ΤΟΠΙΚΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ

Προκόπης Παυλόπουλος: Η αμυντική θωράκιση των ελληνικών νησιών του Αιγαίου κατά το Διεθνές και το Ευρωπαϊκό Δίκαιο

news room 22 λεπτά ανάγνωση
ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ

Απο την εκδή­λωση της Ολο­μέ­λειας Προ­έ­δρων των Δικη­γο­ρι­κών Συλ­λό­γων στο Καστε­λό­ριζο

Σε μια από τις πιο πρό­σφα­τες προ­κλή­σεις της η Τουρκία άρχισε, πάντα

στο πλαίσιο της πάγιας τακτι­κής της να προ­σθέ­τει ανύ­παρ­κτα ζητή­ματα

προς δια­πραγ­μά­τευση με την Ελλάδα -και, συνα­κό­λουθα, ν’ αμφι­σβη­τεί

την αδια­πραγ­μά­τευτη Εθνική μας Θέση, ότι μεταξύ μας υφί­στα­ται μια,

και μόνη, διαφορά, εκείνη της οριο­θέ­τη­σης της νησιω­τι­κής

υφα­λο­κρη­πί­δας και των αντί­στοι­χων θαλάσ­σιων ζωνών- να εγείρει εκ νέου

και ζήτημα ως προς το αν η Ελλάδα έχει δικαί­ωμα να θωρα­κί­ζει αμυ­ντι­κώς

όλα, ανε­ξαι­ρέ­τως, τα Νησιά της στο Αιγαίο, και μάλιστα ανε­ξαρ­τή­τως του

ποια είναι η έκτασή τους και αν κατοι­κού­νται ή όχι.

Α. Είναι δε άκρως χαρα­κτη­ρι­στικό της προ­κλη­τι­κό­τη­τάς της, το ότι η

Τουρκία εγείρει το ζήτημα αυτό είτε δια­στρε­βλώ­νο­ντας πλήρως το νόημα

συγκε­κρι­μέ­νων δια­τά­ξεων της Συν­θή­κης της Λωζάνης. Είτε -ακόμη

χειρότερα- επι­κα­λού­μενη Διε­θνείς Συμ­βά­σεις, στις οποίες δεν είναι

συμ­βαλ­λό­μενο μέρος, όπως π.χ. την Σύμβαση των Παρι­σίων του 1947

για τα Δωδε­κά­νησα, που απο­τε­λεί για την Τουρκία «res inter alios acta».

Στις αδια­νό­η­τες, θεσμι­κώς και πολι­τι­κώς, αυτές προ­κλή­σεις της

Τουρ­κίας η Ελλάδα παγίως απαντά, πάντα με βάση το Διεθνές Δίκαιο –

και ενερ­γώ­ντας επι­πλέον και για λογα­ρια­σμό της Ευρω­παϊ­κής Ένωσης,

αφού το έδαφος και τα σύνορα της Ελλάδας είναι έδαφος και σύνορα

και της Ευρω­παϊ­κής Ένωσης- ότι έχει όχι μόνο θεμε­λιω­μένο δικαί­ωμα

2

αλλά και εξίσου θεμε­λιω­μένη υπο­χρέ­ωση αμυ­ντι­κής θωρά­κι­σης όλων,

ανε­ξαι­ρέ­τως και δίχως οια­δή­ποτε διά­κριση, των Νησιών της στο Αιγαίο.

Β. Επι­πλέον, το δικαί­ωμα αυτό της Ελλάδας βρίσκει σταθερό έρεισμα και

στις δια­τά­ξεις του πρω­το­γε­νούς Ευρω­παϊ­κού Δικαίου, δοθέ­ντος ότι

συγκε­κρι­μέ­νοι κανόνες της Συν­θή­κης της Ευρω­παϊ­κής Ένωσης (ΣΕΕ)

και της Συν­θή­κης Λει­τουρ­γίας της Ευρω­παϊ­κής Ένωσης (ΣΛΕΕ) το

εγγυώ­νται, ιδίως όταν εφαρ­μό­ζο­νται σε συν­δυα­σμό με αντί­στοι­χες

δια­τά­ξεις του Διε­θνούς Δικαίου -εν προ­κει­μένω του Κατα­στα­τι­κού Χάρτη

του ΟΗΕ- που ήδη απο­τε­λούν μέρος του Ευρω­παϊ­κού Κεκτη­μέ­νου.

Ι. Το νομικό καθε­στώς της Συν­θή­κης Ειρήνης των Παρι­σίων του

1947.

Προ­κα­ταρ­κτι­κώς διευ­κρι­νί­ζε­ται, ότι το καθε­στώς της τελικής

παρα­χώ­ρη­σης των Δωδε­κα­νή­σων στην Ελλάδα διέ­πε­ται από τις

δια­τά­ξεις της Συν­θή­κης Ειρήνης των Παρι­σίων (Απρί­λιος του 1947)

μεταξύ των Συμ­μά­χων, νικητών του Β΄ Παγκό­σμιου Πολέμου, και της

Ιταλίας. Ιδιαί­τερη σημασία, εντός αυτού του θεσμι­κού πλαι­σίου, έχουν

οι δια­τά­ξεις του άρθρου 14 της ως άνω Συν­θή­κης, σύμφωνα με τις

οποίες: «1. Η Ιταλία εκχωρεί εις την Ελλάδα εν πλήρει κυριαρ­χία τας

νήσους της Δωδε­κα­νή­σου τας κατω­τέρω απα­ριθ­μου­μέ­νας, ήτοι:

Αστυ­πά­λαιαν, Ρόδον, Χάλκην, Κάρ­πα­θον, Κάσον, Τήλον, Νίσυρον,

Κάλυ­μνον, Λέρον, Πάτμον, Λιψόν, Σύμην, Κω και Καστελ­λό­ρι­ζον ως και

τας παρα­κει­μέ­νας νησίδας. 2. Αι ανωτέρω νήσοι θα

απο­στρα­τιω­τι­κο­ποι­η­θώσι και θα παρα­μεί­νω­σιν απο­στρα­τιω­τι­κο­ποι­η­μέ­ναι». Από τις δια­τά­ξεις αυτές, ερμη­νευό­με­νες με βάση το

σύνολο του Διε­θνούς και του Ευρω­παϊ­κού Δικαίου -άρα και με βάση

τις γενικές αρχές που διέπουν την ερμη­νεία του Διε­θνούς και του

Ευρω­παϊ­κού Δικαίου- συνά­γο­νται και τ’ ακό­λουθα, ως προς το

σημε­ρινό καθε­στώς των Δωδε­κα­νή­σων.

Α. Οι δια­τά­ξεις του άρθρου 14 παρ. 1 της Συν­θή­κης Ειρήνης.

3

Η δια­τύ­πωση των δια­τά­ξεων της παρα­γρά­φου 1 του άρθρου 14 της

Συν­θή­κης Ειρήνης είναι τόσο σαφής, ώστε δεν αφήνει περι­θώ­ριο

αμφι­βο­λίας ως προς την ουσία και την έκταση της Κυριαρ­χίας της

Ελλάδας επί των Δωδε­κα­νή­σων. Ειδι­κό­τερα:

1. Η Κυριαρ­χία αυτή είναι «πλήρης», πράγμα το οποίο σημαί­νει ότι

ουδένα περιο­ρι­σμό επι­δέ­χε­ται κατά την άσκησή της. Το δε

περιε­χό­μενο της «πλήρους» Κυριαρ­χίας προσ­διο­ρί­ζε­ται, ως προς

τα Δωδε­κά­νησα, με βάση τους κανόνες του ισχύ­ο­ντος Ελλη­νι­κού

Συντάγ­μα­τος περί Κυριαρ­χίας, καθώς και με βάση τις περί

Κυριαρ­χίας των Κρατών-Μελών της Ευρω­παϊ­κής Ένωσης δια­τά­ξεις

ιδίως του άρθρου 4 παρ. 2 της ΣΕΕ. Οια­δή­ποτε, λοιπόν,

αμφι­σβή­τηση της ερμη­νείας των δια­τά­ξεων της παρα­γρά­φου 1 του

άρθρου 14 της Συν­θή­κης Ειρήνης συνιστά, αυτο­θρόως,

παρα­βί­αση του Διε­θνούς και του Ευρω­παϊ­κού Δικαίου.

2. Η Κυριαρ­χία της Ελλάδας, με την ως άνω έννοια, εκτεί­νε­ται όχι

μόνο σε όλα τα Νησιά που ανα­φέ­ρο­νται ρητώς στις δια­τά­ξεις της

παρα­γρά­φου 1 του άρθρου 14 της Συν­θή­κης Ειρήνης αλλά, κατά

την κατη­γο­ρη­μα­τική δια­τύ­πωση της κατά τ’ ανωτέρω παρα­γρά­φου,

και επί των «παρα­κει­μέ­νων νησίδων», στο σύνολό τους. Επειδή δε

οι δια­τά­ξεις αυτές ουδεμία διά­κριση κάνουν εν προ­κει­μένω, η

δια­τύ­πωσή τους κατα­λαμ­βά­νει τις κάθε είδους «παρα­κεί­με­νες

νησίδες», ανε­ξαρ­τή­τως μεγέ­θους τους ή άλλου χαρα­κτη­ρι­στι­κού

τους (π.χ. αν είναι κατοι­κη­μέ­νες ή μη). Υπό το πρίσμα δε αυτό

είναι προ­φα­νές πως και στην περιοχή των Δωδε­κα­νή­σων δεν είναι

νοητές, από πλευράς Διε­θνούς Δικαίου, «γκρίζες ζώνες», ανα­φο­ρικά

με την έκταση και το περιε­χό­μενο της Ελλη­νι­κής Κυριαρ­χίας στην

ως άνω περιοχή.

Β. Η εφαρ­μογή της αρχής του Διε­θνούς Δικαίου «res inter alios

acta».

Ως προς την απο­στρα­τιω­τι­κο­ποί­ηση των Δωδε­κα­νή­σων, την οποία

προ­έ­βλε­παν οι δια­τά­ξεις του άρθρου 14 παρ. 2 της Συν­θή­κης

4

Ειρήνης, με βάση τους κανόνες του Διε­θνούς Δικαίου ισχύουν τα

εξής:

1. Τα περί απο­στρα­τιω­τι­κο­ποί­η­σης των Δωδε­κα­νή­σων, κατά τις

δια­τά­ξεις του άρθρου 14 παρ. 2 της Συν­θή­κης Ειρήνης, πρέπει

να ερμη­νεύ­ο­νται και υπό το φως της εκ μέρους της Ελλάδας

άσκησης, έναντι της Τουρ­κίας, του δικαιώ­μα­τος «νόμιμης άμυνας»

Κράτους-Μέλους του ΟΗΕ, όπως ανα­λύ­ε­ται εκτε­νέ­στερα στην

συνέ­χεια.

2. Πέραν όμως της ως άνω επι­χει­ρη­μα­το­λο­γίας, η Τουρκία δεν έχει,

εν πάση περι­πτώ­σει, δικαί­ωμα να επι­κα­λεί­ται την Συνθήκη

Ειρήνης των Παρι­σίων του 1947. Και τούτο διότι:

α) Οι δια­τά­ξεις των άρθρων 34, 35 και 36 της Συν­θή­κης της

Βιέννης περί του Δικαίου των Διεθνών Συν­θη­κών (1969) ορίζουν,

μεταξύ άλλων, και ότι:

α1) Κάθε Συνθήκη ισχύει –επέ­κεινα δε δημιουρ­γεί δικαιώ­ματα

και υποχρεώσεις- μόνον μεταξύ των συμ­βαλ­λό­με­νων μερών.

Έναντι, λοιπόν, τρίτων κρατών η Συνθήκη συνιστά «res inter

alios acta».

α2) Εξ αυτού του λόγου, μια Συνθήκη ισχύει έναντι τρίτου

κράτους μόνον υπό την διπλή προ­ϋ­πό­θεση ότι από την μια

πλευρά αυτή είναι η πρόθεση των συμ­βαλ­λό­με­νων μερών.

Και, από την άλλη πλευρά, το τρίτο κράτος έχει απο­δε­χθεί

την υπο­χρέ­ωση ρητώς και εγγρά­φως.

α3) Κατά λογική νομική ακο­λου­θία, μια Συνθήκη δημιουρ­γεί

δικαί­ωμα για τρίτο κράτος μόνον υπό την, επίσης διπλή,

προ­ϋ­πό­θεση ότι από την μια πλευρά τα συμ­βαλ­λό­μενα μέρη

επι­διώ­κουν δια της Συν­θή­κης εκχώ­ρηση δικαιώ­μα­τος στο

τρίτο κράτος. Και, από την άλλη πλευρά, το τελευ­ταίο

συγκα­τα­τί­θε­ται προς τούτο, ρητώς και εγγρά­φως.

5

β) Η Τουρκία δεν είναι, υφ’ οιαν­δή­ποτε νομικώς παρα­δε­κτή

έννοια, συμ­βαλ­λό­μενο μέρος στην Συνθήκη Ειρήνης του 1947.

Άρα η Συνθήκη αυτή, ως προς την οποία η Τουρκία είναι τρίτο

κράτος, δεν δημιουρ­γεί δικαιώ­ματα ή υπο­χρε­ώ­σεις υπέρ η εις

βάρος της αντι­στοί­χως. Επι­πλέον:

β1) Ουδεμία διάταξη της Συν­θή­κης Ειρήνης -όπως άλλωστε

απο­δει­κνύει η έως τώρα εφαρ­μογή της- τεκ­μη­ριώ­νει, έστω και

καθ’ υπο­φο­ράν, ότι τα συμ­βαλ­λό­μενα μέρη επι­δί­ω­ξαν δι’

αυτής να εκχω­ρή­σουν οιο­δή­ποτε δικαί­ωμα στην Τουρκία,

πολλώ δε μάλλον δικαί­ωμα σχετικό με την

απο­στρα­τιω­τι­κο­ποί­ηση των Δωδε­κα­νή­σων. Πραγ­μα­τικά,

όπως ανεν­δοιά­στως προ­κύ­πτει από τις περι­στά­σεις, υπό τις

οποίες είχε συνα­φθεί η Συνθήκη Ειρήνης το 1947, η

απο­στρα­τιω­τι­κο­ποί­ηση των Δωδε­κα­νή­σων απο­φα­σί­σθηκε

ύστερα από πρόταση της τότε Σοβιε­τι­κής Ένωσης,

προ­κει­μέ­νου αυτή να δεχθεί την παρα­χώ­ρησή τους στην

Ελλάδα, λόγω των επι­φυ­λά­ξεων της σοβιε­τι­κής πλευράς

ανα­φο­ρικά με την χρη­σι­μο­ποί­ησή τους για στρα­τιω­τι­κούς

λόγους από Χώρα του δυτικού μπλοκ, όπως η Ελλάδα.

Ουδεμία, δηλαδή, σχέση είχε η πρό­βλεψη της

απο­στρα­τιω­τι­κο­ποί­η­σης των Δωδε­κα­νή­σων με την Τουρκία

και την ασφά­λειά της.

β2) Τ’ ανωτέρω ενι­σχύ­ο­νται και από το ότι ουδέ­ποτε ζητή­θηκε

συγκα­τά­θεση της Τουρ­κίας για εκχώ­ρηση τέτοιου

δικαιώ­μα­τος και ουδέ­ποτε, κατά συνέ­πεια, υπήρξε εκ μέρους

της τέτοια συγκα­τά­θεση. Την ακρί­βεια του επι­χει­ρή­μα­τος

τούτου τεκ­μη­ριώ­νει, και δη αμα­χή­τως, η ίδια η συμπε­ρι­φορά

της Τουρ­κίας. Πραγ­μα­τικά, π.χ. το 1975 η Τουρκία είχε

απευ­θυν­θεί –βλ. το τουρ­κικό Aide Memoire της 3ης Απρι­λίου

1975- στα συμ­βαλ­λό­μενα μέρη της Συν­θή­κης Ειρήνης

καταγ­γέλ­λο­ντας δήθεν παρα­βιά­σεις της, εκ μέρους της

Ελλάδας, στην ευρύ­τερη περιοχή των Δωδε­κα­νή­σων. Η

6

καταγ­γε­λία της αυτή κατέ­ληγε με το εξής: «Ενα­πό­κει­ται στις

κυβερ­νή­σεις των συμ­βαλ­λο­μέ­νων χωρών… να απαι­τή­σουν από

την Ελλη­νική Κυβέρ­νηση να συμ­μορ­φω­θεί στο πνεύμα και στο

γράμμα» της Συν­θή­κης Ειρήνης. Και μόνο από την

δια­τύ­πωση αυτή προ­κύ­πτει, κατα­φα­νώς, πως ούτε η ίδια η

Τουρκία ισχυ­ρί­σθηκε ότι αντλεί δικαί­ωμα προ­ερ­χό­μενο εκ

της Συν­θή­κης Ειρήνης, ως προς το καθε­στώς των

Δωδε­κα­νή­σων. Η δε «εκκω­φα­ντική» σιωπή των

συμ­βαλ­λό­με­νων μερών σε αυτή την «καταγ­γε­λία» της

Τουρ­κίας βεβαιώ­νει του λόγου το ασφαλές.

ΙΙ. Η έννοια της «νόμιμης άμυνας» έναντι «επι­κεί­με­νης απειλής»

και, a fortiori, «απειλής χρήσης βίας».

Πέραν των λοιπών νομικών θεμε­λίων, κατά τις ειδι­κό­τε­ρες δια­τά­ξεις του

Διε­θνούς Δικαίου, η Ελλάδα νομι­μο­ποιεί­ται να θωρα­κί­ζει αμυ­ντι­κώς και

τα Νησιά της στο Αιγαίο, ασκώ­ντας το σχετικό δικαί­ωμα που της

παρέ­χουν ειδικές δια­τά­ξεις του Κατα­στα­τι­κού Χάρτη του ΟΗΕ.

Α. Το νομικό θεμέλιο των δια­τά­ξεων του άρθρου 51 του

Κατα­στα­τι­κού Χάρτη του ΟΗΕ.

Πρό­κει­ται για δικαί­ωμα, το οποίο έχει γεν­νη­θεί υπέρ της Ελλάδας

προ πολλών δεκα­ε­τιών, δεδο­μέ­νης της δια­χρο­νι­κής τουρ­κι­κής

επι­θε­τι­κό­τη­τας και προ­κλη­τι­κό­τη­τας. Ιδίως όμως έχει θεμε­λιω­θεί, με

αμάχητα τεκ­μή­ρια, ύστερα από την τουρ­κική εισβολή και κατοχή

στην Κύπρο, το 1974, κατε­ξο­χήν δε μετά την «σύναψη», το 2019, του

λεγό­με­νου «τουρ­κο­λι­βυ­κού μνη­μο­νίου», μεταξύ της Τουρ­κίας και του

φερό­με­νου ως πρω­θυ­πουρ­γού της Λιβύης.

1. Και τούτο, διότι αυτή και μόνη η τουρ­κική εισβολή και κατοχή

στην Κύπρο -και για όσο χρονικό διά­στημα συνε­χί­ζε­ται -συνιστά,

οπωσ­δή­ποτε, απρο­κά­λυ­πτη «επι­κεί­μενη απειλή» κατά της Ελλάδας

ή και σαφή «απειλή χρήσης βίας» ενα­ντίον της.

7

α) Ενώ η διαρκώς διευ­ρυ­νό­μενη τουρ­κική προ­κλη­τι­κό­τητα και

επι­θε­τι­κό­τητα στο Αιγαίο, κυρίως σε ό,τι αφορά την

αμφι­σβή­τηση των κυριαρ­χι­κών και άλλων δικαιω­μά­των της

Ελλάδας ως προς την υφα­λο­κρη­πίδα και τις θαλάσ­σιες ζώνεςμε απο­κο­ρύ­φωμα την Απο­κλει­στική Οικο­νο­μική Ζώνη­διαιω­νί­ζει και επι­τεί­νει την προ­μνη­μο­νευό­μενη «επι­κεί­μενη

απειλή» εκ μέρους της.

β) Ιδίως δε μετά την «σύναψη» του νομικώς ανυ­πό­στα­του

«τουρ­κο­λι­βυ­κού μνη­μο­νίου», η συμπε­ρι­φορά της Τουρ­κίας έχει

υπερβεί κάθε όριο προ­κλη­τι­κό­τη­τας και ωμής παρα­βί­α­σης του

Διε­θνούς Δικαίου, κυρίως δε του Δικαίου της Θάλασ­σας κατά

την Συνθήκη του Montego Bay του 1982. Συνθήκη, η οποία

δεσμεύει, ως προς όλες τις δια­τά­ξεις της, και την Τουρκία,

μολο­νότι δεν έχει προ­σχω­ρή­σει σε αυτή. Και τούτο διότι η ως

άνω Συνθήκη, λόγω του μεγάλου αριθμού των Κρατών-Μελών

του ΟΗΕ που έχουν προ­σχω­ρή­σει σε αυτήν -ως και η

Ευρω­παϊκή Ένωση έχει προ­σχω­ρή­σει, ως αυτο­τε­λές νομικό

πρόσωπο, ήδη από το 1998- παράγει, σύμφωνα με την

νομο­λο­γία του Διε­θνούς Δικα­στη­ρίου της Χάγης, γενικώς

δεσμευ­τι­κούς εθι­μι­κούς κανόνες ή, κατά την ορθό­τερη άποψη,

εξίσου δεσμευ­τι­κούς «γενικώς παρα­δε­δεγ­μέ­νους κανόνες του

Διε­θνούς Δικαίου».

2. Το δικαί­ωμα αυτό της Ελλάδας θεμε­λιώ­νε­ται στις δια­τά­ξεις του

άρθρου 51 του Κατα­στα­τι­κού Χάρτη του ΟΗΕ, οι οποίες

καθιε­ρώ­νουν –και μάλιστα ως jus cogens- το δικαί­ωμα της

«νόμιμης άμυνας» Κράτους-Μέλους του ΟΗΕ και σε περί­πτωση

«επι­κεί­με­νης απειλής», πολλώ δε μάλλον σε περί­πτωση «απειλής

χρήσης βίας».

α) Παρά την δια­τύ­πωση των ως άνω δια­τά­ξεων που, prima faciae,

φαί­νε­ται να θέτουν ως προ­ϋ­πό­θεση προ­σφυ­γής στην δια­δι­κα­σία

της κατά τ’ ανωτέρω «νόμιμης άμυνας» την εκδη­λω­μένη ένοπλη

8

επίθεση, η μεγάλη πλειο­ψη­φία των διε­θνο­λό­γων αλλά και η ίδια

η διεθνής πρα­κτική δέχο­νται, ότι για την άσκηση του

δικαιώ­μα­τος τούτου αρκεί και η «επι­κεί­μενη απειλή», πολλώ

μάλλον η «απειλή χρήσης βίας», η οποία και συνιστά ευθεία

παρα­βί­αση των δια­τά­ξεων του άρθρου 2 παρ. 4 του

Κατα­στα­τι­κού Χάρτη του ΟΗΕ. Έτσι π.χ. οι ΗΠΑ, μετά τις

τρο­μο­κρα­τι­κές επι­θέ­σεις της 11ης Σεπτεμ­βρίου 2001,

προ­σέ­φυ­γαν στην άσκηση του δικαιώ­μα­τος «νόμιμης άμυνας» –

και μάλιστα χωρίς χρονικό περιο­ρι­σμό, αφού η απειλή

εμφα­νί­σθηκε επι­κεί­μενη επ’ αόριστο- ως νόμιμης προ­λη­πτι­κής

δράσης λόγω επι­κεί­με­νης απειλής και, κατ’ ακο­λου­θία,

επι­κεί­με­νης επί­θε­σης. Την άποψη αυτή υιο­θέ­τησε πλήρως ο

ίδιος ο Γενικός Γραμ­μα­τέας του ΟΗΕ, δηλώ­νο­ντας –στις 21

Μαρτίου 2005- μεταξύ άλλων και ότι: «Επι­κεί­με­νες απειλές

καλύ­πτο­νται πλήρως από το άρθρο 51, το οποίο δια­σφα­λί­ζει το

φυσικό δικαί­ωμα των κυρί­αρ­χων κρατών να αμυν­θούν ενα­ντίον

ένοπλης επί­θε­σης».

β) Ενόψει των προ­ε­κτε­θέ­ντων, a fortiori η Ελλάδα νομι­μο­ποιεί­ται,

όταν και εφόσον το κρίνει σκόπιμο για την άμυνά της, να κάνει

χρήση και ως προς τα Νησιά της στο Αιγαίο, εν γένει, του κατά

τις δια­τά­ξεις του άρθρου 51 του Κατα­στα­τι­κού Χάρτη του ΟΗΕ

δικαιώ­μα­τος «νόμιμης άμυνας» έναντι της Τουρ­κίας, δίχως

μάλιστα χρονικό περιο­ρι­σμό. Και τούτο διότι, ιδίως μετά το

1974, κατά τ’ ανωτέρω, η «απειλή χρήσης βίας» εκ μέρους της

Τουρ­κίας –άρα και η συνα­κό­λουθη «επι­κεί­μενη απειλή»- είναι

αφενός κάτι παρα­πάνω από προ­φα­νής, και δη με

επα­νει­λημ­μέ­νες και δια­φό­ρων μορφών προ­κλή­σεις. Και,

αφε­τέ­ρου, διαρκής, όπως κατα­δει­κνύει ακόμη και η σημε­ρινή

τουρ­κική συμπε­ρι­φορά στο Αιγαίο, ιδίως μετά την «σύναψη» του

νομικώς ανυ­πό­στα­του «τουρ­κο­λι­βυ­κού μνη­μο­νίου».

Συμπε­ρι­φορά, η οποία λόγω της αυθαί­ρε­της προ­σπά­θειας της

Τουρ­κίας να εφαρ­μό­σει στην πράξη το νομικώς ανυ­πό­στατο

9

«τουρ­κο­λι­βυκό μνη­μό­νιο», φέρει όλα τα χαρα­κτη­ρι­στικά και της

«απειλής χρήσης βίας», υπό την ανωτέρω εκτε­θείσα έννοια.

γ) Πρό­σθετη από­δειξη αυτών συνιστά και το γεγονός του, εντελώς

αντί­θε­του με κάθε έννοια του Διε­θνούς Δικαίου, «casus belli» της

Τουρ­κίας, ως προς την επέ­κταση της Αιγια­λί­τι­δας Ζώνης της

Ελλάδας. Το ως άνω το «casus belli», πέραν του ότι

απο­φα­σί­σθηκε -στις 8.6.1995, αμέσως μετά την θέση σε ισχύ

της Συνθήκη του Montego Bay του 1982 για το Δίκαιο της

Θάλασσας- από την τουρ­κική Εθνο­συ­νέ­λευση κατά τρόπο

αντί­θετο ακόμη και με αυτό τούτο το σύνταγμα της Τουρ­κίας,

συνιστά έκτοτε διαρκή «απειλή χρήσης βίας» ενα­ντίον της

Ελλάδας για τον εξής λόγο: Στην ουσία, η Τουρκία δηλώνει μέσω

αυτού ότι απο­τε­λεί «αιτία πολέμου» η εκ μέρους της Ελλάδας

άσκηση του ανα­φαί­ρε­του, κατά το Δίκαιο της Θάλασ­σας,

δικαιώ­μα­τός της να επε­κτεί­νει την Αιγια­λί­τιδα Ζώνη της στα 12

ναυτικά μίλια. Υπό τα δεδο­μένα αυτά, το ανωτέρω «casus belli»

απο­τε­λεί «επιτομή» της «απειλής χρήσης βίας», κατά το Διεθνές

Δίκαιο, ιδίως δε κατά τις δια­τά­ξεις του άρθρου 51 του

Κατα­στα­τι­κού Χάρτη του ΟΗΕ.

δ) Τέλος, την προ­α­να­φε­ρό­μενη «επι­κεί­μενη απειλή» ή και «απειλή

χρήσης βίας», εκ μέρους της Τουρ­κίας και ενα­ντίον της

Ελλάδας, ολο­κλη­ρώ­νει ο σχη­μα­τι­σμός της λεγό­με­νης τουρ­κι­κής

«Στρα­τιάς του Αιγαίου», τον Ιούλιο του 1975, και μάλιστα με

πολυά­ριθ­μες αμφί­βιες δυνά­μεις. Πρό­κει­ται για μετε­ξέ­λιξη και

μετο­νο­μα­σία της 4ης Στρα­τιάς (4. Ordu) της Τουρ­κίας, η οποία

εδρεύει στην Σμύρνη και, στην πραγ­μα­τι­κό­τητα, έχει οργα­νω­θεί

προ­κει­μέ­νου να εκπαι­δεύει τον τουρ­κικό στρατό για ενδε­χό­μενη

επίθεση ενα­ντίον των Ελλη­νι­κών Νησιών του Αιγαίου.

Β. Οι δια­τά­ξεις του άρθρου 51 του Κατα­στα­τι­κού Χάρτη του ΟΗΕ

ως μέρος του Ευρω­παϊ­κού Κεκτη­μέ­νου και οι έννομες

10

συνέ­πειες για την αμυ­ντική θωρά­κιση των Ελλη­νι­κών Νησιών

του Αιγαίου.

Οι προ­α­να­φε­ρό­με­νες δια­τά­ξεις του άρθρου 51 του Κατα­στα­τι­κού

Χάρτη του ΟΗΕ, πέραν της κατά τ’ ανωτέρω αυτο­τε­λούς κανο­νι­στι­κής

τους ισχύος από πλευράς Διε­θνούς Δικαίου, παρά­γουν έννομα

απο­τε­λέ­σματα και ως μέρος του Ευρω­παϊ­κού Κεκτη­μέ­νου. Και τούτο

διότι οι δια­τά­ξεις του άρθρου 42 παρ. 7 εδ. α΄ της ΣΕΕ παρα­πέ­μπουν

ευθέως στις δια­τά­ξεις του άρθρου 51 του Κατα­στα­τι­κού Χάρτη του

ΟΗΕ, κατά την οργά­νωση και θέση σε λει­τουρ­γία της ρήτρας

«αμοι­βαίας άμυνας» μεταξύ των Κρατών-Μελών της Ευρω­παϊ­κής

Ένωσης. Όπως είναι προ­φα­νές, η «όσμωση» αυτή Διε­θνούς και

Ευρω­παϊ­κού Δικαίου, στο πεδίο εφαρ­μο­γής των δια­τά­ξεων του

άρθρου 51 του Κατα­στα­τι­κού Χάρτη του ΟΗΕ, έχει σημα­ντι­κές

έννομες συνέ­πειες ως προς την Ελλάδα. Και τούτο, τόσο σε ό,τι αφορά

την ενερ­γο­ποί­ηση της ρήτρας «Αμοι­βαίας Άμυνας» απέ­να­ντι στην

«επι­κεί­μενη απειλή» ή και στην «απειλή χρήσης βίας» εκ μέρους της

Τουρ­κίας, όσο και σε ό,τι αφορά την ίδια την αμυ­ντική θωρά­κιση των

Ελλη­νι­κών Νησιών του Αιγαίου τα οποία, αυτο­νο­ή­τως, απο­τε­λούν

μέρος και της Ευρω­παϊ­κής Επι­κρά­τειας. Συγκε­κρι­μένα:

1. Την προ­μνη­μο­νευό­μενη ρήτρα «Αμοι­βαίας Άμυνας» («Mutual

Defence» clause), στο πλαίσιο του Ευρω­παϊ­κού Δικαίου,

δια­μορ­φώ­νουν ρυθ­μι­στι­κώς, στην ολο­κλη­ρω­μένη μορφή της που

συμπε­ρι­λαμ­βά­νει -φυσικά συμπλη­ρω­μα­τι­κώς, και με εντελώς

δευ­τε­ρεύ­ουσα σημασία στην προ­κεί­μενη περίπτωση- και την

ρήτρα «Αλλη­λεγ­γύης» («Solidarity» clause), οι δια­τά­ξεις:

α) Του άρθρου 42 παρ. 7 εδ. α΄ της ΣΕΕ, κατά τις οποίες: «Σε

περί­πτωση κατά την οποία κράτος-μέλος δεχθεί ένοπλη επίθεση στο

έδαφός του, τα άλλα κράτη-μέλη οφεί­λουν να του παρά­σχουν

βοήθεια και συν­δρομή με όλα τα μέσα που έχουν στην διάθεσή τους,

σύμφωνα με το άρθρο 51 του Κατα­στα­τι­κού Χάρτη των Ηνω­μέ­νων

Εθνών».

11

β) Του άρθρου 222 παρ. 1 της ΣΛΕΕ, κατά τις οποίες: «Η Ένωση και

τα κράτη μέλη της ενερ­γούν από κοινού, με πνεύμα αλλη­λεγ­γύης,

εάν ένα κράτος μέλος δεχθεί τρο­μο­κρα­τική επίθεση ή πληγεί από

φυσική ή ανθρω­πο­γενή κατα­στροφή. Η Ένωση κινη­το­ποιεί όλα τα

μέσα που έχει στη διάθεσή της, συμπε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νων των

στρα­τιω­τι­κών μέσων που θέτουν στη διάθεσή της τα κράτη μέλη, για:

α) την πρόληψη τρο­μο­κρα­τι­κής απειλής στο έδαφος των κρατών

μελών, την προ­στα­σία των δημο­κρα­τι­κών θεσμών και του άμαχου

πλη­θυ­σμού από ενδε­χό­μενη τρο­μο­κρα­τική επίθεση, την παροχή

συν­δρο­μής σε κράτος μέλος στο έδαφός του, μετά από αίτηση των

πολι­τι­κών του αρχών, σε περί­πτωση τρο­μο­κρα­τι­κής επί­θε­σης, β) την

παροχή συν­δρο­μής σε κράτος μέλος στο έδαφός του μετά από αίτηση

των πολι­τι­κών του αρχών, σε περί­πτωση φυσικής ή ανθρω­πο­γε­νούς

κατα­στρο­φής».

2. Οι συν­δυα­στι­κώς -αλλά και συμπλη­ρω­μα­τι­κώς, όπως

προεκτέθηκε- εφαρ­μο­ζό­με­νες ρήτρες «Αμοι­βαίας Άμυνας» και

«Αλλη­λεγ­γύης» είναι, από πλευράς κανο­νι­στι­κής ισχύος, πλήρεις

leges perfectae, άρα δεσμευ­τι­κές στο ακέραιο.

α) Τούτο προ­κύ­πτει κυρίως από την Γνώμη, την οποία

δια­τύ­πωσε -ύστερα από σχετικό αίτημα προς τούτο- η Νομική

Υπη­ρε­σία του Ευρω­παϊ­κού Συμ­βου­λίου, το 2016. Για την

ακρί­βεια, στις 12.7.2016 η Νομική Υπη­ρε­σία του Ευρω­παϊ­κού

Συμ­βου­λίου απο­φάν­θηκε, με σειρά τεκ­μη­ριω­μέ­νων νομικών

συλ­λο­γι­σμών, ότι οι κατά τ’ ανωτέρω ρήτρες παρά­γουν πλήρη

έννομα απο­τε­λέ­σματα, εφόσον συντρέ­χουν οι προ­ϋ­πο­θέ­σεις

εφαρ­μο­γής τους σύμφωνα με τις δια­τά­ξεις των άρθρων 42 παρ.

7 εδ. α΄ της ΣΕΕ και 222 παρ. 1 της ΣΛΕΕ, αντι­στοί­χως.

β) Κατά την ίδια Γνώμη, η θέση σ’ εφαρ­μογή του μηχα­νι­σμού των

ρητών «Αμοι­βαίας Άμυνας» και «Αλλη­λεγ­γύης» μπορεί να

οδη­γή­σει στην εφαρ­μογή σειράς μέτρων, ιδίως δε διπλω­μα­τι­κών,

διοι­κη­τι­κών, τεχνι­κών και -κατ’ εξοχήν μάλιστα- στρα­τιω­τι­κών,

12

δια της ενερ­γο­ποί­η­σης των κατά περί­πτωση ένοπλων δυνά­μεων.

Πρέπει δε να επι­ση­μαν­θεί μ’ έμφαση, ότι η ως άνω

ενερ­γο­ποί­ηση μέσων και ένοπλων δυνά­μεων προ­βλέ­πε­ται ρητώς

από τις δια­τά­ξεις των άρθρων 42 παρ. 7 εδ. α΄ της ΣΕΕ και 222

παρ. 1 της ΣΛΕΕ.

β1) Είναι άκρως ενδει­κτικό, ότι στην πρό­σφατη Συνθήκη του

Aachen, του 2019, μεταξύ Γαλλίας και Γερ­μα­νίας, η οποία

τέθηκε σε ισχύ τον Ιανουά­ριο του 2020 -και ειδι­κό­τερα στο

άρθρο 4 εδάφιο β΄ αυτής, που περι­λαμ­βά­νε­ται στο Κεφά­λαιο

2 «Ειρήνη, Ασφά­λεια και Ανά­πτυξη»- θεσπί­ζε­ται ρήτρα

αμοι­βαίας αμυ­ντι­κής συν­δρο­μής, «συμπε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νης της

χρήσης στρα­τιω­τι­κής δύναμης», σε περί­πτωση ένοπλης

επί­θε­σης στην επι­κρά­τεια ενός εκ των Μερών, υπό το πρίσμα,

όπως ορί­ζε­ται επί λέξει στο πρώτο εδάφιο του ίδιου άρθρου,

των υπο­χρε­ώ­σεων των δύο Κρατών όχι μόνο με βάση το άρθρο

5 της Συν­θή­κης του ΝΑΤΟ, αλλά και με βάση το άρθρο 42

παρ. 7 της ΣΕΕ.

β2) Μάλιστα η Καγκε­λά­ριος Α. Merkel, στις δηλώ­σεις της κατά

την υπο­γραφή της Συν­θή­κης, ανέφερε, όσον αφορά

ειδι­κό­τερα τις δια­τά­ξεις του 2ου Κεφα­λαίου για την αμυ­ντική

συνερ­γα­σία Γαλλίας και Γερ­μα­νίας, ότι πρό­κει­ται για την

«συνει­σφορά της Γερ­μα­νίας στην έλευση ενός Ευρω­παϊ­κού

Στρατού».

γ) Ουσια­στι­κώς, η ρήτρα «Αμοι­βαίας Άμυνας» -όπως

κατο­χυ­ρώ­νε­ται στο άρθρο 42 παρ. 7 της ΣΕΕ, με την

παρα­πο­μπή και στο άρθρο 51 του Κατα­στα­τι­κού Χάρτη του

ΟΗΕ- συνιστά εφαρ­μο­στέο δίκαιο και στις διμε­ρείς δια­κρα­τι­κές

συμ­φω­νίες των Κρατών-Μελών της Ευρω­παϊ­κής Ένωσης, οι

οποίες, ουσια­στι­κώς, προ­λειαί­νουν το έδαφος της δια­μόρ­φω­σης

μιας κοινής αμυ­ντι­κής πολι­τι­κής της ίδιας της Ευρω­παϊ­κής

Ένωσης.

13

3. Από πλευράς πρα­κτι­κής εφαρ­μο­γής των δια­τά­ξεων των άρθρων 42

παρ. 7 εδ. α΄ της ΣΕΕ και 222 παρ. 1 της ΣΛΕΕ, ως προς τις

ρήτρες «Αμοι­βαίας Άμυνας» και «Αλλη­λεγ­γύης», υφί­στα­νται ως

τώρα δύο, του­λά­χι­στον, άκρως χαρα­κτη­ρι­στικά παρα­δείγ­ματα:

α) Τον Νοέμ­βριο του 2015, μετά τις πολύ­νε­κρες τρο­μο­κρα­τι­κές

επι­θέ­σεις στο Παρίσι, η Γαλλία, δια του Προ­έ­δρου της François

Hollande, ζήτησε και πέτυχε την ενερ­γο­ποί­ηση της εφαρ­μο­γής

της ρήτρας «Αμοι­βαίας Άμυνας» του άρθρου 42 παρ. 7 εδ. α΄

της ΣΕΕ. Ας σημειω­θεί, ότι η Γαλλία στη­ρί­χθηκε, εν

προ­κει­μένω, και στο προη­γού­μενο της εφαρ­μο­γής των δια­τά­ξεων

του άρθρου 51 του Κατα­στα­τι­κού Χάρτη του ΟΗΕ από τις ΗΠΑ,

κατά το τρο­μο­κρα­τικό χτύπημα στους Δίδυ­μους Πύργους στις

11 Σεπτεμ­βρίου 2001, όπως ήδη επι­ση­μάν­θηκε. Τονί­ζε­ται, ότι

η Γαλλική Κυβέρ­νηση απο­φά­σισε, συνει­δητά, να επι­κα­λε­σθεί

απο­κλει­στι­κώς την ρήτρα «Αμοι­βαίας Άμυνας» του άρθρου 42

παρ. 7 εδ. α΄ της ΣΕΕ και όχι την αντί­στοιχη ρήτρα του άρθρου

5 του Βορειο­α­τλα­ντι­κού Συμ­φώ­νου. Μάλιστα, ο τότε Υπουρ­γός

Άμυνας και νυν Υπουρ­γός Εξω­τε­ρι­κών της Γαλλίας Jean-Yves

Le Drian, ανέφερε σε δήλωσή του ότι «η Γαλλία δεν μπορεί να

κάνει τα πάντα», επι­κα­λού­με­νος ευθέως, ως προς την παροχή

στρα­τιω­τι­κής συν­δρο­μής των Κρατών-Μελών της Ευρω­παϊ­κής

Ένωσης, τις αυξη­μέ­νες επι­χει­ρη­σια­κές ανάγκες για την

κατα­πο­λέ­μηση της ισλα­μι­κής τρο­μο­κρα­τίας στην Μέση Ανατολή

και στην Αφρική. Στο «κάλεσμα» αυτό αντα­πο­κρί­θη­καν πολλά

Κράτη-Μέλη της Ευρω­παϊ­κής Ένωσης.

β) Ως τέτοιο προη­γού­μενο μπορεί να χαρα­κτη­ρι­σθεί και η

αναφορά στις προ­μνη­μο­νευό­με­νες ρήτρες κατά την διάρ­κεια της

Συνόδου των Υπουρ­γών Άμυνας της Ευρω­παϊ­κής Ένωσης, στις

16.6.2020, και μάλιστα ακριβώς ενόψει των κρί­σι­μων

δεδο­μέ­νων που έχει δημιουρ­γή­σει η τουρ­κική προ­κλη­τι­κό­τητα

στο Αιγαίο και στην Ανα­το­λική Μεσό­γειο. Ειδι­κό­τερα, στο

στοι­χείο 6 των συμπε­ρα­σμά­των η Σύνοδος αυτή:

14

«Επα­να­λαμ­βά­νει την σημασία της αλλη­λο­βο­ή­θειας ή και

αλλη­λεγ­γύης, σύμφωνα με τις προ­βλέ­ψεις του άρθρου 42(7) της

ΣΕΕ και του άρθρου 222 της ΣΛΕΕ. Και συμ­φω­νεί να συνε­χι­σθεί

η προ­σπά­θεια για μια κοινή κατα­νό­ηση του άρθρου 42(7) της ΣΕΕ

καθώς και την συνα­γωγή των σχε­τι­κών διδαγ­μά­των,

οικο­δο­μώ­ντας πολι­τι­κές, βασι­σμέ­νες σε συγκε­κρι­μένα σενάρια

κατά τους προ­σε­χείς μήνες».

4. Υπό το φως των προη­γού­με­νων δια­πι­στώ­σεων καθί­στα­ται προ­φα­νές

και ότι:

α) Το δικαί­ωμα της Ελλάδας να θωρα­κί­ζει αμυ­ντι­κώς όλα,

ανε­ξαι­ρέ­τως, τα Νησιά της στο Αιγαίο βρίσκει έρεισμα και στο

Ευρω­παϊκό Δίκαιο, μέσω του Ευρω­παϊ­κού Κεκτη­μέ­νου που

περι­λαμ­βά­νει τις κρί­σι­μες, ως προς τούτο, δια­τά­ξεις του Διε­θνούς

Δικαίου.

α1)Και για την ακρί­βεια, η ευθεία αναφορά των δια­τά­ξεων του

άρθρου 42 παρ. 7 εδ. α΄ στις δια­τά­ξεις του άρθρου 51 του

Κατα­στα­τι­κού Χάρτη του ΟΗΕ συνε­πά­γε­ται και το ότι η Ελλάδα

δικαιού­ται να θωρα­κί­ζει αμυ­ντι­κώς τα Νησιά του Αιγαίου και με

βάση το Ευρω­παϊκό Δίκαιο, υπό τους όρους και τις

προ­ϋ­πο­θέ­σεις της παγιω­μέ­νης πλέον ερμη­νείας των δια­τά­ξεων

του άρθρου 51 του Κατα­στα­τι­κού Χάρτη του ΟΗΕ. Ήτοι όχι

μόνον όταν υπάρχει ευθεία επίθεση ενα­ντίον των Νησιών του

Αιγαίου, αλλά και όταν υπάρχει «επι­κεί­μενη απειλή» ή, a

fortiori, «απειλή χρήσης βίας». Και η σημε­ρινή στάση της

Τουρ­κίας, η οποία δια­κρί­νε­ται για την πρω­τό­γνωρη

προ­κλη­τι­κό­τητά της, όχι μόνο φθάνει στα όρια της «επι­κεί­με­νης

απειλής» αλλά και τα υπερ­βαί­νει κατά πολύ, του­λά­χι­στον στον

βαθμό «απειλής χρήσης βίας».

α2) Την θέση αυτή επι­βε­βαιώ­νουν, «πανη­γυ­ρι­κώς», και τα

συμπε­ρά­σματα της Ευρω­με­σο­γεια­κής Διά­σκε­ψης της 10ης

Σεπτεμ­βρίου 2020 στο Αιάκειο της Κορ­σι­κής, στο μέτρο που

15

δια­πι­στώ­νουν ότι, υπό την τρέ­χουσα συγκυ­ρία, η Τουρκία

προ­βαί­νει σε, κατά συρροήν μάλιστα, παρα­βιά­σεις της

Κυριαρ­χίας και των κυριαρ­χι­κών δικαιω­μά­των της Ελλάδας και

της Κύπρου. Ειδι­κό­τερα, στην παρά­γραφο 6 των ως άνω

συμπε­ρα­σμά­των ανα­φέ­ρε­ται, μεταξύ άλλων, ότι οι

συμ­με­τέ­χο­ντες: «Εκφρά­ζουν την πλήρη στήριξη και αλλη­λεγ­γύη

τους στην Ελλάδα και στην Κύπρο, για τις επα­νει­λημ­μέ­νες

παρα­βιά­σεις κυριαρ­χίας και κυριαρ­χι­κών δικαιω­μά­των όπως και

για τις επι­θε­τι­κές ενέρ­γειες της Τουρ­κίας». Συνα­κό­λουθα, η

Ελλάδα δικαιού­ται να θωρα­κί­ζει αμυ­ντι­κώς τα Νησιά του

Αιγαίου τόσο με βάση το Διεθνές, όσο και με βάση το Ευρω­παϊκό

Δίκαιο.

β) Επειδή οι δια­τά­ξεις του άρθρου 42 παρ. 7 της ΣΕΕ παρα­πέ­μπουν

ευθέως στις δια­τά­ξεις του άρθρου 51 του Κατα­στα­τι­κού Χάρτη του

ΟΗΕ, ως προς την ενερ­γο­ποί­ηση του μηχα­νι­σμού της ρήτρας

«Αμοι­βαίας Άμυνας» -συνδυαστικώς δε και συμπλη­ρω­μα­τι­κώς και

του μηχα­νι­σμού της ρήτρας «Αλλη­λεγ­γύης»- καθί­στα­ται προ­φα­νές

και τούτο:

β1) Λόγω του ότι η προ­κλη­τική συμπε­ρι­φορά της Τουρ­κίας

βρί­σκε­ται μέσα στα όρια -ή και υπερ­βαί­νει πλέον τα όρια- της

«επι­κεί­με­νης απειλής», η Ελλάδα δικαιού­ται, ανά πάσα στιγμή

και κατά την κρίση της, να ζητήσει από τ’ αρμόδια όργανα της

Ευρω­παϊ­κής Ένωσης την ενερ­γο­ποί­ηση του μηχα­νι­σμού της

ρήτρας «Αμοι­βαίας Άμυνας», σε συν­δυα­σμό -όταν και εφόσον

τούτο δικαιο­λο­γεί­ται από τις περι­στά­σεις, κάτι που, βεβαίως, δεν

συντρέ­χει στην ερευ­νώ­μενη εν προ­κει­μένω περίπτωση- με την

ενερ­γο­ποί­ηση του μηχα­νι­σμού της ρήτρας «Αλλη­λεγ­γύης», κατά

τις δια­τά­ξεις των άρθρων, αντι­στοί­χως, 42 παρ. 7 εδ. α΄ της ΣΕΕ

και 222 παρ. 1 της ΣΛΕΕ.

β2) Το συμπέ­ρα­σμα τούτο, στο πλαίσιο εφαρ­μο­γής του

Ευρω­παϊ­κού Δικαίου, ενι­σχύ­ε­ται κατα­λυ­τι­κώς και από όλες τις

16

δηλώ­σεις των οργάνων της Ευρω­παϊ­κής Ένωσης αλλά και

μεμο­νω­μέ­νων Ευρω­παίων Αξιω­μα­τού­χων, οι οποίες

ανα­φέ­ρο­νται ευθέως στην τουρ­κική αυθαι­ρε­σία εις βάρος της

Ελλάδας. Ιδίως δε ενι­σχύ­ο­νται από τα προ­μνη­μο­νευό­μενα

συμπε­ρά­σματα της Ευρω­με­σο­γεια­κής Διά­σκε­ψης της 10ης

Σεπτεμ­βρίου 2020 στο Αιάκειο της Κορ­σι­κής.

Επί­λο­γος

Η ανάλυση που προη­γή­θηκε μπορεί να συμπυ­κνω­θεί στ’ ακό­λουθα

συμπε­ρά­σματα:

Α. Αδια­πραγ­μά­τευτη Εθνική μας Θέση είναι ότι μεταξύ Ελλάδας και

Τουρ­κίας υφί­στα­ται μια, και μόνη, διαφορά, εκείνη της οριο­θέ­τη­σης

της νησιω­τι­κής υφα­λο­κρη­πί­δας και των αντί­στοι­χων θαλάσ­σιων ζωνών.

Ουδένα δε ζήτημα υφί­στα­ται ως προς την αμυ­ντική θωρά­κιση των

Ελλη­νι­κών Νησιών του Αιγαίου.

1. Η Ελλάδα έχει το δικαί­ωμα -αλλά και την υπο­χρέ­ωση, αφού τούτο

αφορά την προ­στα­σία της Ελλη­νι­κής Επικράτειας- τόσο για δικό της

λογα­ρια­σμό όσο και απέ­να­ντι στην Ευρω­παϊκή Ένωση ως πλήρες

Κράτος-Μέλος της, να θωρα­κί­ζει αμυ­ντι­κώς όλα, ανε­ξαι­ρέ­τως, τα

Νησιά της στο Αιγαίο, ανε­ξαρ­τή­τως της έκτασης του εδάφους τους και

του αν κατοι­κού­νται ή όχι. Το δικαί­ωμα αυτό στη­ρί­ζε­ται στις δια­τά­ξεις

του άρθρου 51 του Κατα­στα­τι­κού χάρτη του ΟΗΕ, οι οποίες

κατο­χυ­ρώ­νουν το δικαί­ωμα Κράτους-Μέλους του ΟΗΕ περί «νόμιμης

άμυνας» όχι μόνο σε περί­πτωση ένοπλης επί­θε­σης ενα­ντίον του, αλλά

και σε περί­πτωση «απειλής χρήσης βίας» ή ακόμη και «επι­κεί­με­νης

απειλής», όπως προ­κύ­πτει από την πρα­κτική αυτού τούτου του ΟΗΕ.

Και είναι δεδο­μένο ότι η Τουρκία, ιδίως μετά την εισβολή στην Κύπρο

το 1974, το εντελώς αυθαί­ρετο «casus belli» ως προς την επέ­κταση

της Αιγια­λί­τι­δας Ζώνης και τον σχη­μα­τι­σμό της «Στρα­τιάς το Αιγαίου»,

απειλεί δια­χρο­νι­κώς και ευθέως την Ελλάδα, και με την χρήση βίας

-όπως απο­δει­κνύει, επι­προ­σθέ­τως, η πρό­σφατη στάση της, μετά την

«σύναψη» του λεγό­με­νου «τουρ­κο­λι­βυ­κού μνη­μο­νίου»-

17

παρα­βιά­ζο­ντας ευθέως το Διεθνές Δίκαιο και, κατ’ εξοχήν, το Δίκαιο

της Θάλασ­σας κατά την Συνθήκη του Montego Bay του 1982.

Συνθήκη, η οποία δεσμεύει και την Τουρκία, μέσω γενικώς

παρα­δε­δεγ­μέ­νων κανόνων του Διε­θνούς Δικαίου.

2. Πέραν τούτων, η Τουρκία ουδόλως και καθ’ οιον­δή­ποτε τρόπο μπορεί

να επι­κα­λεί­ται την Σύμβαση Ειρήνης των Παρι­σίων του 1947, δια της

οποίας παρα­χω­ρή­θη­καν τα Δωδε­κά­νησα στην Ελλάδα. Και αυτό

επειδή η Τουρκία δεν υπήρξε συμ­βαλ­λό­μενο μέρος στην ως άνω

Συνθήκη, η οποία έχει συνα­φθεί μεταξύ των Συμ­μά­χων νικητών του

Β΄ Παγκό­σμιου Πολέμου και της Ιταλίας. A fortiori, η Τουρκία

οφείλει να σέβεται, στο ακέραιο, την Συνθήκη Ειρήνης, η οποία

συνιστά, έναντι αυτής, «res inter alios acta».

B. To ίδιο δικαί­ωμα -άρα και την ίδια υποχρέωση- αντλεί η Ελλάδα και

με βάση το Ευρω­παϊκό Δίκαιο και το αντί­στοιχο Ευρω­παϊκό Κεκτη­μένο,

σύμφωνα με τις ακό­λου­θες διευ­κρι­νί­σεις και υπό τα δεδο­μένα της

διαρκώς εντει­νό­με­νης προ­κλη­τι­κής και επι­θε­τι­κής συμπε­ρι­φο­ράς της

Τουρ­κίας απέ­να­ντί της η οποία, κατά τα συμπε­ρά­σματα της

Ευρω­με­σο­γεια­κής Διά­σκε­ψης της 10ης Σεπτεμ­βρίου 2020 στο Αιάκειο

της Κορ­σι­κής, παρα­βιά­ζει ευθέως την Κυριαρ­χία και τα κυριαρ­χικά

δικαιώ­ματα της Ελλάδας.

1. Οι δια­τά­ξεις του άρθρου 42 παρ. 7 εδ. α΄ της ΣΕΕ, οι οποίες

κατο­χυ­ρώ­νουν τις θεσμι­κές εγγυ­ή­σεις ενερ­γο­ποί­η­σης της ρήτρας

«Αμοι­βαίας Άμυνας», όταν απει­λεί­ται Κράτος-Μέλος της Ευρω­παϊ­κής

Ένωσης, παρα­πέ­μπουν ευθέως, ως προς τις προ­ϋ­πο­θέ­σεις

ενερ­γο­ποί­η­σης της ρήτρας αυτής, στις προ­μνη­μο­νευό­με­νες δια­τά­ξεις

του άρθρου 51 του Κατα­στα­τι­κού Χάρτη του ΟΗΕ. Κατά τούτο, οι ως

άνω δια­τά­ξεις απο­τε­λούν μέρος του Ευρω­παϊ­κού Κεκτη­μέ­νου, οπότε

η Ελλάδα έχει το δικαί­ωμα αμυ­ντι­κής θωρά­κι­σης των Νησιών του

Αιγαίου ενα­ντίον της τουρ­κι­κής απειλής και με βάση το θεσμικό

πλαίσιο του Ευρω­παϊ­κού Δικαίου και του αντί­στοι­χου Ευρω­παϊ­κού

Κεκτη­μέ­νου.

18

2. Επι­πλέον, και ενόψει της κατά­φω­ρης τουρ­κι­κής προ­κλη­τι­κό­τη­τας

και ευθείας απειλής ενα­ντίον της, η Ελλάδα δικαιού­ται, ανά πάσα

στιγμή, να ζητήσει, ως Κράτος-Μέλος της Ευρω­παϊ­κής Ένωσης, την

ενερ­γο­ποί­ηση της ρήτρας «Αμοι­βαίας Άμυνας», κατά τις δια­τά­ξεις του

άρθρου 42 παρ. 7 της ΣΕΕ. Προς την κατεύ­θυνση αυτή η Ελλάδα

μπορεί να επι­κα­λε­σθεί την πρα­κτική, η οποία έχει έως τώρα

ακο­λου­θη­θεί στο πλαίσιο της Ευρω­παϊ­κής Ένωσης, για την

ενερ­γο­ποί­ηση της ως άνω ρήτρας.

* τέως Πρό­ε­δρος της Δημο­κρα­τίας – Επί­τι­μος Καθη­γη­τής της Νομικής Σχολής του Εθνικού και Καπο­δι­στρια­κού Πανε­πι­στη­μίου Αθηνών

Πηγή: dikastiko.gr

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.