ΡΕΠΟΡΤΑΖ

«Τι θα συμβεί αν ένας κροκόδειλος χτυπήσει την πόρτα σας και ζητήσει λίγη ζάχαρη;»

news room 6 λεπτά ανάγνωση
πάσχα3

Γράφει ο

Νεκτά­ριος Καλο­γή­ρου

Τέτοια εποχή στο χωριό μου, στις Φάνες, στις ομάδες των χωριών κυριαρ­χούσε μια φράση: «Επίθεση στα μού­σμουλα» και την ανα­φω­νού­σαμε σα να ‘ταν πολε­μικό κάλεσμα «Εεε- πί- θεσήηηη στααα μούσμου- λάαα!!!». Δεν υπήρχε κάποια αλλη­γο­ρία στο κάλεσμα, ούτε και κάποιος μυστι­κός κώδικας πίσω από το όνομα του ταπει­νού φρούτου. Ηταν η εποχή που οι μου­σμου­λιές βάραι­ναν από ζου­με­ρές υπο­σχέ­σεις, συνε­χείς και ατε­λεί­ω­τες. Ήταν Απρίλης, άνοιξη, μήνας της γλύκας, προ­άγ­γε­λος των παγωτών που τα μετρού­σαμε ένα – ένα ως το Σεπτέμ­βρη.

Οι επι­θέ­σεις ξεκι­νού­σαν περίπου από τα μέσα του μήνα και μέχρι το τέλος του, δεν έμενε μού­σμουλο ούτε για δείγμα. Ο στόχος μας βρι­σκό­ταν κρυμ­μέ­νος πίσω από ασπρι­σμέ­νους τοίχους, ξεχώ­ριζε πάνω από πεζού­λια ή φαι­νό­ταν μέσα σε αυλές που τις οριο­θε­τού­σαν χαμηλοί, περί­τε­χνοι φράχτες από τσι­με­ντέ­νια κολω­νά­κια και μοτίβα σε σχήμα ιβίσκου. Αυτού του είδους οι φράχτες ήταν οι πιο εύκολοι. Παίρ­ναμε φόρα, τρέχαμε, βάζαμε τα χέρια στην πέτρινη κου­πα­στή και πηδού­σαμε από πάνω. Βέβαια όλο αυτό θα μπο­ρούσε να γίνει πιο εύκολα, όμως θα χανόταν το θέαμα ως από­δειξη ικα­νο­τή­των και μυστι­κών δυνά­μεων, καλά κρυμ­μέ­νων. Ήμασταν όλα αδύνατα παιδιά, γεμάτα νεύρο, συνήθως ξυπό­λυτα και σχεδόν όλα ίδια. Πώς να ξεχω­ρί­σει ο ένας από τον άλλο, αν όχι από την επι­δε­ξιό­τητα στο κλέψιμο των μού­σμου­λων. Ξέχωρα η πιθα­νό­τητα όλα αυτά να τα παρα­κο­λου­θούσε και να τα θαύμαζε κάποιο κορίτσι που ‘ταν κρυμ­μένο πίσω από τα παρά­θυρα της γει­το­νιάς.

Βέβαια, οι γυναί­κες του χωριού δεν ήταν πολύ χαρού­με­νες από τη δράση μας. Ηθελαν τις μου­σμου­λιές τους περι­ποι­η­μέ­νες, συμ­με­τρι­κές, με τον κορμό ασβε­στω­μένο, καθαρά πράσινα τα φύλλα και ολο­κί­τρι­νους τους καρπούς να κρέ­μο­νται σε πλούσια τσαμπιά. Οι μου­σμου­λιές ήταν μια περί­φημη από­δειξη της νοι­κο­κυ­ρο­σύ­νης τους.

Οι παρέες των αγοριών, όταν δεν έκλεβαν μού­σμουλα ή τρυφερά αμύ­γδαλα ή άγουρα χρυ­σό­μηλα, έπαιζαν πόλεμο. Τότε φάνταζε τόσο μακρι­νός. Ένα ξύλο, μισό μέτρο τάβλας από κάποια οικο­δομή και έτοιμο το όπλο. Ούτε σκαν­δάλη, ούτε κάννη, ούτε καν στό­χα­στρο. Ένα κομμάτι ξύλο και με τις φωνές μας γινόταν όλη η μάχη. «Ντου – ντου – ντου – ντου, σ’ έφαγα»… «όχι, εγώ σ’ έφαγα πρώτος» και αμέσως άρχιζε το κυνη­γητό. «Ιου, ίου, ίου» και οι ήρωες από τους «Ντιούκς», με τον Τζον, το σερίφη Ρόσκο και την κόκκινη Ford Taurus “01” ζωντά­νευαν στους δρόμους του χωριού.

Εξίσου σοβαρό θέμα, όχι απαι­τού­μενο, μα σοβαρό ήταν ο εντυ­πω­σια­σμός των κορι­τσιών. Όταν έπρεπε να γίνει είχε ιερο­τε­λε­στία… στην κυριο­λε­ξία.

Δια­κο­πές του Πάσχα και τα σχολεία ήταν κλειστά και τα κορί­τσια δεν έλεγαν να ξεμυ­τί­σουν από το σπίτι, ήταν κι εκείνα παιδιά του δημο­τι­κού κι ας μην τους φαι­νό­ταν. Έτσι, η πιο σίγουρη επιλογή για να τα δούμε ήταν η εκκλη­σία. Ευτυχώς η Σαρα­κο­στή έχει Θείες Λει­τουρ­γίες κάμπο­σες και ολό­κληρη η ‘ματταρία’ στοι­βα­ζό­μα­σταν στα θρονιά απέ­να­ντι από εκείνες. Αυτό του­λά­χι­στον μέχρι να έρθουν οι μεγάλοι και με μια σφα­λιάρα να κάμψουν τις αντι­στά­σεις μας να παρα­δώ­σουμε τις θέσεις. Αδικία, μεγάλη αδικία. Το λέγαμε, μα έπεφτε κι άλλη σφα­λιάρα. Ο μόνος που δεν τις έτρωγε ήταν το «παπα­δάκι». Ήταν πάντα ένας από ‘μας. Φορού­σαμε το «καλυμ­μαύκι» ή όπως ονο­μά­ζαμε εκείνο το ράσο που σκέπαζε ρούχα και τσέπες γεμάτες μού­σμουλα, πιάναμε τη λαμπάδα και προη­γού­μα­σταν του ιερέα που διάβαζε το Ευαγ­γέ­λιο. Προ­χω­ρού­σαμε με κατά­νυξη και κλω­τσού­σαμε στα κρυφά τους φίλους μας, που κι εκείνοι προ­σπα­θού­σαν να μας βάλουν τρι­κλο­πο­διά. Παρά τα εμπόδια, το «παπα­δάκι» δεν έπεφτε ποτέ.

Έπεφτε όμως σφα­λιάρα, από όποιον μεγάλο ήταν κοντά.

Τέλος πάντων, το καθήκον της λαμπά­δας ήταν σοβαρή υπόθεση, καθώς τότε ξεχώ­ρι­ζαν οι γαμπροί. Είναι ο γιος του τάδε, της τάδε, με το χωράφι στα «Αλώνια». Σοβαρές, συζη­τή­σεις υπό το κατα­νυ­κτικό φως της Μεγάλης Εβδο­μά­δας. Πολλοί γαμπροί ξεχώ­ρι­ζαν τότε, μικροί και μεγάλοι. Οι μικροί σήκωναν τη λαμπάδα, οι μεγάλοι έψελναν· οι μικροί τη Μεγάλη Πέμπτη κου­βα­λού­σαμε τα εξα­πτέ­ρυγα, οι μεγάλοι το σταυρό ή την επομένη τον Επι­τά­φιο.

Πόσες και πόσες ματιές ανταλ­λάσ­σο­νταν τότε· πόσοι και πόσοι αρρα­βώ­νες γινό­ντου­σαν μέσα στο καλο­καίρι ως απο­τέ­λε­σμα της Μεγάλης Εβδο­μά­δας. Δεν ήταν όλοι από έρωτα. Θυμάμαι μια σειρά επι­χει­ρή­ματα σ’ ένα προ­ξε­νιό μιας όμορφης κόρης που αρνού­νταν το γαμπρό:

– Να πάρεις κόρη μου τον Αντώνη, ο πατέρας του έχει αυτο­κί­νητο 10 εκα­τομ­μυ­ρίων

– Τι είναι, Μερ­σε­ντές;

– Όχι, μπε­το­νιέρα

Ετσι κυλού­σαν οι μέρες κι εμείς ήμασταν παιδιά που μεγα­λώ­ναμε γεμάτα γεύσεις, νεύρο, εικόνες, γέλια, απο­γοη­τεύ­σεις, σπα­σμένα κούτελα, σφα­λιά­ρες, ματιές και μια φαντα­σία πλούσια. Αν ο Ιταλός δάσκα­λος Τζιάνι Ροντάρι ερχόταν να μας ρωτήσει: «τι θα συνέ­βαινε αν μια μέρα ένας κρο­κό­δει­λος χτυ­πούσε το κου­δούνι της πόρτας σας και ζητούσε λίγη ζάχαρη;», εμείς είχαμε έτοιμες πολλές πιθανές απα­ντή­σεις και ιστο­ρίες για να του πούμε. Ιστο­ρίες χιλιά­δες, από μια φαντα­σία αχα­λί­νωτη, από όλους μας.

Διάβασα πριν μερικές ημέρες ένα βιβλίο που ‘φερε τον τίτλο: «Η τέχνη της δημιουρ­γίας ανα­μνή­σεων», του Δανού συγ­γρα­φέα Μάικ Βάι­κινγκ, εκδό­σεις Μίνωας. Στις σελίδες του περι­γρά­φο­νται όλες εκείνες οι στιγμές που μπορούν να δώσουν χαρά και να κρα­τη­θούν για χρόνια στη μνήμη αρκεί να εμπλου­τι­σθούν με αισθή­σεις. Π.χ. μια όμορφη βόλτα στην παραλία, μπορεί να μείνει ως συγκε­κρι­μένη ανά­μνηση αν γονα­τί­σουμε και μυρί­σουμε τα φύκια (συμ­με­τοχή της όσφρη­σης) ή αν βρούμε και μια όμορφη πέτρα (συμ­με­τοχή αφής) για να πάρουμε πίσω στο σπίτι ως ανα­μνη­στικό αυτής της δρα­στη­ριό­τη­τας. Μάλιστα ο Βάι­κινγκ έχει στήσει ολό­κληρο «Ινστι­τούτο Έρευνας Ευτυ­χίας» (στη Δανία όλα γίνο­νται) και βγάζει τρελά λεφτά διδά­σκο­ντας τρόπους να κρα­τη­θούν οι ανα­μνή­σεις ζωντα­νές και σε κάθε θλίψη, μοναξιά ή όποιο άλλο αρνη­τικό συναί­σθημα να γίνεται προ­σφυγή σε αυτές. Στο θεώρημά του λέει πως οι ανα­μνή­σεις προ­κα­λούν νοσταλ­γία και αυτή με τη σειρά της είναι συν­δε­δε­μένη με το αίσθημα της ευφο­ρίας, διότι συν­δέ­ε­ται με εικόνες που στο πέρασμα του χρόνου οι αιχμές τους στρογ­γυ­λεύ­ουν και γίνο­νται όμορφες.

Στο τελεί­ωμα του βιβλίου, έστειλα μήνυμα «6» στο 13033 και βγήκα για την ήπια σωμα­τική άσκηση που επι­τρέ­πουν τα περιο­ρι­στικά μέτρα κατά του κορω­νοϊού.

Στην πορεία σκε­φτό­μουν το πόσο τυχεροί υπήρ­ξαμε όλοι εμείς που ζήσαμε ως παιδιά τις δεκα­ε­τίες του ’70, ίσως και του ’80, που το μόνο που είχαμε ήταν η παι­δι­κό­τητα και η ατε­λεί­ωτη φαντα­σία. Με αυτήν φτιά­χναμε κόσμους, ανα­γνω­ρί­ζαμε τις εποχές από τα φρούτα τους, γελού­σαμε με την καρδιά μας και αφιε­ρώ­ναμε όλες μας τις στιγμές στο παι­χνίδι. Στη δια­δρομή σκέ­φτηκα το παιδί μου, την κόρη μου, που δεν ήθελε να έρθει μαζί στον περί­πατο, πιθανώς γιατί εύρισκε πιο δια­σκε­δα­στικό το scroll down στο κινητό. Σε εκείνη τη βόλτα, κοίταξα πιο προ­σε­κτικά τριγύρω και είδα πως δεν είναι λίγες οι αυλές στις πολυ­κα­τοι­κίες που ‘χουν φυτε­μέ­νες μου­σμου­λιές, αμυ­γδα­λιές, καϊσιές, κι όλες μα όλες ήταν φορ­τω­μέ­νες με καρπούς. Μα δεν υπάρ­χουν παιδιά που να λαχτα­ρούν να εξο­λο­θρεύ­σουν αυτές τις λιχου­διές;

Ανα­ρω­τιέ­μαι για το ποΎ μπορεί να κρύ­βε­ται η ευτυχία τους και αν τελικά εμείς που μεγα­λώ­σαμε με κάπως πιο αγνό τρόπο ζωής παρα­δί­δουμε στα παιδιά τέτοιο κόσμο, αυτά που μεγα­λώ­νουν χωρίς φαντα­σία, ως ενή­λι­κοι τι είδους κόσμο θα παρα­δώ­σουν στους δικούς τους απο­γό­νους; Σε ποιες ανα­μνή­σεις θα βρί­σκουν ένα νοσταλ­γικό κατα­φύ­γιο στις δύσκο­λες στιγμές τους;

Ισως η απά­ντηση να κρύ­βε­ται στη «Γραμ­μα­τική της φαντα­σίας» του Ροντάρι… «κι αν ένας κρο­κό­δει­λος χτυ­πή­σει την πόρτα σας και ζητήσει λίγη ζάχαρη, τι θα συμβεί;». Ισως τελικά η καρα­ντίνα να είναι μια πρώτης τάξης ευκαι­ρία για την ανα­ζή­τηση τρόπων δημιουρ­γίας όμορφων ανα­μνή­σεων για εκείνα που ακόμα δεν έχουν ανα­κα­λύ­ψει τον υπέροχο κόσμο της φαντα­σίας, αλλά και για εμάς που κάποια στιγμή στη ζωή μας καλέ­σαμε τον κρο­κό­δειλο στο σπίτι, του προ­σφέ­ραμε καφέ και τσου­γκρί­σαμε μαζί του κόκκινα αυγά του Πάσχα.

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου 1 σχόλιο

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

  1. terres

    Εμείς μικροί παίζαμε πόλεμο με ψεύτικα πιστόλια και όταν ρίχναμε σε αντίπαλο έλεγε <> έπιανε το στήθος και έπεφτε κάτω κάνοντας τον νεκρό! Μετα κάποιος άλλος που τον πυροβολούσαν έλεγε <> και παρτον και αυτόν κάτω τεζα! Τελικά νικαγε η ομάδα που τρωγόντουσαν οι λιγότεροι. Πάντως το nerf war που παίζουν τα σημερινά παιδιά είναι πιο interactive.