ΕΙΔΗΣΕΙΣ

Τζένη Χειλουδάκη: «Είμαι πιο φτωχή και πιο πλούσια από ποτέ»

news room 15 λεπτά ανάγνωση
Τζένη Χειλουδάκη

Λέει πως όλα αυτά τα χρόνια που μένει στη Σητεία προ­σπα­θεί να εξα­γνι­στεί

Δώσαμε ραντε­βού στη Σητεία. Για την glossy πορεία και τη «σκαν­δα­λώδη» περίοδο της Τζένης Χει­λου­δάκη έχουν γραφτεί και ειπωθεί όλα. Πριν από ακριβώς δέκα χρόνια ξεκί­νησε η δεύτερη περί­ο­δος της ζωής της, που δεν έχει καμία σχέση με την προη­γού­μενη.

«Αφορμή για να έρθω εδώ στάθηκε το άδεια­σμα μέσα μου, έπρεπε το πάρτι να τελειώ­σει για μένα. Με είχε κου­ρά­σει ακόμα και η ηχορ­ρύ­πανση, το καυ­σα­έ­ριο. Μου έλειπε αφόρητα η μητέρα μου, μου έλειπε η Σητεία μου».

Κάθε φορά που την ανα­φέ­ρει, χρη­σι­μο­ποιεί την κτητική αντω­νυ­μία. «Θεωρώ ότι είναι ένα από τα πιο μαγικά μέρη στον κόσμο, με βοηθάει να φορτίσω τις μπα­τα­ρίες μου. Στην ουσία, όλα αυτά τα χρόνια εδώ προ­σπαθώ να εξα­γνι­στώ».

«Διάβαζα πολύ, με βοή­θη­σαν και οι επαφές μου. Για ένα από τα πράγ­ματα που μου βγάζω σήμερα το καπέλο είναι ότι είχα αντί­ληψη, δεν ήθελα τα μπου­ζού­κια, ήθελα άλλο κύκλο, να ξέρει αυτός που μιλάω ποιος είναι ο Μπαλζάκ. Ρου­φούσα πράγ­ματα από τον περί­γυρό μου, με βοήθησε όμως και η οικο­γέ­νειά μου».

Γύρω στο 2010 άρχισε να κάνει αλλαγές. Άφησε τη Ρόδο, όπου δούλεψε ως σεξερ­γά­τρια, μετα­κό­μισε ξανά στην Αθήνα, άρχισε να επι­λέ­γει μουσική σε μαγαζιά, να κάνει τις δημό­σιες σχέσεις και να εργά­ζε­ται στο μπαρ του θεάτρου Χυτήριο. Αλλά και πάλι, ένιωθε να πνί­γε­ται.

Δύο χρόνια αργό­τερα η μετα­κό­μισή της συμπί­πτει με την επα­νέκ­δοση του βιβλίου της Μαύρη Βίβλος. «Δεν άντεχα άλλο τις μεγα­λου­πό­λεις, έχανα το μυαλό μου σε αυτές, όπως πιστεύω ότι έχει συμβεί σε πολύ κόσμο που ζει με τους ρυθμούς τους. Επίσης, δεν μπο­ρούσα πια να δίνομαι και να κάνω τον κλόουν για την από­λαυση κάποιου άλλου. Βγάζω το καπέλο και υπο­κλί­νο­μαι σε όσα άτομα κάνουν αυτήν τη δουλειά σήμερα, στην εποχή μου το να είσαι ιερό­δουλη κάποιοι το θεω­ρού­σαν και καλ­λι­τε­χνικό πράγμα. Ή του­λά­χι­στον αυτό συνέβη σ’ εμένα, που μου ήρθαν όλα τόσο εύκολα στη ζωή, που δεν με έδειραν και δεν με χλεύ­α­σαν».

«Ένιωσα την ανάγκη να κατέβω στον τόπο μου και να πεθάνω σε αυτόν, με ό,τι συνε­πά­γε­ται αυτή η απόφαση. Σε μια κλειστή κοι­νω­νία δεν μπορείς να απο­μο­νω­θείς εύκολα. Θες μια μέρα να πιεις τον καφέ σου χωρίς να μιλή­σεις σε κανέναν, εκείνη την ώρα θα περά­σουν πενήντα άτομα από μπροστά σου και θα πρέπει να πεις δυο κου­βέ­ντες. Η “καλη­μέρα” του Θεού είναι, αλλά ώρες ώρες θα ήθελα να είμαι διάφανη.

Έχει όμως και τα καλά της. Είναι συγκλο­νι­στικό να μπορείς να περ­πα­τάς στα βουνά και στα λιβάδια μιας μικρής κωμό­πο­λης, είναι μαγικό να μπορείς να κάνεις τη γυμνα­στική σου σε μια θάλασσα με μπλε σημαία.

Μετά είναι και το ότι όταν ένας ντόπιος έχει σοβαρό πρό­βλημα πέφτουν όλοι πάνω να τον βοη­θή­σουν. Άλλαξα ρυθμούς, μπήκα σε οικο­γέ­νειες και άρχισα να έχω μια ζωή που δεν τη ζούσα πριν, με ένα φαγο­πότι, με έναν περί­πατο στα βουνά, άρχισα να μαζεύω χόρτα και να κοι­μά­μαι νωρίς. Πέφτω στις δέκα-έντεκα και ξυπνάω στις εφτά, μου κάνει τρομερό καλό. Έπειτα, είναι περισ­σό­τε­ροι οι φίλοι μου εδώ παρά οι κακε­ντρε­χείς, που τους απο­κρυ­πτο­γραφώ πια, ξέρω ποιοι είναι και συνυ­πάρ­χουμε».

Τη χαι­ρε­τάει μια περα­στική κι εκείνη την απο­κα­λεί «αγάπη μου, μοντέλο μου». Την ενη­με­ρώ­νει ότι βρήκαν κομ­μώ­τριες για την επερ­χό­μενη καλο­και­ρινή επί­δειξη, πως είναι πολύ χαρού­μενη, ότι της έστει­λαν μόνες τους μήνυμα. «Αν τη δεις βαμμένη στην πασα­ρέλα, θα μείνεις με ανοιχτό το στόμα», θα μου πει, ενώ εκείνη απο­μα­κρύ­νε­ται. Δεν ξεχνάει πού έχουμε αφήσει την κου­βέ­ντα μας.

«Ξέρεις τι είναι να πει­νά­σεις και ο γεί­το­νάς σου να σου φέρει ένα σακου­λάκι ντο­μά­τες από τον κήπο του, αυγά, να σου πει “μαγεί­ρεψα αυτό σήμερα, θέλεις”; Μου έχουν δοθεί πολλά πράγ­ματα απλό­χερα στη ζωή και δεν μιλάω μόνο για χρήματα, ομορφιά και ανα­γνω­ρι­σι­μό­τητα. Σε μεγάλες ανάγκες μού άνοιξαν πόρτες και καρδιές, οφείλω λοιπόν και αισθά­νο­μαι ότι πρέπει να δώσω κι εγώ κάτι».

Αυτήν τη στιγμή είναι πενήντα τεσ­σά­ρων ετών. Πιστεύει ότι έχει δώσει κι εκείνη από την πλευρά της ως ένα ανα­γνω­ρί­σιμο τρανς άτομο, ένα μοντέλο που περ­πά­τησε σε σημα­ντι­κές πασα­ρέ­λες σε άλλες δεκα­ε­τίες; «Υπάρ­χουν παιδιά που ακόμα και σήμερα μου στέλ­νουν μηνύ­ματα, μου γράφουν “με βοή­θη­σες σε μια στιγμή της ζωής μου που δεν ήξερα τι είμαι”. Αλλά, αλήθεια, τι έκανα, ρε συ; Έκανα απλώς την αλήθεια μου πραγ­μα­τι­κό­τητα σε δύσκο­λες εποχές. Αυτό δεν σημαί­νει ότι δεν δέχομαι πολύ θερμά όλα αυτά τα μηνύ­ματα – έχω λάβει ακόμα και από γονείς».

Ανοίγει παρέν­θεση. Η Τζένη Χει­λου­δάκη είναι χει­μαρ­ρώ­δης περί­πτωση συνέ­ντευ­ξης. «Το βρίσκω συγκλο­νι­στικό που υπάρ­χουν πλέον επι­λο­γές πέρα από την πορνεία για τα τρανς άτομα στη χώρα μας. Πρό­σφατα είδα ένα αφιέ­ρωμα σε μια δασκάλα (σ.σ. την Κάθρην Ράιλυ). Δάκρυσα, είναι κάτι που το εύχομαι από τη δεκα­ε­τία του ’80, θέλω κάποια στιγμή να δω τρανς άτομα σε όλους τους χώρους, να ανοί­ξουν την αγκαλιά τους οι οικο­γέ­νειες και να βάλουν τα παιδιά τους μέσα, τα “θα σε σφάξω στο γόνατο”, τα “θα σε πετάξω έξω αν βγεις έτσι κι έτσι” να τελειώ­σουν. Ευτυχώς αλλά­ζουν τα πράγ­ματα, υπάρχει ενη­μέ­ρωση πια. Έχουμε βέβαια μπόλικο δρόμο ακόμα».

Έχει συζη­τή­σει με πολλές οικο­γέ­νειες, «έχουμε και στη Σητεία ένα τρανς κορίτσι, το αγκά­λιασε ο πατέρας της, ό,τι κι αν του έλεγαν οι δήθεν φίλοι του. Κι αυτό το πλάσμα δείχνει πια ευτυ­χι­σμένο, ασχο­λεί­ται με το μακι­γιάζ και κυκλο­φο­ρεί χωρίς να ανοίξει ρου­θούνι. Μέσα από τις φαμί­λιες θα ξεκι­νή­σουν όλα, με τον τρόπο που σιγά σιγά θα απαντά ένας γονέας στον περί­γυρο και θα αντι­πα­ρέρ­χε­ται στην αρνη­τική ενέρ­γεια και τα κακε­ντρεχή  σχόλια, υπάρχει πλη­ρο­φό­ρηση πλέον γι’ αυτό. Εννο­εί­ται βέβαια πως όλα αυτά μπορούν να προ­χω­ρή­σουν με τους νόμους στους οποίους είναι υπο­χρε­ω­μένη πια και η χώρα μας να συμ­μορ­φω­θεί».

Θυμάται την εικόνα της πρoέδρου του Σωμα­τείου Υπο­στή­ρι­ξης Διεμ­φυ­λι­κών Μαρίνας Γαλανού στη Βουλή, της ακτι­βί­στριας που πρω­τα­γω­νί­στησε στον αγώνα για τη νομική ανα­γνώ­ριση της ταυ­τό­τη­τας φύλου και ήταν στα θεωρεία όταν ψηφι­ζό­ταν το σχετικό νομο­σχέ­διο το 2017. «Το διεκ­δί­κησε και έγινε. Δεν θα μπο­ρούσε να γίνει και κάτι άλλο, είχε ήρθε η ώρα. Στην κηδεία της Μαρίνας υπήρχαν στε­φά­νια πολι­τι­κών που ακόμα και για το φαί­νε­σθαι να το έκαναν, το απο­τέ­λε­σμα ποιο είναι; Ότι συνέβη».

Ανα­φέ­ρε­ται στην ιστορία μιας άλλης τρανς γυναί­κας από τη Βόρεια Ελλάδα, πώς πριν ξεκι­νή­σει τη φυλο­με­τά­βαση η μητέρα της επι­κοι­νώ­νησε μαζί της. «Άρχισε να μου ανοί­γε­ται σιγά σιγά και μετά το κορίτσι έτυχε να με βάψει μια βραδιά στη Θεσ­σα­λο­νίκη. Λίγα χρόνια μετά ήταν μια πανέ­μορφη και περή­φανη γυναίκα και συνε­χί­ζει να κάνει δου­λειές με το μακι­γιάζ.

Στον αντί­ποδα, καμιά φορά “ο άνθρω­πος είναι χτήνος”, όπως είπε ο Καζαν­τζά­κης. Όταν βγήκε η δια­φή­μιση του Pantene προ­σπά­θησα να μη διαβάζω τα σχόλια για να μη μαρα­ζώνω, γρά­φτη­καν φρικτά πράγ­ματα. Δηλαδή να ντραπεί μια εται­ρεία επειδή ανέ­δειξε τη δια­φο­ρε­τι­κό­τητα; Αυτά τα πράγ­ματα συμ­βαί­νουν στο εξω­τε­ρικό χρόνια τώρα. Kαι δεν είναι μόνο οι τερά­στιοι μόδι­στροι που έχουν βγάλει τρανς άτομα στις πασα­ρέ­λες. Στη Γερ­μα­νία έχουμε δει τρανς στρα­τιω­τικό, υπάρ­χουν τρανς δήμαρ­χοι έξω, είδαμε τρανς αθλή­τρια στους Ολυ­μπια­κούς. Γιατί στην πραγ­μα­τι­κό­τητα όλα είναι ρευστά και απλά, εμείς τα κάνουμε περί­πλοκα.

Στο διά ταύτα: εγώ περνάω την ωραιό­τερη φάση της ζωής μου. Είμαι πιο φτωχή από ποτέ. Το οξύμωρο είναι ότι είμαι και πιο πλούσια από ποτέ. Δεν έχω πια τα δια­με­ρί­σματα και τα καμπριολέ, φρό­ντισα να ξεπου­λήσω όλα τα πανά­κριβα ρολόγια και τα ρούχα μου, τα σερ­βί­τσια Rosenthal και τα Versace. Δεν έχω τίποτα και έχω τα πάντα. Έχω τον Κέρουακ και τον Φόκνερ μου, τον Ιούλιο Βερν και την Οριάνα Φαλάτσι, τόσα βιβλία που δεν πούλησα και ούτε πρό­κει­ται – αγοράζω κι άλλα. Είμαι πλούσια πια στο πνεύμα και την ψυχή».

Μετά τον θάνατο της μητέρας της, το νέο σπίτι της Τζένης Χει­λου­δάκη είναι ένα τρο­χό­σπιτο. «Το τακτο­ποιώ τώρα. Είναι τα πάντα για μένα, είναι ένα κου­κλί­στικο vintage γερ­μα­νικό πραγ­μα­τάκι, ασφαλές. Το έχω σε έναν μαγικό κήπο με ξινό­δε­ντρα, μου έμεινε αυτός και δεν μπορεί να μου τον πει­ρά­ξει κανείς. Έχω εκεί τα γατο­σκυ­λό­παιδά μου και τα που­λε­ρικά μου.

Έχω ρεύμα από τα φωτο­βολ­ταϊκά μου, που τα χρυ­σο­πλή­ρωσα, αλλά είναι τόσο άπλετος ο ήλιος στη χώρα μας, που θα έπρεπε να έχουμε όλοι στα σπίτια μας. Δεν έχω νερό, θα ήθελα να έχω για το κηπάκι μου, έχω όμως τις φίλες μου εδώ στη Σητεία μου, που, όποτε το επιθυμώ, μου ανοί­γουν το σπίτι τους για να κάνω ένα ντους και να λουστώ. Έχω δεκαπέντε-είκοσι καλούς φίλους. Είμαι χαρού­μενη. Και δεν με φοβί­ζουν πια ούτε το μέλλον ούτε ο θάνατος, που κάποτε είχα μεγάλα τρα­βήγ­ματα γι’ αυτά».

Μου εξηγεί πως προ­ε­τοι­μα­ζό­ταν χρόνια για τον σημε­ρινό τρόπο δια­βί­ω­σής της. Δεν είναι ότι μάζευε χρήματα, το εισό­δημά της είναι το ελά­χι­στο εγγυ­η­μένο, 200 ευρώ δηλαδή. Όμως παρα­κο­λου­θούσε δια­δι­κτυακά ιστο­ρίες ανθρώ­πων που απο­φά­σι­σαν να ζήσουν με λιγό­τε­ρες ανέσεις.

Ανοίγει μία ακόμα παρέν­θεση και συγκι­νεί­ται. «Θέλω να ευχα­ρι­στήσω τους εκα­το­ντά­δες ανθρώ­πους απ’ όλο τον κόσμο που δεν με άφησαν να κοιμηθώ στο αυτο­κί­νητό μου ή σε ένα παγκάκι. Αλλά να τα καλά του ίντερ­νετ, είχα δει πώς μπορείς να μαγει­ρέ­ψεις σε ένα off the grid μέρος.

Μόνο για τον θάνατο της μαμάς μου δεν ήμουν προ­ε­τοι­μα­σμένη, είχα την εντύ­πωση ότι θα περάσει τα εκατό γιατί απλώς δεν ήθελα ποτέ να τη χάσω. Ήταν για μένα τα φτερά μου και οι ρίζες μου, το οξυγόνο και η ανάσα μου, η ηρωίδα της ζωής μου. Όλα αυτά τα χρόνια με προ­στά­τευε, χάρη σε αυτήν είχα σπίτι, ρεύμα, τηλέ­φωνο, τον καπνό μου. Έφυγε όμως από ανακοπή πριν από λίγους μήνες. Περί­μενε να την κάνω μπάνιο, να τη σκου­πίσω, να της φορέσω τα παντο­φλά­κια της και στη δια­δρομή για το υπνο­δω­μά­τιό της μου είπε ότι δεν αισθά­νε­ται καλά, κάθισε σε μια καρέκλα και έτσι απλά έφυγε, χωρίς πόνο».

Το Πισκο­κέ­φαλο, όπου μένει σήμερα, είναι ένα χωριό που απέχει περίπου έξι λεπτά από το λιμάνι της Σητείας. Στο ραντε­βού μας έφτασε με το αυτο­κί­νητό της, με αυτό που είχε αρχικά σκεφτεί ότι θα τη φιλο­ξε­νή­σει. «Πανι­κο­βλή­θηκα στην αρχή, αλλά μετά σκέ­φτηκα ότι έχω το σαρα­βα­λάκι μου που πριν από λίγα χρόνια μού χάρισε μια φίλη, είπα λοιπόν ότι θα κοιμηθώ σε αυτό. Ή ότι θα βάλω μια σκηνή στον κήπο και θα κοι­μά­μαι εκεί για να μη βρέ­χο­μαι του­λά­χι­στον, κου­βέρ­τες είχα μπό­λι­κες.

Και μετά είπα ας κάνω άλλη μια φορά τη ζητιάνα. Ήταν κάτι που άρχισε πριν από λίγα χρόνια, όταν χρειά­στηκα τροφές για τα ζώα μου – αυτήν τη στιγμή έχω έξι σκυλιά, έξι γάτες και τα που­λε­ρικά μου. Έκανα, λοιπόν, ένα post και για μερι­κούς μήνες ήμουν εντάξει. Το τερά­στιο πρό­βλημα δημιουρ­γή­θηκε όταν αντι­με­τώ­πισα θέμα με την υγεία μου, είχα προ­βλή­ματα στα πνευ­μό­νια μου, στην πλάτη μου, με όσα βρήκαν στο στήθος μου οι γιατροί έπαθαν σοκ. Δεν είμαι ασφα­λι­σμένη και χρειά­στηκα βοήθεια. Έφυγαν πάρα πολλά χρήματα για τις εξε­τά­σεις, ευτυχώς με βοή­θη­σαν φίλοι απ’ όλο τον κόσμο, κάποιοι γνωστοί, που τους έχω πολλά χρόνια στο Facebook, και κάποιοι άγνω­στοι».

Μετά τον θάνατο της μητέρας της τον Οκτώβρη, την τελευ­ταία φορά που χρειά­στηκε να κάνει post κατά­φερε μέσα σε δύο εβδο­μά­δες να συγκε­ντρώ­σει τα χρήματα για τη νέα της ζωή. «Άλλος μου έβαλε ένα ευρώ, άλλος πέντε, μια Eλληνοαμερικανίδα επι­χει­ρη­μα­τίας από τη Νέα Υόρκη μου έστειλε χίλια. Αν δεν υπήρχε στη Σητεία μου ο φιλαν­θρω­πι­κός σύλ­λο­γος να μου ανοίξει έναν λογα­ρια­σμό να μπουν αυτά τα χρήματα, θα ήμουν κατα­δι­κα­σμένη.

Αυτοί οι άνθρω­ποι είναι μέσα στην καρδιά μου, γιατί θα μπο­ρού­σαν να μην το κάνουν. Βοηθούν παιδιά να σπου­δά­σουν και οικο­γέ­νειες, εμένα γιατί να με βοη­θή­σουν; Δεν είμαι σίγουρη αν εγώ θα βοη­θούσα κάποια που γάμησε τη ζωή της και τα λεφτά της για να καλο­περ­νάει. Και όμως το έκαναν και τους αγαπώ γι’ αυτό, δεν θα το ξεχάσω ποτέ. Γι’ αυτό τα έσοδα από την επί­δειξη που ετοι­μάζω τον Ιούνιο θα πάνε σε αυτούς, όπως τον χειμώνα πήγαν στο νοσο­κο­μείο».

Έχει εκδώσει τρία αυτο­βιο­γρα­φικά βιβλία και αυτή την περίοδο ετοι­μά­ζει ένα ακόμα που θα έχει τίτλο Εγώ το τέρας. Δεν ήταν αφορμή για την κου­βέ­ντα μας αυτό, μου το ανέφερε όταν τη ρώτησα τι της έμαθε η προη­γού­μενη περί­ο­δος της ζωής της, αυτή της έπαρσης, που λέει και η ίδια. «Είναι για την όμορφη, την πλούσια Τζένη Χει­λου­δάκη, που φερόταν πολύ άσχημα στους ανθρώ­πους, που δεν είχε φίλες, αυτήν η νάρ­κισσο που ήθελε να καλο­περ­νάει, να έχει τα πιο ακριβά, αυτή που κάποια στιγμή με κατέ­στρεψε».

Είχε ξανα­προ­σπα­θή­σει να γυρίσει στη Σητεία. «Το 2003, όταν ήθελα πάλι να στα­μα­τήσω την πορνεία, ήρθα εδώ και άνοιξα ένα καφέ που τα πέντε πρώτα χρόνια έσκισε. Αλλά η άλλη μέσα μου τα γάμησε όλα πάλι, ό,τι λεφτά έβγαζα τα έτρωγα σε ακριβά αρώματα, σε ρούχα, σε ταξίδια, σε καμπριολέ. Θα μπο­ρούσα να έχω κάνει ένα πολύ καλό ξεκί­νημα τότε, γιατί το μαγαζί πήγε πολύ καλά και με στήριξε όλη η Σητεία, παρότι υπήρξαν μερικά άτομα που ήθελαν να μου πάνε κόντρα. Ήταν λάθος μου που δεν το προ­σπά­θησα, που νευ­ρί­ασα, τα παρά­τησα, σηκώ­θηκα κι έφυγα, και ξανα­πήγα στη Ρόδο.

Τι βλέπει να έχει αλλάξει στον τόπο της; «Τότε ήταν αλλιώς η νύχτα, υπήρχαν μαγαζιά με πολύ δυνατές μου­σι­κές, υπήρχαν ντι­σκο­τέκ και μπου­ζού­κια, αλλά τα απέρ­ρι­ψαν. Γου­στά­ρουν τους χαμη­λούς ρυθμούς που αρέσουν και σ’ εμένα, να βγαί­νουν στα ρακά­δικα, να έχουν ένα ωραίο μέρος για να πιουν τον καφέ τους και ένα άλλο για να πάρουν το γλυκό τους.

Οι ντόπιοι έδειξαν ότι προ­τι­μούν πιότερο τα ήσυχα και φιλικά μαζώ­ματα. Δεν θα πω ψέματα, μου έχει λείψει από την Αθήνα το ότι μπο­ρούσα να δω δέκα παρα­στά­σεις, το ότι έχει βιβλιο­πω­λεία στα οποία θα βρεις τα πάντα. Όταν ξυπνάει η άλλη μέσα μου, μπορεί να μου λείψει και ένα σούσι. Αλλά ζω, μωρό μου, και χωρίς αυτό, όπως ζω και χωρίς τα πανά­κριβα αρώματα. Δεν επιζώ, αλήθεια, ζω».

Μετά το ραντε­βού μας είχα να επι­σκε­φθώ τους Πευκούς, να περ­πα­τήσω σε έναν καλά κρυμ­μένο παλιό ελαιώνα. «Θα πας σε ένα μαγικό μέρος. Σε όποιον έρχεται εδώ του προ­τείνω να εξε­ρευ­νή­σει τα χωριά μας, τη Σφάκα, την Τουρ­λωτή, τη Ρούσσα Εκκλη­σία, έχουμε χωριά με πλα­τά­νια και βρύσες με τρε­χού­μενο νερό. Τα φαγητά μας είναι εξαι­ρε­τικά, εμένα μου αρέσουν οι μυζη­θρό­πι­τες και τα λαχα­νο­πί­τια. Έχουμε και το Φοι­νι­κό­δα­σος στο Βάι, έχουμε τον καταρ­ρά­κτη στο φαράγγι του Ρίχτη».

Μια γυναίκα στα­μα­τάει, της λέει ότι επι­στρέ­φει από μια επίπονη επί­σκεψη στον οδο­ντί­α­τρο, η Τζένη Χει­λου­δάκη της λέει να κάνει κου­ρά­γιο στην ντο­πιο­λα­λιά. Όση ώρα καθό­μα­στε στα­μα­τάει πολύ κόσμος στο τραπέζι μας για να τη χαι­ρε­τή­σει στα γρήγορα, απο­κρί­νε­ται σε όλους, συζητά για να κλείσει κι άλλο ένα μοντέλο για την επερ­χό­μενη εκδή­λωσή της.

Θα μπο­ρούσε να μην έχει καλές ανα­μνή­σεις από το μέρος, να μην είχε σκεφτεί την επι­στροφή. Έχασε τον πατέρα της από πνιγμό πριν ακόμα γεν­νη­θεί. Με τέσσερα παιδιά, η μητέρα της έφυγε για την Αθήνα. Εργα­ζό­ταν ως καθα­ρί­στρια, πήρε σύνταξη από το υπουρ­γείο Υγείας.

Η Τζένη Χει­λου­δάκη μου περι­γρά­φει πως απ’ όταν πήγαινε δημο­τικό ένιωθε πως ήθελε να είναι σε άλλο σώμα κι αυτό το μοι­ρά­στηκε πρώτα με τη μεγάλη της αδελφή. «Η μαμά μου ήταν μια γυναίκα που δεν ήξερε από αυτά τα πράγ­ματα, με την αδελφή μου πήγα στους ενδο­κρι­νο­λό­γους. Στα δεκα­τρία πήγαινα στο σχολείο με μακρύ μαλλί, λίγο βάψιμο, είχα το πρώτο μου στήθος, ήταν πολύ της μόδας τότε τα unisex ρούχα. Έψαχνα να βρω την επι­βε­βαί­ωση, ήθελα να με λατρέ­ψουν ως γυναίκα και για να κάνω το όνειρό μου πραγ­μα­τι­κό­τητα χρειά­ζο­νταν λεφτά, για την επέμ­βαση.

Άφησα το σχολείο και βγήκα στη Συγγρού. Στην αρχή η οικο­γέ­νειά μου δεν το γνώριζε, μέχρι που ανα­γκά­στηκα να το παρα­δε­χτώ, γιατί δεν μπο­ρούσα να κρύ­βο­μαι. Θεωρώ ότι η αλήθεια πάντα σε απε­λευ­θε­ρώ­νει, το πιστεύω ακρά­δα­ντα, δεν έχεις να κρύψεις και να φοβη­θείς τίποτα. Η μαμά μου άρχισε να ξυπνάει και να μη με βρίσκει στο κρεβάτι τα βράδια, βρήκε και τα λεφτά που είχα μαζέψει σε ένα ντου­λάπι.

Ένα ξημέ­ρωμα που μπήκα στο σπίτι τη βρήκα ξύπνια να με περι­μέ­νει, μου είπε “από αυτά τα βρόμικα λεφτά να μη δεις χαΐρι” και μου τα πέταξε στη μούρη. Πιστεύω ότι δεν τα πήγα ποτέ καλά με τα λεφτά από αυτά της τα λόγια. Αλλά ποτέ δεν είχα όνειρο να κάνω μασου­ρά­κια, ό,τι όνειρο είχα πραγ­μα­το­ποι­ή­θηκε».

Θα μπο­ρούσα να έχω ξεκι­νή­σει έτσι το κείμενο γι’ αυτήν, αλλά πραγ­μα­τικά όλα έχουν ξανα­γρα­φτεί για εκείνη, η πορεία της είναι γνωστή και όποτε ανα­φέ­ρε­ται εκείνο το παρελ­θόν της στην κου­βέ­ντα το προ­σπερ­νάει γρήγορα.

Είναι 1993 όταν η Σοφία Λόρεν είναι η επίσημη καλε­σμένη της επί­δει­ξης του οίκου Capo d’ Opera που διορ­γα­νώ­νε­ται στο ξενο­δο­χείο Intercontinental. Αυτή είναι και η πρώτη φορά που η Τζένη Χει­λου­δάκη περ­πα­τάει σε πασα­ρέλα. Η παρ­θε­νική της αυτή εμφά­νιση στέ­φθηκε με μεγάλη επι­τυ­χία. Αμέσως μετά ο σχε­δια­στής Βασί­λειος Κωστέ­τσος θα της προ­τεί­νει να περ­πα­τή­σει μαζί με τα τότε μεγάλα ονόματα των ντεφιλέ, Κλόντια Σίφερ και Μάρκους Σέν­κεν­μπεργκ. Δέχτηκε και από κει κι έπειτα δούλεψε πολύ μαζί του.

Έφυγε για τη Ρώμη και το Μιλάνο για να δου­λέ­ψει για οίκους όπως οι Fendi, Gianfranco Ferré, Missoni και Kenzo. «Σκατά καριέρα έκανα, τη λέξη “καριέρα” τη χρη­σι­μο­ποιείς για μοντέλα σαν την Κου­ντουρά και την Κου­λια­νού», θα μου πει για όλα αυτά.

Τα μεγάλα αντρικά περιο­δικά της εποχής την έχουν ανα­κα­λύ­ψει ήδη, η Σεμίνα Διγενή τη βγάζει στην εκπομπή της «Made in Greece» το 1994. Τότε την είχε ρωτήσει αν υπάρχει κάτι που τη φοβίζει για το μέλλον. «Τα γηρα­τειά. Περισ­σό­τερο με τρο­μά­ζει η εμφά­νισή μου, τίποτε άλλο. Τότε οι φίλοι μου ελπίζω ότι θα είναι μαζί μου ακόμα και ό,τι περνάμε τώρα θα το περνάμε και τότε, θα μαζευό­μα­στε για τσαγάκι, για χαρτάκι στο σπίτι, θα βλέ­πουμε κασε­τού­λες, θα βλέ­πουμε τα books μας και θα λέμε πώς ήμασταν τότε και πώς είμαστε τώρα, θα είναι όμορφα και τότε. Ίσως το άσχημο είναι που θα κοι­τιέ­μαι στον καθρέ­φτη και θα λέω “μωρέ, όλη αυτή η ομορφιά πού χάθηκε, όλη αυτή η γλύκα”. Αλλά, that’s life».

Αν και δεν πρόλαβε να ολο­κλη­ρώ­σει καν το γυμνά­σιο, μου κάνει εντύ­πωση ο τρόπος που χρη­σι­μο­ποιεί τον λόγο. «Ήμουν ομορ­φούλα, αλλά μπο­ρούσα να αρθρώσω και δυο λέξεις», θα μου πει δύο φορές κατά τη διάρ­κεια της κου­βέ­ντας μας. «Διάβαζα πολύ, με βοή­θη­σαν και οι επαφές μου. Για ένα από τα πράγ­ματα που μου βγάζω σήμερα το καπέλο είναι ότι είχα αντί­ληψη, δεν ήθελα τα μπου­ζού­κια, ήθελα άλλο κύκλο, να ξέρει αυτός που μιλάω ποιος είναι ο Μπαλζάκ. Ρου­φούσα πράγ­ματα από τον περί­γυρό μου, με βοήθησε όμως και η οικο­γέ­νειά μου.

Τα πρώτα μου παιδικά ακού­σματα ήταν η Αρλέτα και τα “Νέγρικα” του Λοΐζου, θυμάμαι είχε η αδελφή μου ένα πικάπ και πήγαινα και κλει­νό­μουν κάθε μέρα στο σαλο­νάκι και τρα­γου­δούσα τον “Γέρο νεγρο-Τζιμ”. Όλα αυτά κάτι μου έδωσαν, όπως και οι δυο μου αδελφές που σπού­δα­σαν, η Μπάρ­μπαρα Στράι­ζαντ, όταν την ανα­κά­λυψα, που είναι για μένα η απόλυτη.

Ένα από τα πρώτα μου δώρα όταν ήμουν παιδί ήταν Το καπλάνι της βιτρί­νας της Άλκης Ζέη. Το διάβασα πρό­σφατα πάλι, με τελείως άλλη ματιά, και έπιασα αμέσως μετά τον Μεγάλο περί­πατο του Πέτρου».

Πηγή thebest.gr

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.