αύξηση κατά 2,5 εκα­το­στιαίες μονάδες σε σύγκριση με το 2019 (ηλικίες 3+ και 4+). Αυτό ήταν κυρίως το αποτέλεσμα της στα­διακής μείωσης της ηλικίας έναρξης της υπο­χρε­ω­τικής εκπαίδευσης στην ηλικία των 4 ετών, η οποία ολο­κληρώθηκε κατά τη διάρκεια του σχο­λι­κού έτους 2021 – 2022.

Ελλειψη υπο­δο­μών

Ωστόσο, εξα­κο­λου­θούν να υφίστανται περιο­ρι­σμοί χωρη­τικότητας και ελλείψεις εκπαι­δευ­τικών. Το υπουρ­γείο Παιδείας προσπάθησε να τις προβλέψει εγκαίρως και να δια­σφαλίσει την απο­τε­λε­σμα­τική λει­τουργία των σχολείων κατά το σχολικό έτος 2022 – 2023, διορίζοντας έγκαιρα 25.000 εκπαι­δευ­τι­κούς για όλες τις βαθμίδες της υπο­χρε­ω­τικής εκπαίδευσης.

Η σύσταση, το 2022, εθνικού συμ­βουλίου για την προ­σχο­λική εκπαίδευση, από την άλλη, κρί­νε­ται ως βήμα προς μια ολο­κλη­ρωμένη προσέγγιση όσον αφορά την προ­σχο­λική εκπαίδευση και φροντίδα. Το εθνικό συμβούλιο θα παρα­κο­λου­θεί την ποιότητα των βρε­φο­νη­πιακών σταθμών και νηπια­γω­γείων, τον εκσυγ­χρο­νι­σμό και τη βέλτιστη εφαρ­μογή των εθνικών προ­γραμμάτων, καθώς και την κατάρτιση εξει­δι­κευμένου προ­σω­πι­κού.

«Χαμένοι» στον ψηφιακό κόσμο

Υψιστη πρό­κληση για τα εκπαι­δευ­τικά συστή­ματα είναι οι μαθητές να απο­κτή­σουν τη δεξιό­τητα να «κινού­νται» μέσα στον αχανή ψηφιακό κόσμο, με τον πλούτο των πλη­ρο­φο­ριών αλλά και τις σκο­τει­νές περιο­χές του. Μάλιστα, όπως παρα­τη­ρεί η έκθεση της Ευρω­παϊ­κής Επι­τρο­πής, η πανδημία επιδείνωσε την κατάσταση με την αύξηση της χρήσης ψηφιακών μέσων για την απόκτηση πλη­ρο­φο­ριών. Επακόλουθο είναι να έχει κατα­στεί ζωτικής σημασίας η ανάπτυξη του ψηφια­κού γραμ­μα­τι­σμού και των δεξιοτήτων κριτικής σκέψης των νέων.

Σύμφωνα με την έκθεση, οι μαθητές στην Ελλάδα δια­θέ­τουν περιο­ρι­σμένη κατάρτιση σχετικά με τον τρόπο εντο­πι­σμού μερο­λη­πτικών πλη­ρο­φο­ριών, από τις οποίες βρίθει το Δια­δί­κτυο. Ενας στους δύο μαθητές ηλικίας 15 ετών στις χώρες του ΟΟΣΑ ανέφερε ότι εκπαι­δεύθηκε στο σχολείο σχετικά με το πώς να ανα­γνωρίζει αν οι πλη­ρο­φορίες είναι μερο­λη­πτικές ή όχι, με την Ελλάδα να βρίσκεται στο 52%. Η ικανότητα των ατόμων ηλικίας 15 ετών να διακρίνουν τα γεγονότα από τις απόψεις ποικίλλει επίσης μεταξύ των χωρών του ΟΟΣΑ, με μέσο όρο το 47% και την Ελλάδα στο 40,5%. Στο σημείο αυτό υπεισέρχεται και το κοι­νω­νι­κο­οι­κο­νο­μικό υπόβαθρο των μαθητών στην Ελλάδα.

Αντίθετα, το ποσοστό των ατόμων ηλικίας 16 έως 19 ετών με βασικές ή πάνω από τις βασικές γενικές ψηφιακές δεξιότητες είναι υψηλό στην Ελλάδα, με 89% έναντι του μέσου όρου της Ε.Ε. που είναι 69%. Και όπως παρα­τη­ρεί­ται στο κείμενο της Ε.Ε., μένει να αξιο­λο­γη­θεί ο αντίκτυπος των εργα­στηρίων δεξιοτήτων που θεσπίστηκαν το 2020 στα ελλη­νικά σχολεία, καθώς η πρόθεση είναι μεταξύ άλλων να ενι­σχυ­θεί ο ψηφιακός γραμ­μα­τι­σμός και να ανα­πτυ­χθούν δεξιότητες, συμπε­ρι­λαμ­βα­νομένης της κριτικής σκέψης.

Καλύ­τερα του στόχου

Από την άλλη, η Ελλάδα έχει ένα από τα χαμηλότερα ποσοστά πρόωρης εγκατάλειψης της εκπαίδευσης στην Ε.Ε. Με 3,2% το 2021, το ποσοστό των ατόμων που εγκα­τα­λείπουν πρόωρα το σχολείο είναι ήδη πολύ χαμηλότερο από τον στόχο του 9% σε επίπεδο Ε.Ε. για το 2030. Οπως επι­ση­μαί­νε­ται στην έκθεση, «η Ελλάδα καταφέρνει και δια­τη­ρεί αυτό το χαμηλό ποσοστό, στοιχείο που απο­δει­κνύει ότι αντι­με­τωπίζει απο­τε­λε­σμα­τικά το πρόβλημα. Οι πολι­τικές που εφαρμόζονται διευ­κολύνουν τις μεταβάσεις στο πλαίσιο των συστημάτων εκπαίδευσης και κατάρτισης ή παρέχουν εναλ­λα­κτικές δια­δρομές εκπαίδευσης και κατάρτισης. Βοηθούν επίσης τα άτομα που εγκα­τα­λείπουν πρόωρα το σχολείο να επα­νε­ντα­χθούν στο εκπαι­δευ­τικό σύστημα μέσω της εκπαίδευσης δεύτερης ευκαιρίας και του επαγ­γελ­μα­τι­κού προ­σα­να­το­λι­σμού. Απόδειξη της απο­τε­λε­σμα­τικότητας των πολι­τικών που εφαρμόζει η Ελλάδα απο­τε­λεί επίσης το γεγονός ότι το 2021 το 95,7% των ατόμων ηλικίας 20 έως 24 ετών απέκτησαν τουλάχιστον απο­λυ­τή­ριο λυκείου, γεγονός που καθιστά την Ελλάδα τη χώρα με την υψηλότερη επίδοση στον τομέα αυτό».

Πηγή kathimerini.gr

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.