ΤΟΠΙΚΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ

Δεκαπενταύγουστος: Οι Παναγίες των Ελλήνων

news room 13 λεπτά ανάγνωση
παναγια κρεμαστή

Πάσχα του καλο­και­ριού ονο­μά­ζει ο λαός το Δεκα­πε­νταύ­γου­στο, καθώς η «Παρ­θέ­νος Μαρία» θεω­ρεί­ται το ιερό­τερο πρόσωπο της Ορθο­δο­ξίας.

Στην Τήνο, την Παναγία Σουμελά, το Άγιον Όρος, στα νησιά μας και σε κάθε άλλη γωνιά της χώρας, πλήθος κόσμου προ­σέρ­χε­ται στις εκκλη­σίες για να ακο­λου­θή­σει τις περι­φο­ρές της εικόνας της Μεγα­λό­χα­ρης. Αυτή είναι και η πιο γνωστή ονο­μα­σία της Παναγιάς-προς τιμήν των θαυμάτων- αλλά και Φανε­ρω­μένη, χάρη στις εικόνες οι οποίες φανε­ρώ­θη­καν στους πιστούς στα χρόνια της Τουρ­κο­κρα­τίας, κυρίως σε βράχους ή σπήλαια. Τόσο μεγάλη ήταν η χαρά όταν βρι­σκό­ταν μια εικόνα, ώστε χτι­ζό­ταν αμέσως ένα εξω­κλήσι στο όνομα της Πανα­γίας και από τότε, κάθε χρόνο, τελού­σαν σειρά εκδη­λώ­σεων στη μνήμη της, την ίδια πάντα μέρα. Λόγω της τοπο­θε­σίας που βρέθηκε η εικόνα της ή όπου υπάρχει ο ναός της, της δίδο­νται επίθετα όπως, Παναγία η Σουμελά (στο όρος Μελά), Παναγία η Μελι­κα­ρού (στη Σκύρο), Παναγία η Φοδε­λιώ­τισσα (στο Φόδελε Ηρα­κλείου), Παναγία η Θαλασ­σινή, (στην Άνδρο, σε βράχο μέσα στη θάλασσα), Παναγία η Ανέμη, (στη Σαμο­θράκη, επειδή φυσά δυνατός άνεμος στο ξωκλήσι της) κ.ά.

Πάνω από χίλιες είναι οι ονο­μα­σίες που έχει η Παναγία. Εκα­το­ντά­δες είναι οι παρα­δό­σεις και οι θρύλοι που ο λαός με τη βαθιά και ατα­λά­ντευτη πίστη του της έχει απο­δώ­σει.

Η Κοίμηση της Θεο­τό­κου ισο­δυ­να­μεί με τη μεγα­λύ­τερη γιορτή του καλο­και­ριού στην Ελλάδα, μιας και κάθε νομός ή μικρή επαρχία έχει τη δική της θαυ­μα­τουργή εικόνα της Πανα­γίας. Ανάλογα με τα τοπικά έθιμα και τα παρα­δο­σιακά προ­ϊ­ό­ντα της κάθε περιο­χής, τα πανη­γύ­ρια ποι­κί­λουν ως προς τον πλούτο και το είδος των εκδη­λώ­σεων. Κι επειδή οι λαϊκές παρα­δό­σεις των χρι­στια­νών έχουν πολλά να μοι­ρα­στούν με τα έθιμα και τις δοξα­σίες της αρχαιό­τη­τας, τα περισ­σό­τερα θρη­σκευ­τικά πανη­γύ­ρια συνο­δεύ­ο­νται με μουσική και σφάξιμο αρνιών, έτσι όπως γίνο­νταν οι θυσίες στην αρχαιό­τητα.

Στην Τήνο η Μεγα­λό­χαρη απο­τε­λεί κάθε χρόνο πανελ­λή­νιο προ­σκύ­νημα, καθώς χιλιά­δες προ­σκυ­νη­τές κατα­κλύ­ζουν το νησί αυτή την περίοδο και ανη­φο­ρί­ζουν με κατά­νυξη προς την εκκλη­σία της Θεο­τό­κου προ­κει­μέ­νου να εκπλη­ρώ­σουν το τάμα τους. Δεν είναι λίγοι αυτοί που δια­νύ­ουν ολό­κληρη την από­σταση από το λιμάνι μέχρι την είσοδο της εκκλη­σίας γονα­τι­στοί, περ­νώ­ντας κάτω από τον επι­τά­φιο με την εικόνα της Μεγα­λό­χα­ρης.

Το απο­κο­ρύ­φωμα της γιορτής είναι η λιτά­νευση της εικόνας της Θεο­τό­κου σε όλη την πόλη αμέσως μετά το πέρας της Θείας Λει­τουρ­γίας.

Στην Τήνο το Δεκα­πε­νταύ­γου­στο τιμώ­νται και τα θύματα του υπο­βρύ­χιου Έλλη που τορ­πι­λί­στηκε από Ιτα­λι­κές δυνά­μεις ανήμερα της εορτής, μέσα στο λιμάνι.

Στις πλαγιές του Βερμίου, κοντά στο χωριό Καστα­νιά, βρί­σκε­ται το πνευ­μα­τικό κέντρο του Ποντια­κού Ελλη­νι­σμού, η Ιερά Μονή της Πανα­γίας Σουμελά. Η παρά­δοση ανα­φέ­ρει ότι ο Ευαγ­γε­λι­στής Λουκάς ήταν αυτός που χάραξε τη μορφή της Πανα­γίας πάνω σε ξύλο. Στο τέλος του 4ου αιώνα (380- 386) ιδρύ­θηκε στο όρος Μελά της Τρα­πε­ζού­ντας, το μονα­στήρι της Πανα­γίας Σουμελά, από τους μονα­χούς Βαρνάβα και Σωφρό­νιο, με μονα­δικά εφόδια την πίστη, την επιμονή και την εργα­τι­κό­τητα.

Μέχρι το 1922, υπήρξε ο οδηγός, ο παρη­γο­ρη­τής, ο συμπα­ρα­στά­της, το κατα­φύ­γιο και ο εμψυ­χω­τής των Ελλη­νο­πο­ντίων. Υπήρξε επίσης ένας από τους σημα­ντι­κό­τε­ρους παρά­γο­ντες δια­τή­ρη­σης της ελλη­νι­κής γλώσσας και ταυ­τό­τη­τας, καθώς και της ανα­ζω­πύ­ρω­σης της εθνικής και θρη­σκευ­τι­κής συνεί­δη­σης των πιστών.

Ο ανα­πά­ντε­χος ξερι­ζω­μός, ερήμωσε μαζί με τον αλη­σμό­νητο Πόντο και τη Βίγλα της Σου­με­λιώ­τισ­σας. Με την ανταλ­λαγή, τα ιερά κει­μή­λια παρα­χω­ρή­θη­καν, και το 1931 τα ξέθαψε και τα έφερε στην Ελλάδα, ο Αμβρό­σιος ο Σου­με­λιώ­της, ύστερα από ενέρ­γειες του πρω­θυ­πουρ­γού Ελευ­θέ­ριου Βενι­ζέ­λου προς την τουρ­κική κυβέρ­νηση του Ισμέτ Ινονού.

Από το 1952, αρχίζει η ελλα­δική ιστορία της Πανα­γίας Σουμελά. Το 1951-1952 η εικόνα παρα­χω­ρεί­ται στο σωμα­τείο «Παναγία Σουμελά» Θεσ­σα­λο­νί­κης, το οποίο και άρχισε την ανέ­γερση της Μονής, σε ένα επίπεδο του Βερμίου, πάνω από το χωριό Καστα­νιά, που είχε παρα­χω­ρή­σει δωρεάν 500 στρέμ­ματα για την ανέ­γερση του Προ­σκυ­νή­μα­τος. Από τότε μέχρι σήμερα κάθε χρόνο, το τρι­ή­μερο του 15Αύγουστου, είναι πρω­το­φα­νής η συρροή χιλιά­δων προ­σκυ­νη­τών απ΄ όλα τα δια­με­ρί­σματα της χώρας και το εξω­τε­ρικό. Η περι­φορά της Εικόνας, μέσα στο χώρο του ιερού προ­σκυ­νή­μα­τος, γίνεται με βυζα­ντινή μεγα­λο­πρέ­πεια και σύμφωνα με την Ορθό­δοξη παρά­δοση, είναι μια από τις πιο συγκι­νη­τι­κές και κατα­νυ­κτι­κές ακο­λου­θίες.

Οι καλό­γε­ροι της μονα­χι­κής πολι­τείας του Άθω ονο­μά­ζουν το Άγιον Όρος «κλήρον ίδιον της Θεο­τό­κου» και «περι­βόλι της Πανα­γίας». Σύμφωνα με τις μονα­χι­κές παρα­δό­σεις, η Θεο­τό­κος επι­σκέ­φθηκε το Όρος, όταν, πλέ­ο­ντας για την Κύπρο μαζί με τον Ιωάννη τον Ευαγ­γε­λι­στή για να επι­σκε­φθούν τον Λάζαρο, ανα­γκά­στη­καν εξαι­τίας μιας μεγάλης τρι­κυ­μίας, από τις συνη­θι­σμέ­νες στη βορειο­α­να­το­λική πλευρά του Άθω, να προ­σορ­μι­στούν στη θέση όπου αργό­τερα ιδρύ­θηκε η Μονή των Ιβήρων.

Στην περιοχή τότε δεν υπήρχαν άλλοι οικι­σμοί παρά τα ερείπια ενός ναού του Απόλ­λω­νος. Η Παναγία, κατά την παρά­δοση, ενθου­σιά­στηκε με το μονα­δικό τοπίο του Άθω και ζήτησε από τον Γιο της να της δωρίσει τη χερ­σό­νησο. Τότε, σύμφωνα με την παρά­δοση, ακού­στηκε η φωνή του Χριστού, που αφιέ­ρωνε αιώνια τον Άθω στην Παναγία: «Έστω ο τόπος ούτος κλήρος σος και περι­βό­λαιον σον και παρά­δει­σος, έτι δε και λιμήν σωτή­ριος των θελό­ντων σωθήναι». Από τότε αφιε­ρώ­θηκε το Όρος ως «κλήρος και περι­βόλι της Πανα­γίας».

Στο νοτιο­α­να­το­λικό άκρο του Νομού Έβρου, δίπλα στον ομώνυμο ποταμό και το Δέλτα του, δεσπό­ζει η σημε­ρινή πόλη των Φερών με το ναό της Πανα­γίας Κοσμο­σώ­τει­ρας, σύμβολο της τέχνης και του πολι­τι­σμού της Βυζα­ντι­νής Θράκης. Ο ναός έχει ανα­κη­ρυ­χθεί προ­στά­τιδα των απα­ντα­χού Θρα­κιω­τών και προ­σκυ­νη­μα­τικό τους κέντρο.

Το μονα­στήρι της Πανα­γίας Κοσμο­σώ­τει­ρας χτί­στηκε το 1151-52 από τον Σεβα­στο­κρά­τορα Ισαάκιο Κομνηνό, γιο του αυτο­κρά­τορα Αλέξιου Α΄ Κομνη­νού. Ο αρχι­τε­κτο­νι­κός ρυθμός του ναού είναι σταυ­ροει­δής με τρούλο, σε μια – σπα­νιό­τατη – παραλ­λαγή του δικιο­νίου.

Κτι­σμένη στις βόρειες παρυφές του όρους Παγ­γαίου (Δράμας) σε υψό­με­τρο 753μ., η μονή ιδρύ­θηκε από τον Άγιο Γερμανό το 518 μ.Χ. σε από­σταση 50μ. από το μονα­στικό οικισμό που είχε ιδρύσει στη θέση Βίγλα γύρω στο 451 μ.Χ. ο επί­σκο­πος Φιλίπ­πων Σώζων. Το όνομά της εικά­ζε­ται ότι προήλθε από παρα­φθορά της έκφρα­σης «εικών φοι­νίσ­σουσα», διότι η αχει­ρο­ποί­η­τος εικόνα της Πανα­γίας λέγεται ότι εξέ­πε­μπε ερυ­θρωπό φως (φοι­νι­κούν χρώμα).

Η ιστορία της μονής παρα­μέ­νει άγνωστη μέχρι τον 11ο αι., οπότε ανα­κη­ρύ­χθηκε σταυ­ρο­πη­γιακή και κτί­στηκε νέος καθο­λι­κός ναός. Από το 1472 η μονή γνώρισε περίοδο ακμής μέχρι το 1507. Η δράση των μοναχών στην ευρύ­τερη περιοχή προ­κά­λεσε την οργή των Τούρκων, οι οποίοι τους θανά­τω­σαν, χωρίς όμως να κατα­στρέ­ψουν το κτι­ριακό συγκρό­τημα της μονής. Έπειτα από παρέμ­βαση του Πατριαρ­χείου στη σουλ­τα­νική αυλή, η μονή επα­να­κα­τοι­κή­θηκε από μονα­χούς του Αγίου Όρους γύρω στο 1510-1520 και με τα χρόνια μετα­τρά­πηκε σε σημα­ντικό πνευ­μα­τικό κέντρο.

Μετά την πυρ­κα­γιά του 1854 που απο­τέ­φρωσε τη δυτική πλευρά της, την επι­δη­μία χολέρας το 1864 που απο­δε­κά­τισε τους μονα­χούς, τις λεη­λα­σίες των Βουλ­γά­ρων το 1917 και το 1943, η Μονή Πανα­γίας Εικο­σι­φοί­νισ­σας άρχισε να επα­να­λει­τουρ­γεί το 1965 με αδελφές-μοναχές.

Σήμερα μέσα στον περί­βολο της μονής βρί­σκο­νται η επι­βλη­τική εκκλη­σία της Κοι­μή­σεως της Θεο­τό­κου, τα κελιά των μοναχών, το ηγου­με­νείο, το αρχο­ντα­ρίκι, παρεκ­κλήσι αφιε­ρω­μένο στην αγία Παρα­σκευή, όπου ανα­βλύ­ζει το αγίασμα, καθώς και μουσείο.

Λαμπρές είναι οι γιορτές του Δεκα­πε­νταύ­γου­στου στην περιοχή των Γρε­βε­νών, όπου ξενι­τε­μέ­νοι από κάθε γωνιά της γης μαζεύ­ο­νται και ξεκι­νούν ένα ατε­λεί­ωτο γλέντι που κάνει τους αγα­πη­μέ­νους συγ­γε­νείς να ξανα­σμί­ξουν. Χωριά που το χειμώνα κατοι­κού­νται από 100 το πολύ 200 κατοί­κους, την εποχή του Δεκα­πε­νταύ­γου­στου φτάνουν να φιλο­ξε­νούν έως και δυο και τρεις χιλιά­δες πιστούς.

Το επί­κε­ντρο της γιορτής φυσικά είναι συγκε­ντρω­μένο στο ψηλό­τερο χωριό της Ελλάδας, τη δοξα­σμένη και πολυ­τρα­γου­δι­σμένη Σαμα­ρίνα, αφού χιλιά­δες προ­σκυ­νη­τές κατα­φθά­νουν στη Μεγάλη Παναγιά για να πανη­γυ­ρί­σουν σε ένα γλέντι που κρατάει τρεις ολό­κλη­ρες ημέρες.

Στην Πάρο γιορ­τά­ζει η Παναγία η Εκα­το­ντα­πυ­λιανή, ένα από τα σπου­δαιό­τερα βυζα­ντινά μνημεία της Ελλάδας, που έχει συμπλη­ρώ­σει 17 αιώνες ζωής. Οι εορ­τα­στι­κές εκδη­λώ­σεις κορυ­φώ­νο­νται το βράδυ του Δεκα­πε­νταύ­γου­στου με παρα­δο­σια­κούς παρια­νούς χορούς και καύση πυρο­τε­χνη­μά­των.

Ο Επι­τά­φιος της Πανα­γίας στα νησιά

Σε ορι­σμένα νησιά της Ελλάδας, όπως για παρά­δειγμα στην Κασ­σιόπη της Κέρ­κυ­ρας ή την Πάτμο και την Ικαρία, οι πιστοί ακο­λου­θούν τα πρότυπα της νεκρώ­σι­μης πομπής που συνα­ντάμε και τη Μεγάλη Παρα­σκευή.

Στην Κασ­σιόπη της Κέρ­κυ­ρας στο­λί­ζουν τον επι­τά­φιο της Πανα­γίας και ακο­λου­θούν τη λιτα­νεία με αναμ­μένα κεριά. Στην Ικαρία μάλιστα, και πιο συγκε­κρι­μένα στον Καμα­ρό­κα­μπο στο ξωκλήσι της Κοι­μή­σεως της Θεο­τό­κου, υπάρχει ένας μικρός σε μέγεθος επι­τά­φιος και κάθε χρόνο την παρα­μονή του Δεκα­πε­νταύ­γου­στου ο ψάλτης τον παίρνει στους ώμους του, για να τον μετα­φέ­ρει στην εκκλη­σία της Αγίας Τριάδας. Εκεί ξεκι­νούν να χτυπούν οι καμπά­νες και γυναί­κες κάθε ηλικίας τον στο­λί­ζουν με λεβά­ντες και γαρύ­φαλλα ψάλ­λο­ντας προ­σευ­χές, μέχρι τα ξημε­ρώ­ματα. Μόλις χαράξει οι καμπά­νες χτυπούν καλώ­ντας τους πιστούς να προ­σέλ­θουν με αναμ­μένα κεριά, όπου ξεκινά μια μεγάλη πομπή με προ­ο­ρι­σμό και πάλι τον Καμα­ρό­κα­μπο.

Στα Δωδε­κά­νησα πιο γνωστή είναι η Παναγία η Καβου­ριανή στη Λέρο. Βρί­σκε­ται κοντά στον οικισμό Ξηρό­κα­μπος. Το γραφικό εκκλη­σάκι ονο­μά­ζε­ται και της Καβου­ρά­δαι­νας, διότι στη θέση που είναι, κατά την παρά­δοση, ένας ψαράς που έψαχνε για καβού­ρια βρήκε μέσα σε σχισμή την εικόνα της Πανα­γίας

Για τη μονα­δι­κό­τητά της ξεχω­ρί­ζει η Παναγία του Χάρου στους Λειψούς. Είναι η μονα­δική εικόνα της Πανα­γίας που δεν κρατά το Θείο Βρέφος, αλλά τον Εσταυ­ρω­μένο Χριστό. Όσο και αν ακού­γε­ται παρά­ξενο το όνομά της, εδώ και εκα­το­ντά­δες χρόνια, ευλογεί το πεντά­μορφο νησί. Η Παναγία του Χάρου πήρε το όνομά της, από το γεγονός ότι ο νεκρός Χριστός στον σταυρό του μαρ­τυ­ρίου και ο Χάρος σχε­τί­ζο­νται μεταξύ τους εννοιο­λο­γικά. Το μονα­στήρι της Πανα­γίας βρί­σκε­ται ένα χιλιό­με­τρο έξω από το βασικό οικισμό των Λειψών. Τόσο το εξω­μο­νά­στηρο, όσο και η εικόνα χρο­νο­λο­γού­νται από το 1600 μ.Χ., όταν έφτασαν στο νησί δύο μοναχοί από την Πάτμο.

Η Παναγία του Χάρου γιορ­τά­ζει στις 23 Αυγού­στου (εννιά­μερα της Πανα­γίας) και στους Λειψούς στή­νε­ται μεγάλο πανη­γύρι. Από το 1943 μέχρι σήμερα τη θαυ­μα­τουργή εικόνα κοσμούν τα περιώ­νυμα «κρι­νά­κια της Πανα­γίας». Τα λου­λού­δια τοπο­θε­τού­νται στην εικόνα την άνοιξη, στη συνέ­χεια ξεραί­νο­νται και στη γιορτή της, κατα­κα­λό­καιρο, ανθί­ζουν βγά­ζο­ντας μοσχο­μυ­ρι­στά μπου­μπού­κια.

Στη Νίσυρο μέσα στο κάστρο των Ιπποτών ανα­γέρ­θηκε η Παναγία η Σπη­λιανή. Το όνομα έλαβε εξαι­τίας του φυσικού χώρου του σπη­λαίου στο οποίο βρί­σκε­ται από το 1600 μ.Χ. Η Μονή επί τουρ­κο­κρα­τίας κυκλο­φό­ρησε χάρτινα νομί­σματα με ελλη­νικά γράμ­ματα για τις συναλ­λα­γές των κατοί­κων. Ναυ­τι­κοί, κάτοι­κοι του νησιού, προ­σκυ­νη­τές έχουν κάτι να διη­γη­θούν για τη βοήθεια που έλαβαν από τη Μεγα­λό­χαρη.

Στην Πάτμο η Παναγία η Δια­σώ­ζουσα, πίσω από τη Μονή του Θεο­λό­γου, η εκκλη­σία της Πανα­γιάς του Γράβα στη Χώρα, το κάθισμα της Πανα­γίας του Απόλου στον Κάμπο, το μονα­στήρι της Πανα­γίας στο Λιβάδι, η Παναγία η Κουμάνα στη Σκάλα είναι μερικές μόνο από τις υπάρ­χου­σες στο νησί. Στην κορυφή της χερ­σο­νή­σου Γερανού δεσπό­ζει η Παναγία του Γερανού. Στις 14 Αυγού­στου τελεί­ται εσπε­ρι­νός και την επομένη γίνεται λει­τουρ­γία με λαϊκό πανη­γύρι που διαρκεί όλη τη νύχτα.

Οι Πανα­γιές της Καλύ­μνου

Στην Κάλυμνο οι Πανα­γίες δίνουν το δικό τους τόνο στη μεγάλη γιορτή του καλο­και­ριού. Η Παναγία των Τσουκ­χουών, η Παναγία η Κυρα­ψηλή, η Παναγία των Αργι­νω­ντών, της Τελέν­δου, της Ψερίμου και των Βοθυνών είναι οι ναοί που ανοί­γουν τις πόρτες τους στους πιστούς που αισθά­νο­νται την ανάγκη ν’ ανάψουν ένα κερί στη χάρη Της. Το ελαιο­τρι­βείο της Πανα­γίας με τα τσούκ­χουα (το γνωστό πυρήνα των ελιών) υπήρξε η αιτία για το προ­σω­νύ­μιο που δόθηκε. Στον Αργι­νώ­ντα προ­σφέ­ρο­νται λου­κου­μά­δες και άλλοι μεζέδες, στους Βοθύ­νους ψήνο­νται ρεβίθια στους φούρ­νους και στην Κυρά Ψηλή μετά τον εσπε­ρινό ακο­λου­θεί γλέντι με μοούρι και τσα­μπού­νες.

Στην Αστυ­πά­λαια εκτός από την Παναγία του Κάστρου, υπάρχει η Πορ­ταϊ­τισσα. Ιδρύ­θηκε από τον όσιο Άνθιμο στα μέσα του 18ου αιώνα. Έχει ξυλό­γλυ­πτο εικο­νο­στάσι ντυμένο με λεπτό φύλλο χρυσού. Επίσης, υπάρχει το μονα­στήρι της Πανα­γίας της Βλε­φα­ριώ­τισ­σας, μέσα σε σπηλιά και στο Καστε­λάνο το μονα­στήρι της Πανα­γίας της Που­λα­ρια­νής

H Παναγία η Γορ­γο­ε­πή­κοος βρί­σκε­ται κοντά στην ακτή Μιαούλη στην πόλη της Κω. Ο κυρίως ναός χωρί­ζε­ται από το Ιερό Βήμα με ένα θαυ­μά­σιας τέχνης ξυλό­γλυ­πτο τέμπλο, ίσως του 18ου αιώνα. Στις τέσ­σε­ρις γωνίες της στέγης του ναού και στη μία της αψίδας υπάρ­χουν παλαιο­χρι­στια­νικά επι­θή­ματα από δια­χω­ρι­στικά αμφι­κιο­νί­σκων με διά­κο­σμο από σταυ­ρούς. Είναι κτι­σμένη κατά τον 15ο αιώνα.

Στο Ασκλη­πιό της Ρόδου ο Ιερός Ναός Κοι­μή­σεως της Θεο­τό­κου είναι του 11ου αιώνα μ.Χ. και στο πανη­γύρι που γινόταν οι τσο­πά­νη­δες προ­σέ­φε­ραν στην εκκλη­σία νωπό τυρί, το οποίο αφού αγιά­ζο­νταν το μοίραζε ο παπάς στους πιστούς μετά τον εσπε­ρινό της Ανά­στα­σης. Το ίδιο γινόταν και τον Δεκα­πε­νταύ­γου­στο, αλλά αντί τυρί μοί­ρα­ζαν στα­φύ­λια.

Στο Μεσα­να­γρό η Κοίμηση της Θεο­τό­κου ανε­γέρ­θηκε αρχές του 13ου αιώνα και εκτός από τις αγιο­γρα­φίες δια­σώ­ζε­ται μεγάλη μαρ­μά­ρινη παλαιο­χρι­στια­νική κολυ­μπή­θρα με επι­γραφή. Στη θέση «Έβγαλες» 4,5 χιλιό­με­τρα από το Μεσα­να­γρό υπάρχει η Παναγία η Πλημ­μυ­ριανή, μονα­στη­ράκι του 17ου αιώνα. Λίγα μέτρα βορειο­δυ­τικά υπάρχει πηγή, το νερό της οποίας περνά κάτω από το μονα­στήρι και θεω­ρεί­ται αγίασμα.

Στην Κοιλάδα των Πετα­λού­δων η Παναγία η Καλό­πε­τρα υπάρχει από το 1489. Κατέρ­ρευσε το 1779 και ξανα­κτί­στηκε το 1782 από τον Αλέ­ξαν­δρο Υψη­λά­ντη, ηγεμόνα της Μολ­δο­βλα­χίας και πρω­τα­γω­νι­στή της Επα­νά­στα­σης του 1821. Το μονα­στήρι έχει ξυλό­γλυ­πτο τέμπλο με παλαιές εικόνες και δάπεδο βοτσα­λωτό. Δια­σώ­ζο­νται εκκλη­σια­στικά βιβλία τυπω­μένα το 1745 στη Βέρνη και στη Βενετία.

Στη Λίνδο η εκκλη­σία της Πανα­γίας είναι του 15ου αιώνα με ενδια­φέ­ρου­σες αγιο­γρα­φίες, έργα του ζωγρά­φου Γρηγόρη, από τη Σύμη στα 1779, όπως ανα­φέ­ρει η επι­γραφή πάνω από την πόρτα.

Στο Σκιάδι, 90 χιλιό­με­τρα από τη Ρόδο, υπάρχει η Παναγία η Σκια­δενή. Οφείλει το όνομά της στο «σκιά­διον» (=σκιερό, ιερό τοπίο). Στη θέση της υπήρχε αρχαιο­ελ­λη­νικό ιερό της Αρτέ­μι­δας. Σύμφωνα με την παρά­δοση η εικόνα της Πανα­γίας είναι μια από τις τέσ­σε­ρις που ιστό­ρησε ο Ευαγ­γε­λι­στής Λουκάς. Στα χρόνια της Τουρ­κο­κρα­τίας υπήρξε από τους σπου­δαιό­τε­ρους λατρευ­τι­κούς τόπους της Ρόδου. Λέγεται ότι Τούρκος αξιω­μα­τού­χος που θέλησε να προ­σβά­λει τους χρι­στια­νούς κάρφωσε με το ξίφος του το εικό­νι­σμα και τρύπησε το δεξί μάγουλο της Πανα­γίας, απ’ όπου βγήκε αίμα και νερό. Τότε το χέρι του Τούρκου παρέ­λυσε και μετά τρεις μέρες, αφού μετά­νιωσε, η Παναγία τον θερά­πευσε. Η Παναγία η Σκια­δενή πανη­γυ­ρί­ζει 8 Σεπτεμ­βρίου.

Κλεί­νο­ντας με τις Πανα­γίες της Ρόδου πρέπει ν’ ανα­φερ­θεί και η Παναγία Φανε­ρω­μένη. Λέγεται και Λου­βια­ρί­τσα επειδή στα κελιά της έμεναν οι λου­βιά­ρη­δες (λεπροί) του νησιού.

Στην Αγιάσο της Λέσβου, που είναι η πρω­τεύ­ουσα της ομώ­νυ­μης επαρ­χίας του νησιού, έχει βρεθεί η θαυ­μα­τουργή εικόνα της Πανα­γίας με την ονο­μα­σία «Αγία Σιών», την οποία σύμφωνα με μια παλιά παρά­δοση, κου­βά­λησε μαζί του από την Ιερου­σα­λήμ ο ιερέας Αγάθων ο Εφέσιος, τον 9ο μ.Χ. αιώνα. Το πανη­γύρι της Πανα­γίας ξεκινά από τις αρχές του Αυγού­στου όπου οι πιστοί νηστεύ­ουν από λάδι και κρέας και προ­σέρ­χο­νται για να προ­σευ­χη­θούν.

Η Ιερά Μονή της Πανα­γίας στον Προυσό της Ευρυ­τα­νίας, είναι αφιε­ρω­μένη στην Κοίμηση της Υπε­ρα­γίας Θεο­τό­κου και πανη­γυ­ρί­ζει με κάθε θρη­σκευ­τική και εκκλη­σια­στική λαμπρό­τητα, στις 23 Αυγού­στου, στην Απόδοση της προ­α­να­φερ­θεί­σης Θεο­μη­το­ρι­κής εορτής.

Η εικόνα της Πανα­γίας έχει πολύ μεγάλη ιστορία, λόγω της κατα­γω­γής της από την Προύσα της Μικράς Ασίας, αλλά και πολύ μεγάλη χάρη. Εξάλλου εικά­ζε­ται ότι είναι έργο του Αγίου Ευαγ­γε­λι­στού Λουκά, ο οποίος, όπως μας παρα­δί­δε­ται από την ιερά παρά­δοση, ζωγρά­φισε εικόνες της Πανα­γίας, του Ιησού Χριστού αλλά και των Αγίων Απο­στό­λων. Βέβαια, ακόμα και αν δεν είναι έργο του Αγίου Λουκά, εν τούτοις επι­τε­λεί πολλά θαύματα, όπως γίνεται με πολλές άλλες εικόνες.

Συγκε­κρι­μένα η Ιερά Μονή Προυσού ή Πυρσού, βρί­σκε­ται περίπου τριάντα χιλιό­με­τρα, από την πρω­τεύ­ουσα του νομού Ευρυ­τα­νίας, το Καρ­πε­νήσι, μέσα σε μία κατά­φυτη από έλατα περιοχή. Η ιστορία της Εικόνας, και κατ’ επέ­κταση και της μονής, ανά­γε­ται στην περίοδο της βασι­λείας του εικο­νο­μά­χου Αυτο­κρά­τορα του Βυζα­ντίου Θεο­φί­λου (829-842). Η εικόνα της Πανα­γίας βρι­σκό­ταν στον πιο περι­καλλή ναό της Προύσας, όπου με τη χάρη του Θεού και την πίστη των χρι­στια­νών επι­τε­λούσε πολλά θαύματα.

Πηγή: https://www.vimaorthodoxias.gr/

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.