ΤΟΠΙΚΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ

Ενα πεύκο μεταμορφώθηκε σε τρεχαντήρι

news room 1 λεπτό ανάγνωση
Καραβομαραγκοί3

Ενα πεύκο με­τα­μορ­φώ­θη­κε σε τρε­χα­ντή­ρι στα χέρια των μα­θη­τευό­με­νων κα­ρα­βο­μα­ρα­γκών, που σή­με­ρα πρό­κει­ται να ολο­κλη­ρώ­σουν τον κύκλο των 50 ωρών μα­θη­τεί­ας στο σε­μι­νά­ριο «Τε­χνι­κός Πα­ρα­δο­σια­κών Ξύ­λι­νων Σκα­φών» του ΚΕΚ Γ. Γεν­νη­μα­τάς και της Πε­ρι­φέ­ρειας Νο­τί­ου Αι­γαί­ου. Μπο­ρεί, οι μα­θη­τευό­με­νοι σ’ αυτό το χρόνο να μην κα­τέ­κτη­σαν τα μυ­στι­κά της προ­αιώ­νιας τέ­χνης των νη­σιω­τών, όμως σί­γου­ρα σε ορι­σμέ­νους άναψε η φλόγα της θέ­λη­σης να μά­θουν πε­ρισ­σό­τε­ρα.

«Με ρωτάς πόσος χρό­νος χρειά­ζε­ται για να μά­θουν κι εγώ σου λέω ότι όταν ξε­κί­νη­σα την τέχνη ήμουν 12 χρο­νών παι­δά­κι και τώρα κο­ντεύω τα 76», δή­λω­σε προς τη «δη­μο­κρα­τι­κή» ο πα­ρα­δο­σια­κός κα­ρα­βο­μα­ρα­γκός Μικές Φιλ­τζαν­τζί­δης, ο δά­σκα­λος που ανέ­λα­βε να εκ­παι­δεύ­σει τους πε­ρί­που 40 ενη­λί­κους μα­θη­τές. «Ξε­κι­νή­σα­με με δύο τμή­μα­τα, στην πο­ρεία κά­ποιοι στα­μά­τη­σαν, δεν είναι εύ­κο­λο να αλ­λά­ξεις συ­νή­θειες από τη μια μέρα στην άλλη, από κει που πα­τού­σες κου­μπά­κια στο κο­μπιού­τερ να ξε­κι­νή­σεις χει­ρω­να­κτι­κή ερ­γα­σία, να λε­ρώ­νεις τα χέρια σου και τα ρούχα σου. Όμως έτσι είναι αυτή η δου­λειά, της δί­νεις και σου δίνει, παίρ­νεις ένα κομ­μά­τι στρα­βό ξύλο και του δί­νεις ζωή. Για να το κα­τα­φέ­ρεις πρέ­πει σ’ αυτό το κομ­μά­τι ξύλο να δώ­σεις κι εσύ κάτι από την ψυχή σου».

Συ­νο­δοι­πό­ρος στο τα­ξί­δι της δι­δα­σκα­λί­ας των νέων κα­ρα­βο­μα­ρα­γκών στά­θη­κε ο ναυ­πη­γός Γιώρ­γος Χαλ­κί­της. Ο ίδιος είχε ξε­κι­νή­σει ως τε­χνί­της στα σκα­ριά που χτί­ζο­νταν στον ταρ­σα­νά της Ρόδου, εκεί έμαθε τα μο­νό­χνα­ρα σχέ­δια και τους σκαρ­μούς ως βα­σι­κό δο­μι­κό στοι­χείο του σκά­φους, μέ­χρις ότου στη συ­νέ­χεια σπού­δα­σε τη ναυ­πη­γι­κή τέχνη. «Με τους μα­θη­τές συ­ζη­τή­σα­με τη θε­ω­ρία, την ισορ­ρο­πία του σκά­φους, τα σκα­ριά και όλα εκεί­να που πρέ­πει να γνω­ρί­ζουν ως τε­χνί­τες. Για να πάμε στην πράξη, πρέ­πει να ξε­κι­νή­σου­με από τη θε­ω­ρία. Αυτό κά­να­με και κάπως έτσι ξε­κι­νά μια ιστο­ρία».

Στα νησιά μας οι κα­ρα­βο­μα­ρα­γκοί ανέ­κα­θεν δού­λευαν με στρα­βά ξύλα. Τα ίσια δε γνω­ρί­ζουν πώς να τα δου­λεύ­ουν, διότι τα δέ­ντρα στα νησιά είχαν αυτή την ιδιαι­τε­ρό­τη­τα. Πώς να βρε­θεί ολόι­σιο πεύκο, αλλά ούτε και κυ­πα­ρίσ­σια ήθε­λαν να κό­βουν πολλά καθώς δεν αφθο­νού­σαν συ­γκρι­τι­κά με τα κω­νο­φό­ρα. Οι αρχές της βιώ­σι­μης ανά­πτυ­ξης, της πα­ρα­γω­γής σε αρ­μο­νία με φύση, εφαρ­μό­ζο­νταν πλή­ρως από τους νη­σιώ­τες, το έπρατ­ταν εμπει­ρι­κά, με συ­ναί­σθη­μα, μη γνω­ρί­ζο­ντας πόσο σπου­δαία είναι η συν­θή­κη της βιω­σι­μό­τη­τας.

Οι μα­θη­τές αγά­πη­σαν τα μα­θή­μα­τα της κα­ρα­βο­μα­ρα­γκο­σύ­νης. «Όλοι τους έχουν τις δου­λειές τους, όμως τους έβλε­πες όλους το με­ση­μέ­ρι, ώρα 15.30’, νη­στι­κοί, να είναι εδώ, να θέ­λουν να μά­θουν. Φαί­νε­ται ότι το σα­ρά­κι τους έπια­σε για τα καλά», πε­ριέ­γρα­ψε στη «δη­μο­κρα­τι­κή» ο Μικές Φιλ­τζαν­τζί­δης.

Φαί­νε­ται ότι η δου­λειά αυτή υπάρ­χει στο έν­στι­κτο του νη­σιώ­τη. Ένα ίδιο έν­στι­κτο έχουν τα σκυ­λιά· αν και με­γα­λώ­νουν σε πο­λυ­κα­τοι­κί­ες και τρέ­φο­νται με ξηρά τροφή, το πρώτο κόκ­κα­λο που θα βρουν θα επι­χει­ρή­σουν να το θά­ψουν σε κά­ποια τρύπα στο έδα­φος. Υπάρ­χει πολλή και καλά κρυμ­μέ­νη γνώση μέσα στο κάθε πρό­σω­πο. Δεν είναι τυ­χαία η δή­λω­ση που έκανε προς τη «δη­μο­κρα­τι­κή» ένας από τους μα­θη­τές, ο Μα­νώ­λης Αρά­πης, κά­το­χος πτυ­χί­ου ηλε­κτρο­λό­γου μη­χα­νι­κού και τί­τλου Master στη ρο­μπο­τι­κή και στους Αυ­το­μα­τι­σμούς: «Σ’ αυτή την πα­ρά­γκα του καρ­νά­γιου ανα­κά­λυ­ψα έναν και­νούρ­γιο κόσμο και θέλω να μάθω πε­ρισ­σό­τε­ρα».

Τον ρω­τή­σα­με, πώς γί­νε­ται ένας επι­στή­μο­νας να θέλει να στρα­φεί στην κα­ρα­βο­μα­ρα­γκο­σύ­νη;

«Ο πα­τέ­ρας μου ήταν μα­ρα­γκός», απά­ντη­σε και όλα ήρθαν για να δέ­σουν ως φυ­σιο­λο­γι­κή συ­νέ­χεια.

Όπως ο Μα­νώ­λης έχει εύ­κο­λα ανα­γνω­ρί­σι­μη μέσα του τη δύ­να­μη που τρο­φο­δο­τεί τη θέ­λη­σή του για αυτού του εί­δους τη γνώση, με τον ίδιο τρόπο κα­τέ­χει στο μέσα του τη γνώση αυτή ο κάθε νη­σιώ­της, που χει για προ­γό­νους όλους εκεί­νους που έζη­σαν πλάι στη θά­λασ­σα και ανά τους αιώ­νες θρέ­φτη­καν απ’ αυτήν.

«Η τέχνη αυτή δίνει δου­λειά, υπάρ­χει δου­λειά για τους νέους που θέ­λουν να ασχο­λη­θούν με την κα­τα­σκευή και τη συ­ντή­ρη­ση των πα­ρα­δο­σια­κών ξύ­λι­νων σκα­φών», πα­ρό­τρυ­νε από την πλευ­ρά του ο Γιώρ­γος Χαλ­κί­της.

Στα λόγια των δύο εκ­παι­δευ­τών δεν υπάρ­χει ανυ­πο­μο­νη­σία. Δε βιά­ζο­νται να μι­λή­σουν, ούτε να βγά­λουν συ­μπε­ρά­σμα­τα. Είναι γε­μά­τοι από τη σοφία εκεί­νη που σιγά – σιγά πο­τί­ζε­ται, με­γα­λώ­νει όσο ο μά­στο­ρας δου­λεύ­ει στη σιωπή του, χτί­ζο­ντας το σκαρί που θα δια­πλέ­ει τα κύ­μα­τα, άφοβα και στα­θε­ρά.

Ξε­κι­νώ­ντας οι εκ­παι­δευό­με­νοι είχαν μπρο­στά τους ένα σχέ­διο κι ένα σωρό από ξύλα και κορ­μούς. Τε­λειώ­νο­ντας, σή­με­ρα το από­γευ­μα, θα πα­ρα­δώ­σουν ένα σχε­δόν έτοι­μο τρε­χα­ντή­ρι. Αν είχαν πε­ρισ­σό­τε­ρο χρόνο, θα μπο­ρού­σαν να το ολο­κλη­ρώ­σουν. Ίσως αυτός να είναι ένας καλός λόγος για να επα­να­λη­φθεί ο κύ­κλος των μα­θη­μά­των του ΚΕΚ Γεν­νη­μα­τά με τη συ­νερ­γα­σία της Πε­ρι­φέ­ρειας Νο­τί­ου Αι­γαί­ου.

Σχολιασμός Άρθρου

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται.

Προσθέστε ένα σχόλιο

Το E-mail δεν θα δημοσιευτεί.
Πρέπει να συμπληρωθούν όλα τα πεδία για την υποβολή του σχολίου.