ΕΙΔΗΣΕΙΣ

Η τέλεια καταιγίδα στην αγορά ενέργειας

news room 11 λεπτά ανάγνωση
Καλώδια ΔΕΗ

Με τέλεια καται­γίδα μοιάζει το τοπίο που δια­μορ­φώ­νε­ται πανευ­ρω­παϊκά στον κλάδο της ενέρ­γειας, με τις υψηλές τιμές φυσικού αερίου και ηλε­κτρι­σμού να πιέζουν ασφυ­κτικά εται­ρείες, νοι­κο­κυ­ριά και κυβερ­νή­σεις που καλού­νται να δια­χει­ρι­στούν ένα γενι­κό­τερο κύμα ανα­τι­μή­σεων και πλη­θω­ρι­στι­κών πιέσεων που απειλεί την αντα­γω­νι­στι­κό­τητα της ευρω­παϊ­κής οικο­νο­μίας και την κοι­νω­νική συνοχή σε όλες τις χώρες της Ευρώπης.

Σοκ σε νοι­κο­κυ­ριά

Το διπλό ράλι των τιμών φυσικού αερίου και ρύπων (CO2) που ξεκί­νησε από τον Ιούνιο, και συνε­χί­ζε­ται χωρίς σημάδια απο­κλι­μά­κω­σης, έχει εξω­θή­σει τις χον­δρε­μπο­ρι­κές τιμές ρεύ­μα­τος σε υψηλά ιστο­ρικά επίπεδα και η πίεση πλέον μετα­φέ­ρε­ται από τους ηλε­κτρο­πα­ρα­γω­γούς και τους προ­μη­θευ­τές στην κατα­νά­λωση προ­κα­λώ­ντας «σοκ» σε νοι­κο­κυ­ριά και επι­χει­ρή­σεις που καλού­νται να πλη­ρώ­σουν επώ­δυ­νες αυξή­σεις σε μια συγκυ­ρία που προ­σπα­θούν να ορθο­πο­δή­σουν από τις επι­πτώ­σεις της παν­δη­μίας.

Οι τιμές ρεύ­μα­τος στο Χρη­μα­τι­στή­ριο Ενέρ­γειας της Γερ­μα­νίας δια­πραγ­μα­τεύ­ο­νται στα 120 ευρώ η μεγα­βα­τώρα και έχουν ωθήσει τον πλη­θω­ρι­σμό τον Αύγου­στο κατά 3,4% σε σύγκριση με την αντί­στοιχη περίοδο πέρυσι και κατά 0,1% σε σύγκριση με τον Ιούλιο φέτος, το υψη­λό­τερο επίπεδο από τον Ιούλιο του 2008. Ανάλογη εικόνα παρα­τη­ρεί­ται και στην Ισπανία, όπου ο πλη­θω­ρι­σμός σκαρ­φά­λωσε σε νέα υψηλά των τελευ­ταίων ετών, λόγω της αύξησης των τιμών του ηλε­κτρι­κού ρεύ­μα­τος. Η ισπα­νική κυβέρ­νηση προ­χώ­ρησε ήδη σε προ­σω­ρινή μείωση του ΦΠΑ στην ενέρ­γεια προ­κει­μέ­νου να αντι­με­τω­πί­σει τις αυξή­σεις για τους κατα­να­λω­τές, ενώ προ­ώ­θησε και νομο­θε­σία για τα υπερ­κέρδη των παρα­γω­γών. Μόλις πρό­σφατα εξάλλου η αρμόδια υπουρ­γός της Ισπα­νίας, Τερέζα Ριμπέρα, ζήτησε από την Ε.Ε. να ειση­γη­θεί μέτρα για τον περιο­ρι­σμό των αυξή­σεων στις τιμές ρεύ­μα­τος αλλά και των τιμών ρύπων. Η Ελλάδα, λόγω και της υψηλής ζήτησης που προ­κά­λεσε ο παρα­τε­τα­μέ­νος καύ­σω­νας σε συν­δυα­σμό και με τη χαμηλή παρα­γωγή ΑΠΕ λόγω άπνοιας, ανα­δεί­χθηκε «πρω­τα­θλή­τρια» Ευρώπης τον Αύγου­στο, κατα­γρά­φο­ντας στη χον­δρική αγορά την υψη­λό­τερη μέση τιμή στα 121,72 ευρώ η μεγα­βα­τώρα.

Η κρίσιμη απόφαση

Τα αίτια αυτής της οδυ­νη­ρής για την Ευρώπη εξέ­λι­ξης είναι απο­τέ­λε­σμα ενός συν­δυα­σμού γεω­πο­λι­τι­κών παρα­γό­ντων. Η Ευρώπη πήρε την απόφαση για μηδε­νι­κούς ρύπους το 2050 και αυτό προ­κά­λεσε το ράλι της τιμής των CO2, κάτι που ήταν ανα­με­νό­μενο. Συνέ­πεσε όμως με την έξοδο από την παν­δη­μία και την αύξηση της ζήτησης σε LNG από τις αγορές της Ασίας και της Κίνας που φεύγουν από το κάρ­βουνο, και επίσης την γεω­πο­λι­τι­κής μορφής κρίση του φυσικού αερίου, με τη Ρωσία να μην παρα­δί­δει στην Ευρώπη τις ποσό­τη­τες αερίου που έχει ανάγκη η αγορά πιέ­ζο­ντας για τον αγωγό Nord Stream 2. Οι παρά­γο­ντες αυτοί οδή­γη­σαν τις τιμές των CO2 από τα χαμηλά των 25 ευρώ ο τόνος το 2019 και τα πολύ χαμηλά των 15 ευρώ, λόγω COVID, το 2020, σε πάνω από 61 ευρώ ο τόνος μέσα στην εβδο­μάδα που πέρασε, με τις προ­βλέ­ψεις για τους επό­με­νες μήνες να τις τοπο­θε­τούν στα 65 ευρώ η μεγα­βα­τώρα. Κάθε ένα ευρώ αύξησης στον τόνο CO2 επι­βα­ρύ­νει την τιμή της παρα­γό­με­νης μεγα­βα­τώ­ρας από φυσικό αέριο κατά 0,37 ευρώ και του άνθρακα πάνω από ένα ευρώ. Η αγορά είχε προ­ε­ξο­φλή­σει μια αύξηση του κόστους των CO2 λόγω των πολι­τι­κών της Ε.Ε. για την κλι­μα­τική αλλαγή, όχι όμως αυτής της κλί­μα­κας, και κυρίως δεν είχε προ­βλέ­ψει το παράλ­ληλο ράλι της τιμής του φυσικού αερίου, η οποία εκτι­νά­χθηκε τις τελευ­ταίες ημέρες στα 48 ευρώ η μεγα­βα­τώρα από 25 ευρώ τον Μάιο. Για «πρω­το­φανή κατά­σταση στην παγκό­σμια αγορά ενέρ­γειας» κάνουν λόγο στην «Κ» παρά­γο­ντες της αγοράς. Το συνο­λικό κόστος παρα­γω­γής μιας μονάδα φυσικού αερίου από 50 ευρώ η μεγα­βα­τώρα σε κανο­νι­κές περιό­δους, όπως εξηγούν, έφτασε τα 130 ευρώ. «Δεν υπάρχει καμία εται­ρεία παρα­γω­γής που δεν θα φρο­ντί­σει να εισπρά­ξει του­λά­χι­στον το κόστος του φυσικού αερίου και του CO2 από τη χον­δρική και προ­φα­νώς κανένας προ­μη­θευ­τής που να που­λή­σει χαμη­λό­τερα από την τιμή που αγόρασε. Δυστυ­χώς δεν υπάρχει άλλη επιλογή από το να μετα­φερ­θούν τα αυξη­μένα κόστη, κάποια στιγμή, στον τελικό κατα­να­λωτή, με ό,τι δυσά­ρε­στες συνέ­πειες έχει αυτό, για όλους μας», τονί­ζουν χαρα­κτη­ρι­στικά, σχο­λιά­ζο­ντας την εξέλιξη των τιμών στην εγχώρια λιανική αγορά. Οι κατα­να­λω­τές έχουν ήδη αρχίσει να βλέπουν αυξή­σεις της τάξης του 30% έως και 50% στο αντα­γω­νι­στικό σκέλος του λογα­ρια­σμού και 15%-20% στο σύνολο, καθώς οι υψηλές τιμές της χον­δρι­κής, που κινού­νται σταθερά πλέον πάνω από 100 ευρώ η μεγα­βα­τώρα, ενερ­γο­ποιούν αυτό­ματα της Ρήτρες Ανα­προ­σαρ­μο­γής μετα­κυ­λί­ο­ντας τα αυξη­μένα κόστη.

«Δυσκο­λεύ­ο­μαι να κάνω εκτί­μηση. Εχει δια­μορ­φω­θεί μια κατά­σταση που δεν την ανα­μέ­ναμε και η οποία είναι δυνα­μική. Ενα φαι­νό­μενο που ξεκί­νησε από τον Ιούνιο και δεν λέει να στα­μα­τή­σει. Εικάζω όμως ότι θα αρχίσει να απο­κλι­μα­κώ­νε­ται τους επό­με­νους μήνες και αυτό σημαί­νει ότι θα έχουμε μια μέση τιμή έτους κοντά στα 100 ευρώ η μεγα­βα­τώρα», τονίζει στην «Κ» ο επι­κε­φα­λής της ΔΕΗ κ. Γιώργος Στάσσης. Ο ίδιος σημειώ­νει ότι η ΔΕΗ, ακριβώς επειδή εκτιμά ότι το μεγα­λύ­τερο μέρος των αυξή­σεων στη χον­δρε­μπο­ρική αγορά είναι συγκυ­ριακό, θα προ­σπα­θή­σει να συγκρα­τή­σει την αύξηση στα επίπεδα της αύξησης του CO2, ενώ υπεν­θυ­μί­ζει και τη μείωση κατά 30% στο σταθερό μέρος του κόστους ρεύ­μα­τος που έχει περάσει στα τιμο­λό­γιά της, προ­κει­μέ­νου να περιο­ρί­σει την επι­βά­ρυνση στους πελάτες της.

«Πρό­κει­ται για μια δυσά­ρε­στη κατά­σταση για τις εται­ρείες προ­μή­θειας, τους ιδιώτες παρα­γω­γούς, τη ΔΕΗ, τους κατα­να­λω­τές, την κυβέρ­νηση, η οποία κατά­σταση οφεί­λε­ται σε μια σύνθεση γεω­πο­λι­τι­κών παρα­γό­ντων, ένας από τους οποίους, και ανα­φέ­ρο­μαι στο Fit for 55 και στις υψηλές τιμές των CO2, δεν πρό­κει­ται να φύγει, μέχρι να υπάρξει συν­δυα­σμός ΑΠΕ και πολύ­ω­ρης απο­θή­κευ­σης, που δεν προ­βλέπω να συμβεί πριν από το τέλος της δεκα­ε­τίας. Από τη στιγμή που η υφήλιος, και η Ευρώπη κυρίως, πήρε την απόφαση για μηδε­νι­κές εκπο­μπές άνθρακα το 2050, ο δρόμος θα είναι δύσκο­λος και δαπα­νη­ρός για μεγάλο διά­στημα, αλλά όπως μας βεβαιώ­νουν οι ειδικοί επι­στή­μο­νες το doing nothing θα ήταν πολύ πιο δαπα­νηρό και οδυνηρό», δηλώνει στην «Κ» ο γενικός διευ­θυ­ντής του Τομέα Ηλε­κτρι­κής Ενέρ­γειας και Φυσικού Αερίου της Mytilineos κ. Ντίνος Μπεν­ρου­μπή.

Για «μια νέα πραγ­μα­τι­κό­τητα που η αγορά δεν την είχε φαντα­στεί» μιλάει και ο διευ­θυ­ντής Στρα­τη­γι­κής Ανά­πτυ­ξης της Watt + Volt κ. Δ. Αμορ­για­νιώ­της, ο οποίος δεν δια­βλέ­πει γρήγορη απο­κλι­μά­κωση των τιμών. «Οι υψηλές τιμές θα παρα­μεί­νουν και του­λά­χι­στον μέχρι και την άνοιξη του 2022, που θα εκκα­θα­ρί­ζο­νται οι χει­με­ρι­νές κατα­να­λώ­σεις, θα βλέ­πουμε πάρα πολύ υψηλούς λογα­ρια­σμούς ρεύ­μα­τος», τονίζει, σημειώ­νο­ντας ότι έχουν αυξηθεί το τελευ­ταίο δίμηνο τα παρά­πονα των κατα­να­λω­τών και θα εντα­θούν τον Οκτώ­βριο που ανα­μέ­νο­νται ακόμη υψη­λό­τε­ροι λογα­ρια­σμοί. Ο ίδιος εκτιμά ότι οι αυξή­σεις στο αντα­γω­νι­στικό σκέλος του λογα­ρια­σμού θα φτάσουν το 50% και εκφρά­ζει την ανη­συ­χία της αγοράς για ένα νέο κύμα ανε­ξό­φλη­των οφειλών, καθώς οι κατα­να­λω­τές θα δυσκο­λεύ­ο­νται να αντε­πε­ξέλ­θουν οικο­νο­μικά. Είναι, τέλος, κοινή η εκτί­μηση της ΔΕΗ και των ιδιω­τι­κών εται­ρειών παρα­γω­γής και προ­μή­θειας ότι η Ευρώπη δεν πρέπει να αλλάξει τη στρα­τη­γική της για την κλι­μα­τική αλλαγή, αλλά ότι θα πρέπει οπωσ­δή­ποτε να ανοίξει, και μάλιστα άμεσα, τη συζή­τηση για «το ποιος θα πλη­ρώ­σει τον λογα­ρια­σμό της πρά­σι­νης μετά­βα­σης».

 

Οι αιτίες που προ­κά­λε­σαν το ράλι των τιμών στο ρεύμα

Το «ποιος θα πλη­ρώ­σει το κόστος της ενερ­γεια­κής μετά­βα­σης», από την αρχική του πρόωρη δια­τύ­πωση εν είδει ερω­τή­μα­τος, επα­νέρ­χε­ται πιε­στικά πλέον ως μείζον οικο­νο­μικό και πολι­τι­κο­κοι­νω­νικό ζήτημα, καθώς ο «λογα­ρια­σμός» άρχισε να κατα­φθά­νει στους κατα­να­λω­τές της Ευρώπης, σε μια συγκυ­ρία που οι τιμές του φυσικού αερίου ξεκί­νη­σαν το δικό τους ράλι. Ακόμη και στο καλό –για πολλούς ανα­με­νό­μενο– σενάριο απο­κλι­μά­κω­σης της «τεχνη­τής» αύξησης των τιμών φυσικού αερίου, που συνε­χί­ζει να πυρο­δο­τεί το μπρα ντε φερ μεταξύ Γερ­μα­νίας και Ρωσίας για τον αγωγό Nord Stream2, οι τιμές ρεύ­μα­τος θα παρα­μεί­νουν στα υψηλά επίπεδα των 100 ευρώ η μεγα­βα­τώρα για αρκετά χρόνια, μέχρι να υπάρξει δυνα­τό­τητα πολύ­ω­ρης απο­θή­κευ­σης που θα μπορεί να εξι­σορ­ρο­πή­σει την ευμε­τά­βλητη φθηνή παρα­γωγή των ΑΠΕ. Οι υψηλές τιμές των CO2 δεν πρό­κει­ται να υπο­χω­ρή­σουν κάτω από τα 50-55 ευρώ ο τόνος, σύμφωνα με τις εκτι­μή­σεις διεθνών ανα­λυ­τών, παρά­γο­ντας που θα συνε­χί­σει να ωθεί σε υψηλά επίπεδα τις τιμές ρεύ­μα­τος, επι­βα­ρύ­νο­ντας νοι­κο­κυ­ριά και επι­χει­ρή­σεις. Οι πιέσεις σε όλη την Ευρώπη για χαλά­ρωση των ρυθμών μετά­βα­σης σε μια οικο­νο­μία μηδε­νι­κών ρύπων ανα­μέ­νε­ται να αυξη­θούν το επόμενο διά­στημα, καθώς οι οικο­νο­μίες των κρατών – μελών δεν μπορούν να αντέ­ξουν το υψηλό ενερ­γειακό κόστος. «Αν οι τιμές παρα­μεί­νουν σε αυτά τα επίπεδα πέραν του Δεκεμ­βρίου, τότε θα μιλάμε για μια άλλη κατά­σταση. Θα χρε­ο­κο­πή­σουν χώρες. Εκτιμώ ότι το φαι­νό­μενο θα εξο­μα­λυν­θεί, δεν μπορεί να γίνει δια­φο­ρε­τικά» τονίζει ο επι­κε­φα­λής της ΔΕΗ Γιώργος Στάσσης. «Η ενερ­γειακή μετά­βαση είναι μια ακριβή υπόθεση και πρέπει η Ευρώπη και οι ηγέτες της να βρουν τρόπο πώς θα πλη­ρώ­σουν το κόστος αυτής της μετά­βα­σης γιατί είναι ανα­γκαία και δεν πρέπει να απο­γοη­τεύ­σουμε τον κόσμο. Αρα, η μεγάλη κου­βέ­ντα που πρέπει να γίνει είναι να βρεθεί ο βέλ­τι­στος τρόπος και οπωσ­δή­ποτε αυτή η κου­βέ­ντα πρέπει να γίνει άμεσα», τονίζει ο ίδιος. Για κεντρική δια­χεί­ριση του θέματος της ενερ­γεια­κής μετά­βα­σης – ενερ­γεια­κού κόστους σε ευρω­παϊκό επίπεδο μιλάει και ο διευ­θυ­ντής Στρα­τη­γι­κής Ανά­πτυ­ξης της Watt + Volt, Δ. Αμορ­για­νιώ­της, άποψη που συμ­με­ρί­ζε­ται και ο υπουρ­γός Περι­βάλ­λο­ντος και Ενέρ­γειας Κώστας Σκρέκας. Οπως ο ίδιος δηλώνει στην «Κ», στο άτυπο συμ­βού­λιο υπουρ­γών Ενέρ­γειας στη Σλο­βε­νία θα ανα­δεί­ξει το ζήτημα του κόστους της ενερ­γεια­κής μετά­βα­σης για τους ευά­λω­τους κατα­να­λω­τές, την παρα­γω­γική βάση της χώρας και την αντα­γω­νι­στι­κό­τητα της Ευρώπης.

Πέρα όμως από το κόστος της ενερ­γεια­κής μετά­βα­σης, οι ευρω­παϊ­κές κυβερ­νή­σεις, όπως και η ελλη­νική, καλού­νται να δια­χει­ρι­στούν τις πρό­σθε­τες επι­βα­ρύν­σεις από τις τιμές του φυσικού αερίου. Δεδο­μέ­νου ότι η Gazprom δείχνει απο­φα­σι­σμένη να εξα­ντλή­σει τα περι­θώ­ρια πίεσης, περιο­ρί­ζο­ντας τις ποσό­τη­τες αερίου που παρα­δί­δει στην Ευρώπη για να την υπο­χρε­ώ­σει να απο­δε­χθεί τη λει­τουρ­γία του αγωγού Nord Stream2 με τους δικούς της όρους, κατά παρά­βαση δηλαδή του τρίτου ενερ­γεια­κού ευρω­παϊ­κού πακέτου που προ­βλέ­πει υπο­χρε­ω­τικά την πρό­σβαση τρίτων στο 50% της δυνα­μι­κό­τη­τάς του, η εξο­μά­λυνση των τιμών δεν δια­φαί­νε­ται άμεσα. Η έλευση του χειμώνα ανα­μέ­νε­ται να πιέσει ακόμη περισ­σό­τερο τις τιμές, καθώς η ζήτηση φυσικού αερίου θα αυξηθεί, ενώ ήδη λόγω υψηλών τιμών και της στάσης της Gazprom η Ευρώπη εισέρ­χε­ται στη χει­με­ρινή περίοδο με χαμηλά απο­θέ­ματα αερίου. Η Ε.Ε. έχει τη δυνα­τό­τητα να απο­θη­κεύ­σει πάνω από 117 δισ. κ.μ. αερίου, περίπου το ένα πέμπτο της ετήσιας κατα­νά­λω­σής της, όμως οι εγκα­τα­στά­σεις της έχουν γεμίσει κατά 60%, μέγεθος που πρέπει να φτάσει του­λά­χι­στον τα 80 δισ. κ.μ. αερίου έως την 1η Οκτω­βρίου για να εξα­σφα­λι­στεί ένα απο­θε­μα­τικό για να εξι­σορ­ρο­πή­σει τις δια­κυ­μάν­σεις της αγοράς τον χειμώνα. Αυτό πρα­κτικά σημαί­νει ότι ανε­ξάρ­τητα από το κατά πόσο θα έχουμε έναν ήπιο ή όχι χειμώνα, οι τιμές του φυσικού αερίου και άρα του ηλε­κτρι­σμού θα παρα­μεί­νουν υψηλά για κάποιους μήνες ακόμη –και αν τα βρουν Γερ­μα­νία και Ρωσία– και γι’ αυτό η ελλη­νική κυβέρ­νηση ανα­ζη­τάει μέτρα προ­σω­ρι­νής ανα­κού­φι­σης νοι­κο­κυ­ριών και επι­χει­ρή­σεων. Το ζήτημα απα­σχό­λησε το υπουρ­γικό συμ­βού­λιο την περα­σμένη Πέμπτη. Ο πρω­θυ­πουρ­γός ζήτησε από τους συναρ­μό­διους υπουρ­γούς να προ­τεί­νουν μέτρα προ­σω­ρι­νού χαρα­κτήρα για την ελά­φρυνση πρω­τί­στως των ευά­λω­των κατα­να­λω­τών. Ο υπουρ­γός Περι­βάλ­λο­ντος και Ενέρ­γειας Κώστας Σκρέκας είχε αμέσως μετά επαφές σε θεσμικό επίπεδο με τους φορείς παρα­γω­γών και προ­μη­θευ­τών ενέρ­γειας από τους οποίους ζήτησε «να βάλουν πλάτη» για τη συγκρά­τηση των τιμών. Παράλ­ληλα ζήτησε από τη ΡΑΕ να καλέσει σε συνά­ντηση τις εται­ρείες του κλάδου αμέσως μετά τη ΔΕΘ για να προ­χω­ρή­σουν ρυθ­μι­στικά μέτρα προ­στα­σίας των κατα­να­λω­τών από αθέ­μι­τες πρα­κτι­κές.

Η πλευρά της αγοράς συμ­με­ρί­ζε­ται τις πιέσεις που ασκού­νται σε νοι­κο­κυ­ριά και επι­χει­ρή­σεις από τις πολύ υψηλές τιμές ρεύ­μα­τος, στο σύνολό της ωστόσο εκτιμά ότι δεν υπάρχει κανένα περι­θώ­ριο απορ­ρό­φη­σης του υπέ­ρο­γκου κόστους της χον­δρε­μπο­ρι­κής αγοράς που δια­μορ­φώ­νουν τους τελευ­ταί­ους μήνες το παράλ­ληλο ράλι των τιμών των CO2 και του φυσικού αερίου. Αυτό που θα πρέπει να γίνει, όπως τονί­ζουν στελέχη των ιδιω­τι­κών εται­ρειών αλλά και της ΔΕΗ στην «Κ», είναι η κυβέρ­νηση να ανα­ζη­τή­σει τρόπους ελά­φρυν­σης του λογα­ρια­σμού ρεύ­μα­τος παρεμ­βαί­νο­ντας στο μη αντα­γω­νι­στικό σκέλος (ρυθ­μι­ζό­με­νες χρε­ώ­σεις κ.λπ.), το οποίο αντι­προ­σω­πεύει τα δύο τρίτα του συνόλου. Δεί­χνουν συγκε­κρι­μένα τη φορο­λο­γία, παρα­πέ­μπο­ντας και στο παρά­δειγμα της Ισπα­νίας, η οποία προ­κει­μέ­νου να μετριά­σει τις επι­βα­ρύν­σεις για τους κατα­να­λω­τές προ­χώ­ρησε σε προ­σω­ρινή μείωση του ΦΠΑ στην ενέρ­γεια αλλά και το ΕΤΜΕΑΡ, παρα­πέ­μπο­ντας στην απόφαση Χατζη­δάκη το φθι­νό­πωρο του 2019 να συν­δυά­σει την αύξηση των τιμο­λο­γίων της ΔΕΗ με τη μείωση της σχε­τι­κής χρέωσης για νοι­κο­κυ­ριά και μικρές επι­χει­ρή­σεις εξου­δε­τε­ρώ­νο­ντας με τον τρόπο αυτό την όποια επι­βά­ρυνση θα προ­έ­κυ­πτε. Οπως υπο­στη­ρί­ζουν, η άνοδος της χον­δρε­μπο­ρι­κής τιμής ρεύ­μα­τος δημιουρ­γεί πλε­ο­νά­σματα στον λογα­ρια­σμό ΕΛΑΠΕ που θα μπο­ρού­σαν να χρη­σι­μο­ποι­η­θούν για κάποιους μήνες για την επι­δό­τηση των κατα­να­λω­τών. Μάλιστα σχετική πρόταση έχει υπο­βλη­θεί από κάποιες εται­ρείες προ­μή­θειας στο υπουρ­γείο Ενέρ­γειας και τη ΡΑΕ. Μια άλλη πηγή επι­δό­τη­σης των λογα­ρια­σμών ρεύ­μα­τος για οικια­κούς κατα­να­λω­τές που βλέπει η πλευρά της αγοράς είναι τα έσοδα από τις δημο­πρα­σίες ρύπων που προ­ο­ρί­ζο­νται επίσης για τον ΕΛΑΠΕ, τα οποία βαίνουν αυξα­νό­μενα λόγω του υψηλού κόστους του διο­ξει­δίου του άνθρακα. Οι κατα­να­λω­τές επί του παρό­ντος προ­σπα­θούν να συνέλ­θουν από το σοκ των φου­σκω­μέ­νων λογα­ρια­σμών. Η αλλαγή παρόχου δεν είναι εύκολη υπόθεση, καθώς εκτός των εν γένει υψηλών τιμών, οι δυσα­νά­γνω­στες ρήτρες και τα ψιλά γράμ­ματα των συμ­βο­λαίων είναι δύσκολο να απο­κρυ­πτο­γρα­φη­θούν. Ετσι, όπως φάνηκε από τα μερίδια των παρόχων τον Ιούλιο, δεν είναι λίγοι αυτοί που επι­στρέ­φουν στη ΔΕΗ. Το μερίδιο της ΔΕΗ δια­μορ­φώ­θηκε τον Ιούλιο στο 65,2% από 63,9% τον Ιούνιο. Από τις 5 Αυγού­στου όμως ενερ­γο­ποί­ησε και η ΔΕΗ τη ρήτρα ανα­προ­σαρ­μο­γής, την επι­βά­ρυνση της οποίας, αν και μικρό­τερη λόγω της μείωσης του 30% στο σταθερό κόστος, θα αρχί­σουν να βλέπουν οι πελάτες της από τον Σεπτέμ­βριο και μετά.

Πηγή kathimerini.gr

Χρύσα Λιάγγου

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.