ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

Α. Μεταξάς: «Είναι νωρίς να αποτιμηθεί η αντίδραση της Ενωσης απέναντι στη συντελούμενη ρωσική εισβολή»

news room 6 λεπτά ανάγνωση
α. μεταξασ, αναπλ. καθηγητησ εκπα:
Είναι νωρίς να αποτιμηθεί η αντίδραση της Ενωσης απέναντι στη συντελούμενη ρωσική εισβολή

Α. ΜΕΤΑΞΑΣ

Τα κυβερ­νώ­ντα καθε­στώτα Ουγ­γα­ρίας και Πολω­νίας συγκρο­τούν τα τελευ­ταία χρόνια εξόχως προ­βλη­μα­τι­κές περι­πτώ­σεις ουσιώ­δους από­κλι­σης από τις αρχές του κράτους δικαίου ενώ κατά την εκούσια ένταξή τους συνα­πο­δέ­χθη­καν τις αξιακές ανα­φο­ρές της Ένωσης ως αυτές κατα­γρά­φο­νται ρητά στη ΣΕΕ και στον Χάρτη Θεμε­λιω­δών Δικαιω­μά­των της ΕΕ. Αν τώρα δια­φω­νούν, υπάρχει πάντα και η οδός της εξόδου. Δεν είναι υπο­χρε­ω­τική η πολι­τειακή μας συμ­βί­ωση ούτε η Ένωση μια à la carte χαλαρή συνεύ­ρεση και­ρο­σκό­πων.

Η πολι­τική δεν είχε συνο­μι­λή­σει επί πολλά συναπτά έτη με την κοι­νω­νία με ειλι­κρί­νεια και καθα­ρό­τητα για το όντως ζωτικό δια­κύ­βευμα της πρά­σι­νης μετά­βα­σης. Η Ελλάδα έχει περιο­χές οι οποίες υπήρξαν για δεκα­ε­τίες μονο­σή­μα­ντα προ­σα­να­το­λι­σμέ­νες στο παρα­γω­γικό μοντέλο της αξιο­ποί­η­σης του λιγνίτη. Η στήριξη των τοπικών κοι­νω­νιών απαιτεί συγκε­κρι­μένη στρα­τη­γική αλλά και την επε­ξή­γηση ότι στο πλαίσιο της ενερ­γεια­κής μετά­βα­σης θα υπάρ­ξουν μεσο­πρό­θε­σμα στιγμές και συγκυ­ρίες οι οποίες δεν θα είναι πάντοτε ρόδινες.Είναι νωρίς να απο­τι­μη­θεί η αντί­δραση της Ένωσης απέ­να­ντι στη συντε­λού­μενη ρωσική εισβολή. Ωστόσο, η υιο­θέ­τηση πιο γρή­γο­ρων αντα­να­κλα­στι­κών από την Ένωση είναι ένα προσόν του οποίου παρα­δο­σιακά στε­ρεί­ται, ανα­φέ­ρει ο κ. Α. Μεταξάς αναπλ. καθη­γη­τής, ΕΚΠΑ, επισκ. καθη­γη­τής, Πανε­πι­στή­μιο του Βερο­λί­νου, δικη­γό­ρος, στην “Δημο­κρα­τική”.

Συνέ­ντευξη στον Γιάννη Μπόζιο

Η Ουγ­γα­ρία και η Πολωνία, αν και ανήκουν στην Ευρω­παϊκή Ένωση, είναι δύο χώρες που φαί­νε­ται ότι δεν συμ­με­ρί­ζο­νται τις βασικές αρχές της Ένωσης, ρέπο­ντας προς τον αυταρ­χι­σμό και τον εθνι­κο­λαϊ­κι­σμό. Πώς επη­ρε­ά­ζει η στάση αυτών των κρατών μελών την Ένωση; Και πώς μπορεί αυτή να αντι­δρά­σει;

Έχετε δίκιο όταν επι­ση­μαί­νετε ότι τα κυβερ­νώ­ντα καθε­στώτα στις δύο αυτές χώρες συγκρο­τούν τα τελευ­ταία χρόνια εξόχως προ­βλη­μα­τι­κές περι­πτώ­σεις ουσιώ­δους από­κλι­σης από τις αρχές του κράτους δικαίου αλλά και το εν γένει αξιακό κεκτη­μένο πάνω στο οποίο στη­ρί­ζε­ται το ενω­σιακό εγχεί­ρημα και η ενω­σιακή έννομη τάξη. Τούτο απο­τυ­πώ­νε­ται χαρα­κτη­ρι­στικά σε συγκε­κρι­μέ­νες πρω­το­βου­λίες που έχουν λάβει τα δύο αυτά κράτη και οι κυβερ­νή­σεις τους σε κομ­βι­κό­τατα θέματα με κυρί­αρχο (αλλά όχι μόνο) αυτό των κραυ­γα­λέων παρα­βιά­σεων της ανε­ξαρ­τη­σίας της Δικαιο­σύ­νης αλλά και στη γενι­κό­τερη αξιακή στάση και αισθη­τική τους, η οποία συχνά βρί­σκε­ται στον αντί­ποδα βασικών αρχών του συνταγ­μα­τι­κού φιλε­λευ­θε­ρι­σμού.

Η δια­βρω­τική επε­νέρ­γεια αυτού του φαι­νο­μέ­νου για την Ευρω­παϊκή Ένωση είναι καίρια. Κανένα μόρφωμα υπε­ρε­θνι­κής συνα­ντί­λη­ψης δεν μπορεί να δομηθεί ερήμην ελα­χί­στων ταυ­το­τι­κών συγκλί­σεων. Οι δε ταυ­το­τι­κές συγκλί­σεις δεν μπορεί να συγκρο­τού­νται στη βάση της οικο­νο­μι­κής χρη­σι­μο­θη­ρίας. Δυνα­τό­τη­τες ταυ­το­τι­κής σύζευ­ξης δεν μπορεί να παρα­χθούν όταν λ.χ. υφί­στα­νται δομικές απο­κλί­σεις στις παρα­δο­χές ενός κοινού νομικού πολι­τι­σμού. Το οικο­νο­μικό στοι­χείο και η άντληση οικο­νο­μι­κών πλε­ο­νε­κτη­μά­των από τη συμ­με­τοχή στην Ευρω­παϊκή Ένωση δεν πρέπει να θεω­ρεί­ται η προ­έ­χουσα ιεράρ­χηση για τη συμ­με­τοχή στο ενω­σιακό εγχεί­ρημα. Σε όσα δε κράτη μέλη προ­σεγ­γί­ζουν το θέμα κατ’ αυτόν τον τρόπο μονο­σή­μα­ντα, οφεί­λουμε την υπό­μνηση ότι κατά την εκούσια ένταξή τους συνα­πο­δέ­χθη­καν τις αξιακές ανα­φο­ρές της Ένωσης ως αυτές κατα­γρά­φο­νται ρητά στη ΣΕΕ και στον Χάρτη Θεμε­λιω­δών Δικαιω­μά­των της ΕΕ. Αν τώρα δια­φω­νούν, υπάρχει πάντα και η οδός της εξόδου. Δεν είναι υπο­χρε­ω­τική η πολι­τειακή μας συμ­βί­ωση ούτε η Ένωση μια à la carte χαλαρή συνεύ­ρεση και­ρο­σκό­πων.

Προς ποιες κατευ­θύν­σεις πρέπει να κινη­θούν τα κράτη-μέλη, καθώς και η Ευρω­παϊκή Ένωση ως ενιαίο σώμα για την συντέ­λεση μιας πιο φιλό­δο­ξης ενο­ποι­η­τι­κής πορείας; Απο­τε­λεί η ταυ­το­τική σύγκλιση, στην οποία ανα­φερ­θή­κατε, μία απά­ντηση;

Ως προείπα, ο οικο­νο­μι­κός ωφε­λι­μι­σμός δεν είναι επαρκής για τη δημιουρ­γία ταυ­το­τι­κών συγκλί­σεων στο βάθος του ιστο­ρι­κού χρόνου. Και δίχως ταυ­το­τι­κές, αξιο­λο­γι­κές, σημειο­λο­γι­κές και αισθη­τι­κές συγκλί­σεις δεν δύναται να παρα­χθεί και η απο­λύ­τως απα­ραί­τητη αίσθηση του συνα­νή­κειν.

Θεω­ρείτε ότι υπάρχει χάσμα στο ευρω­παϊκό επίπεδο, μεταξύ βορρά και νότου;

Ιστο­ρικά, θα μπο­ρούσε να υπο­στη­ρί­ξει κανείς ότι η διά­κριση μεταξύ βορρά-νότου απο­τε­λούσε μία βασική δια­χω­ρι­στική γραμμή. Θεωρώ ότι, σήμερα, η κρίσιμη δια­χω­ρι­στική γραμμή εκτεί­νε­ται μεταξύ εκείνων των κρατών-μελών που υιο­θε­τούν διάθεση συνα­ντί­λη­ψης σε σχέση με το αξιακό υπό­βα­θρο του ενο­ποι­η­τι­κού εγχει­ρή­μα­τος και, από την άλλη, των κρατών-μελών, που στην παρούσα του­λά­χι­στον φάση, παρου­σιά­ζουν μεί­ζο­νες απο­κλί­σεις από αυτό. Δεν είναι ίσως τυχαίο ότι αυτή η αντί­στιξη απο­τυ­πώ­νε­ται εν συνε­χεία και σε δομικές απο­κλί­σεις σε κάτι επίσης θεμε­λιακό: τις δια­φο­ρε­τι­κές προ­σεγ­γί­σεις εν σχέσει με την τελο­λο­γία της κοινής ενο­ποι­η­τι­κής πορείας και τους ρυθμούς και ιεραρ­χή­σεις της πολι­τι­κής ενο­ποί­η­σης.

Το φαι­νό­μενο του ευρω­σκε­πτι­κι­σμού τα τελευ­ταία χρόνια έχει αυξηθεί. Γιατί πολλοί Ευρω­παίοι πολίτες τείνουν να αμφι­σβη­τούν την αξία της Ευρω­παϊ­κής Ένωσης;

Αν θα έπρεπε να κάνω μια νοητική αφαί­ρεση, θα επι­κε­ντρω­νό­μουν σε δύο κυρίως παρά­γο­ντες. Ο ένας ανά­γε­ται σε όντως υφι­στά­με­νες δομικές παθο­γέ­νειες του ενω­σια­κού εγχει­ρή­μα­τος, ο δεύ­τε­ρος όμως, ας μου επι­τρα­πεί να πω, εξίσου σημα­ντι­κός με τον πρώτο, είναι ένας αδό­κι­μος νοη­τι­κός παραλ­λη­λι­σμός που γίνεται μεταξύ του εθνικού και του ενω­σια­κού πεδίου, στο πλαίσιο του οποίου διε­νερ­γεί­ται μία εξι­δα­νι­κευ­τική σύγκριση και παρου­σί­αση του εθνικού επι­πέ­δου σε σχέση με το ενω­σιακό. Στο ενω­σιακό επίπεδο γίνο­νται προ­βο­λές παθο­γε­νειών σε σχέση με πράγ­ματι κομ­βι­κό­τατα προ­βλή­ματα, τα οποία ωστόσο ουδόλως έχουν επι­λυ­θεί και στο εθνικό επίπεδο. Απο­τυ­πώ­νε­ται έτσι μία ευρύ­τατη δυσθυ­μία, υπό τη μορφή ενός προ­ϊ­ό­ντος ευρω­σκε­πτι­κι­σμού, σε σχέση με ζητή­ματα, που θαρρεί κανείς, έχουμε την απαί­τηση να έχουν επι­λυ­θεί σε ενω­σιακό επίπεδο, ενώ είναι σαφές και πρόδηλο ότι πόρρω απέχουν από το να έχουν επι­λυ­θεί σε εθνικό επίπεδο. Έχουν άραγε επι­λυ­θεί στο εθνικό επίπεδο πλείονα προ­βλή­ματα απτό­μενα της εύρυθ­μης λει­τουρ­γίας του πολι­τι­κού συστή­μα­τος; Της δημο­κρα­τίας; Της ουσια­στι­κής ποιο­τι­κής λει­τουρ­γίας του Κοι­νο­βου­λίου; Όπως προ­α­νέ­φερα, οι αδό­κι­μες, ενίοτε άρρητες, συγκρί­σεις που γίνο­νται δημιουρ­γούν την εντύ­πωση ότι είμαστε πάρα πολύ αυστη­ροί στην κριτική μας προς την Ευρω­παϊκή Ένωση, επειδή είμαστε τάχα πολύ ευτυ­χείς με τα όσα συμ­βαί­νουν σε εθνικό επίπεδο, συνεπώς και η σύγκριση απο­δει­κνύ­ε­ται χαώδης. Προ­σω­πικά, διαφωνώ με αυτή την προ­σέγ­γιση.

Η ενερ­γειακή κρίση που διανύει ο πλα­νή­της απο­τε­λεί ένα πει­στή­ριο, το οποίο κατα­δει­κνύει την ανάγκη για μία πράσινη μετά­βαση. Ποιος θα είναι ο ρόλος της πολι­τι­κής σε αυτή τη μετά­βαση;

Θα έλεγα ότι η πολι­τική δεν είχε συνο­μι­λή­σει επί πολλά συναπτά έτη με την κοι­νω­νία με ειλι­κρί­νεια και καθα­ρό­τητα για το όντως ζωτικό δια­κύ­βευμα της πρά­σι­νης μετά­βα­σης. Δεν έχει δηλαδή προβεί στην πλήρη και ανα­λυ­τική κατα­γραφή των δεδο­μέ­νων και της ανα­γκαιό­τη­τας της ενερ­γεια­κής μετά­βα­σης ούτε όμως και στην επε­ξή­γηση των δυσχε­ρειών, αλλά και του μεσο­πρό­θε­σμου οικο­νο­μι­κού κόστους που αυτή ενδέ­χε­ται να έχει. Και πέραν του θέματος του οικο­νο­μι­κού κόστους, υφί­στα­ται και το ζήτημα των απα­ραί­τη­των μεταρ­ρυθ­μί­σεων που πρέπει να γίνουν ούτως ώστε συνο­λικά η οικο­νο­μία και η κοι­νω­νία να ανα­διαρ­θρω­θεί κατά έναν τρόπο ο οποίος μπορεί να είναι συμ­βα­τός με τη λογική της ενερ­γεια­κής μετά­βα­σης.

Ας πάρουμε ένα ενδει­κτικό παρά­δειγμα από την χώρα μας. Η Ελλάδα έχει περιο­χές οι οποίες υπήρξαν για δεκα­ε­τίες μονο­σή­μα­ντα προ­σα­να­το­λι­σμέ­νες στο παρα­γω­γικό μοντέλο της αξιο­ποί­η­σης του λιγνίτη. Συνιστά μείζον εθνικό (όχι απλώς τοπικό) δια­κύ­βευμα το πώς θα υπάρξει μία ανα­πτυ­ξιακή ανα­διά­ταξη των συγκε­κρι­μέ­νων περιο­χών ούτως ώστε αυτές να μην ερη­μώ­σουν, αλλά αντί­θετα να εντα­χθούν σε μία δια­δι­κα­σία δημιουρ­γι­κής αξιο­ποί­η­σης της ενερ­γεια­κής μετά­βα­σης. Η στήριξη των τοπικών κοι­νω­νιών απαιτεί συγκε­κρι­μένη στρα­τη­γική αλλά και την επε­ξή­γηση ότι στο πλαίσιο της ενερ­γεια­κής μετά­βα­σης θα υπάρ­ξουν μεσο­πρό­θε­σμα στιγμές και συγκυ­ρίες οι οποίες δεν θα είναι πάντοτε ρόδινες. Λείπει συνεπώς η πλήρης και δια­φα­νής παρου­σί­αση των λόγων που επι­βάλ­λουν αυτή την κρίσιμη αλλαγή ενερ­γεια­κού παρα­δείγ­μα­τος, αλλά και των δυσχε­ρειών της δια­δι­κα­σίας

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.