ΕΙΔΗΣΕΙΣ

Ο Επιτάφιος της Μ. Παρασκευής μέσα από τα μάτια Σεφέρη, Ελύτη, Καζαντζάκη

news room 5 λεπτά ανάγνωση
966

“Χθες, Μεγάλη Παρα­σκευή, πήγα στον Επι­τά­φιο. Κάποτε να μου θυμί­σεις να σου πω την ιστορία των Επι­τα­φίων μου. Λογά­ρια­σαν πολύ στη ζωή μου. Σε κάθε κόχη που έστριβα, έβλεπα χθες, καθώς στε­κό­μουν επί­ση­μος και τελε­τουρ­γι­κός με το κερί στο χέρι, κι έναν Επι­τά­φιο. Ο χτε­σι­νός πλού­τισε τη συλλογή μου. Ηταν ο πιο καθω­σπρέ­πει που είδα ποτέ μου. Φρά­γκικη πολυ­φω­νία (Η ζωή εν τάφω είχε γίνει Τρα­βιάτα ξεψυ­χι­σμένη): Φράκα. ‘Ασπρα γάντια. Χρυ­σα­φικά. Κόκκινα κι άσπρα ροδο­πέ­ταλα, τόσο περι­ποι­η­μένα, που μοιάζαν από celluloid. Κι η απα­ραί­τητη εγγλε­ζο­χιώ­τικη προφορά: κατ (h) ετ (h) έθης Κριστ (h) έ. Ο ωραιό­τε­ρος και ο πιο αλη­θι­νός που είδα ήταν εκείνος που περ­νούσε με κλα­πα­δό­ρες κάτω από τον Παρ­θε­νώνα, τ’ Αϊ-Δημήτρη του Λου­μπαρ­διάρη. Συλ­λο­γί­στηκα και τη Στέρνα και μου φάνηκε καλή και σωστή στον τόνο της. Λέω να τη δημο­σιέψω το Σεπτέμ­βρη, μόνη. Τι λες; Μου μένει ακόμη ένας Επι­τά­φιος εδώ, κι έπειτα θα μπορέσω να αντι­κρίσω το Αιγαίο…” ( Το κείμενο είναι από­σπα­σμα από το προ­σω­πικό ημε­ρο­λό­γιο του ποιητή- αντι­στοι­χεί στον Απρίλιο του 1932 – περίοδο κατά την οποία εργα­ζό­ταν στο Λονδίνο ως διευ­θύ­νων του Ελλη­νι­κού Γενικού Προ­ξε­νείου και εμπε­ριέ­χε­ται στο: “Μέρες Β΄” Γιώργος Σεφέρης – Εκδό­σεις Ίκαρος 1975)

Βαθιά θρη­σκευό­με­νοι ή μή, παλαιό­τε­ροι και πλέον σύγ­χρο­νοι, οι λογο­τέ­χνες εμπνέονται- συγκλο­νί­ζο­νται απο το Θείο Δράμα και την της φύσεως άνοιξη, τα αντι­με­τω­πί­ζουν ως “θρη­σκεία” δημιουρ­γίας , πλου­τί­ζουν με τον ιερό λόγο τη λογο­τε­χνική φαρέτρα τους και τον απο­τυ­πώ­νουν σε κείμενα προ­σω­πικά , σε ημε­ρο­λό­για ζωής και έμπνευ­σης , τον μετα­πλά­θουν σε λογο­τε­χνικά έργα.

Εξάλλου : -“Τίποτα δεν αγγίζει τις απρι­λιά­τι­κες βιο­λέ­τες;/ τίποτα-: μονάχα ο ακάν­θι­νος Ιησούς.” (Ν. Καρού­ζος, Τα ποι­ή­ματα Β’)

ή και… “… Πάσχα στο χωριό δε σημαί­νει ανα­γκα­στικά άσπρες λαμπά­δες, κόκκινα αβγά και σου­βλι­στό αρνί την εποχή που βγαί­νουν οι παπα­ρού­νες. Ούτε και σταυ­ρωτά φιλιά. Παπα­ρού­νες μπορούν ν’ ανθί­σουν και τον Γενάρη, φτάνει να το θες. Ο καθένας μπορεί ν’ ανα­στη­θεί, όπου θέλει κι όποτε θέλει. Θα το κατα­λά­βει όταν ασπα­στεί τον εαυτό του. Κι επειδή μόνοι μας ερχό­μα­στε στον κόσμο και μόνοι μας φεύ­γουμε, ε, πρέπει, αν θέλουμε ν’ ανα­στη­θούμε, να είμαστε κι εκεί μόνοι, ολο­μό­να­χοι. (Αντώνης Σου­ρού­νης “Πάσχα στο χωριό” – Εκδό­σεις Καστα­νιώ­της).

“… Μα ήτανε την μέρα εκείνη Μεγάλη Παρα­σκευή, τότε ακριβώς που στα­μα­τάνε να εργά­ζο­νται, φεύ­γουνε στα χωριά τους ή στα τίμια σπίτια τους, -τότε και το Δεκα­πε­νταύ­γου­στο της Πανα­γιάς, άλλη μια φορά – κι είναι συγκινητικό-, δείχνει πως νοσταλ­γούν , θυμού­νται πάντως την παρ­θε­νι­κό­τητα βάζο­ντας έξω από την πόρτα τους -όπου και το δισύλ­λαβο απα­ραι­τή­τως όνομα- την έτοιμη από καιρό επι­γραφή που έγραψε κάποιος πελάτης καλ­λι­γρά­φος και εγγράμ­μα­τος: “Μετά το Πάσχα” ….

…Μα βγαί­νο­ντας απο την εκκλη­σιά ο Επι­τά­φιος τράβηξε πρώτα πλάγια, χώθηκε μεσα στις γει­το­νιές με τα κλειστά ισόγεια με τα χαμαι­τυ­πεία του λιβα­νιού και δεν τον είδαμε σχεδόν καθόλου… Κι όταν πήρε η κυκλο­φο­ρία να παρα­λύει να προη­γού­νται τα μικρά παιδιά , να ανά­βουνε κεριά στα υψηλά πατώ­ματα ετοι­μα­στή­καμε κι εμείς ν απο­λαύ­σουμε το μέγα θέαμα στο σκότος μέσα της κρε­βα­το­κά­μα­ρας…Από μπροστά μας όταν διά­βαι­ναν έψελνε η χορωδία τα εγκώμια. Μαθή­τριες με επι­πό­λαιες φωνές παρό­μοιες με τον γραφικό τους χαρα­κτήρα βαδί­ζο­ντας στο ψευ­το­κου­ρα­σμένο βήμα των στρα­τιω­τών εκείνο με το επ’ ώμου λόγχη, βαδί­ζο­ντας ωραίοι και σκο­τει­νοί…τρα­βού­σαν φορ­τω­μέ­νοι νιάτα και έξαψη…

(από­σπα­σμα απο το κείμενο “Επι­τά­φιος θρήνος”… Γιώργος Ιωάννου (ψευ­δώ­νυμο του Γιώργου Σορο­λόπη Θεσ­σα­λο­νίκη 1927- Αθήνα 1985) – περιέ­χε­ται στην ομό­τι­τλη συλλογή – Εκδό­σεις Κέδρος, 1980, 1985).

* Μια κάρτα με τη δυνα­μική μορφή του Ιησού που εκδιώ­κει τους εμπό­ρους από τον ναό, (εκφρά­ζει, σαφώς, την έννοια της “κάθαρ­σης” της Εκκλη­σίας από κάθε “ξένο” προς αυτήν στοι­χείο) στέλνει το Πάσχα του 1926 απο την Ιερου­σα­λήμ ο μέγας κοι­νω­νι­κός ανα­μορ­φω­τής Νίκος Καζαν­τζά­κης στον Ρεθυ­μνιώτη φίλο του επί­σκοπο Βασί­λειο Μαρκάκη (επί­σκοπο τότε Αρκα­δίας, με έδρα τις Μοίρες της Μεσ­σα­ράς Κρήτης και υπο­στη­ρι­κτή αργό­τερα της Εθνικής Αντί­στα­σης)

“Ιερου­σα­λήμ Πάσχα 1926

Από την Αγία Πόλη Σας στέλνω ένα

χαι­ρε­τι­σμό γεμάτο σεβασμό και αγάπη.

Ποτέ δε Σας ξεχνώ κι αλη­σμό­νη­τες μένουν

στον νου και στην καρδιά μου οι θαυ­μά­σιες (-αστές;)

ώρες που πέρασα στην επι­σκοπή Σας

Καλή Λαμπρή κι ο Χριστός ανέστη!

Ν. Καζαν­τζά­κης”

*- “Τα γεγο­νότα δεν επέ­τρε­ψαν να γίνει η Ανά­σταση σύμφωνα με τα έθιμα. Ούτε οι καμπά­νες ακού­στη­καν χαρ­μό­συ­νες για το Χριστός Ανέστη. Σε λίγα σπίτια έφτια­ξαν την πατρο­πα­ρά­δοτη μαγει­ρί­τσα. Ο κόσμος δεν είχε διάθεση να βάψει κόκκινα αυγά… Η πορεία προς το Γολγοθά έχει αρχίσει. Η μια τραγική είδηση ακο­λου­θεί την άλλη…Η Αθήνα είναι μια πόλη χωρίς ζωή. Πασχα­λιά­τικα οι δρόμοι είναι άδειοι. Στις αίθου­σες των κινη­μα­το­γρά­φων δεν πατάει ψυχή. Κι έχουν βάλει ταινίες ωραίες, εορ­τα­στι­κές. Το ίδιο και στα θέατρα…” – από­σπα­σμα κει­μέ­νου του δημο­σιο­γρά­φου – “αθη­ναιο­γρά­φου” Γιάννη Και­ρο­φύλα απο το βιβλίο του “Η Αθήνα του ’40 και της κατοχής” (εκδό­σεις Ιρις-Α.Σ Φιλιπ­πό­της 2001)

*- ” …Ακού­σαμε και πάλι, όπως κάθε Πάσχα, ομο­βρο­ντίες και κανο­νιές, αλλά δεν ήταν το κανο­νάκι του Λυκα­βητ­τού με τις χαρ­μό­συ­νες βολές . Βόμβες έπεφταν παντού. Τατόι, Ελευ­σίνα, Πειραιά… Τα σμήνη των επι­δρο­μών δεν έπαυαν κι οι σει­ρή­νες μόλις εσή­μαι­ναν λήξι, σήμαι­ναν πάλι έναρξι. Καθί­σαμε να φάμε, ανό­ρε­χτα κι αμί­λη­τοι. Είχαμε βράσει και αυγά, αλλά δεν τα βάψαμε κόκκινα…” (Ελευ­θέ­ριος Ειμαρ­μέ­νος ” Μαρ­τυ­ρίες 40-41″)

*- Την άνοιξη του 1935, ο ποιητής Ανδρέας Εμπει­ρί­κος κι εγώ απο­βι­βα­ζό­μα­σταν στο λιμάνι της Μυτι­λή­νης. Μια πρό­σκληση να περά­σουμε τις ημέρες του Πάσχα σε σπίτι φιλικό ήταν η αφορμή. Αλλά η αιτία η βαθύ­τερη ήταν να βαδί­σουμε πάνω στα ίχνη που δεν μπορεί παρά να είχε αφήσει, πεθαί­νο­ντας εκεί ένα χρόνο πριν, ο λαϊκός ζωγρά­φος Θεό­φι­λος. (…) Από δρόμους άφτια­χτους, κακο­τρά­χα­λους, μισο­πα­τη­μέ­νους απ’ το βλα­στο­μά­νημα του Μαγιού, προ­ω­θη­θή­καμε ως τις πιο ξεμο­να­χια­σμέ­νες άκριες του νησιού, ως τα πιο λιγο­σύ­χνα­στα χωριά και δεν αφήσαμε καφε­νείο για καφε­νείο που να μη στα­μα­τή­σουμε. Όσο που να ‘ρθει ο καφές ή η λεμο­νάδα, το μάτι μας είχε κιόλας φέρει βόλτα εκατό φορές τους τέσ­σε­ρις τοίχους του μαγα­ζιού. Κι όταν, όπως μας έλαχε μερικές φορές, σπάνιες είναι η αλήθεια, επι­ση­μαί­ναμε αναρ­τη­μένο έργο του Θεό­φι­λου, με τρόπο φέρναμε την κου­βέ­ντα, ζητού­σαμε πλη­ρο­φο­ρίες, αρχι­νού­σαμε τα παζάρια, τέλος, φορ­τώ­ναμε στο αυτο­κί­νητό μας το λάφυρο και φεύγαμε. (από­σπα­σμα απο το βιβλίο του Οδυσσέα Ελύτη “Ο ζωγρά­φος Θεό­φι­λος”, Εκδ. Γνώση).

Με πλη­ρο­φο­ρίες από ΑΠΕ-ΜΠΕ

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.