ΤΟΠΙΚΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ

Παρέμβαση του Βασ. Υψηλάντη κατά τη συζήτηση αναθεώρησης άρθρων του Συντάγματος

news room 1 λεπτό ανάγνωση
544

Ο Βου­λευ­τής Δω­δε­κα­νή­σου Βα­σί­λης Α. Υψη­λά­ντης κατά τη συ­ζή­τη­ση της ανα­θε­ώ­ρη­σης των άρ­θρων του Συ­ντάγ­μα­τος, σχε­τι­κά με τις σχέ­σεις εκ­κλη­σί­ας και πο­λι­τεί­ας και για τον τύπο του όρκου που δί­δε­ται από τον Πρό­ε­δρο της Δη­μο­κρα­τί­ας, υπε­ρα­μύν­θη­κε της θέ­σε­ως για δια­τή­ρη­ση του άρ­θρου 3. Ει­δι­κό­τε­ρα κα­τέ­θε­σε τη συμ­βο­λή της εκ­κλη­σί­ας, στη δια­τή­ρη­ση της ορ­θό­δο­ξης πί­στης και της γλώσ­σας στα Δω­δε­κά­νη­σα, παρά τα πε­ντα­κό­σια χρό­νια σκλα­βιάς, χάριν της εκ­κλη­σί­ας. Σε σχέση με τη λει­τουρ­γία του Οι­κου­με­νι­κού Πα­τριαρ­χεί­ου τό­νι­σε ότι «Για την πα­ρά­γρα­φο 2 του άρ­θρου 3 θα ήθελα να μι­λή­σω και ως Δω­δε­κα­νή­σιος. Η οποια­δή­πο­τε κα­τάρ­γη­ση ή πε­ριο­ρι­στι­κή του ανα­φο­ρά θα επη­ρέ­α­ζε αρ­νη­τι­κά τα κε­κτη­μέ­να του Οι­κου­με­νι­κού Πα­τριαρ­χεί­ου στις Επαρ­χί­ες-μη­τρο­πό­λεις Δω­δε­κα­νή­σου που υπά­γο­νται απευ­θεί­ας διοι­κη­τι­κά σε αυτό, δια­τα­ράσ­σο­ντας εν­δε­χο­μέ­νως ακόμα τον διε­θνι­κό του χα­ρα­κτή­ρα, τη θε­με­λιώ­δη νο­μι­μό­τη­τα αλλά και την πνευ­μα­τι­κή -πο­λι­τι­στι­κή του δια­σύν­δε­ση με την Ελ­λη­νι­κή Δη­μο­κρα­τία.».

Κατά τη συ­ζή­τη­ση της ενό­τη­τας των άρ­θρων αυτών, ο Βου­λευ­τής Δω­δε­κα­νή­σου κλή­θη­κε να προ­ε­δρεύ­σει σε προ­σω­ρι­νή αντι­κα­τά­στα­ση του Προ­έ­δρου της Επι­τρο­πής.

Το πλή­ρες κεί­με­νο της πα­ρέμ­βα­σης του Βα­σί­λη Α. Υψη­λά­ντη έχει ως εξής:

Κύριε Πρό­ε­δρε,

Κυ­ρί­ες και Κύ­ριοι Βου­λευ­τές,

.Κάθε κρά­τος έχει ιστο­ρι­κή συ­νέ­χεια και συ­νέ­πεια και αυτό πρέ­πει να θε­σμο­θε­τεί­ται αξια­κά και κα­νο­νι­στι­κά.

Η θε­ω­ρή­σεις για την επι­κρα­τού­σα θρη­σκεία όχι μόνον αθώες ήταν αλλά και χρή­σι­μες στην ιστο­ρι­κή δια­δρο­μή του κρά­τους μας και του έθνους μας. Και αυτό κα­τα­θέ­τει βου­λευ­τής προ­ερ­χό­με­νος από, την τε­λευ­ταία πε­ριο­χή που εν­σω­μα­τώ­θη­κε στον Εθνι­κό κορμό, τα Δω­δε­κά­νη­σα και που οι πρό­γο­νοι του, μετά από 500 χρό­νια σκλα­βιάς, χάριν στην εκ­κλη­σία, τη θρη­σκεία μας κα­τά­φε­ραν να δια­τη­ρή­σουν τη γλώσ­σα και την πίστη τους μέχρι την εθνι­κή δι­καί­ω­ση.

Μέσα από τις ισχύ­ου­σες Συ­νταγ­μα­τι­κές δια­τά­ξεις διαρ­ρυθ­μί­ζο­νται οι σχέ­σεις και των εκ­κλη­σια­στι­κών προ­σώ­πων με­τα­ξύ τους σε πα­γιω­μέ­να και στα­θε­ρά κρί­σι­μες πε­ρι­στά­σεις για το Έθνος. Συ­νε­πώς η οποια­δή­πο­τε ανα­θε­ώ­ρη­ση μπο­ρεί να δια­τα­ρά­ξει αυτή τη συ­νέ­χεια και τη σωστή της κα­το­χύ­ρω­ση.

Ιδιαί­τε­ρη μά­λι­στα ανα­φο­ρά θέλω να κάνω για τη συ­νταγ­μα­τι­κή μας τάξη στο Οι­κου­με­νι­κό Πα­τριαρ­χείο που συμ­βάλ­λε­ται συ­νερ­γα­τι­κά με την ελ­λη­νι­κή έν­νο­μη τάξη και στην Εκ­κλη­σία της Ελ­λά­δος που είναι αυ­το­κέ­φα­λη με όρους χρη­στής διοί­κη­σης και νο­μι­μό­τη­τας σε έναν ευ­ρύ­τε­ρο θε­μι­τό έλεγ­χο.

Για την πα­ρά­γρα­φο 2 του άρ­θρου 3 θα ήθελα να μι­λή­σω και ως Δω­δε­κα­νή­σιος. Η οποια­δή­πο­τε κα­τάρ­γη­ση ή πε­ριο­ρι­στι­κή του ανα­φο­ρά θα επη­ρέ­α­ζε αρ­νη­τι­κά τα κε­κτη­μέ­να του Οι­κου­με­νι­κού Πα­τριαρ­χεί­ου στις Επαρ­χί­ες-μη­τρο­πό­λεις Δω­δε­κα­νή­σου που υπά­γο­νται απευ­θεί­ας διοι­κη­τι­κά σε αυτό, δια­τα­ράσ­σο­ντας εν­δε­χο­μέ­νως ακόμα τον διε­θνι­κό του χα­ρα­κτή­ρα, τη θε­με­λιώ­δη νο­μι­μό­τη­τα αλλά και την πνευ­μα­τι­κή -πο­λι­τι­στι­κή του δια­σύν­δε­ση με την Ελ­λη­νι­κή Δη­μο­κρα­τία.

Το άρθρο 3 παρ. 3 πράγ­μα­τι είναι κα­τά­λοι­πο των ευαγ­γε­λι­κών της ανα­θε­ώ­ρη­σης του 1911 για τη με­τά­φρα­ση και ερ­μη­νεία ιερών κει­μέ­νων θέ­το­ντας πε­ρισ­σό­τε­ρο μία θε­σμι­κή ιστο­ρι­κή εγ­γύ­η­ση υπέρ της Ορ­θό­δο­ξης

Εκ­κλη­σί­ας που διό­λου δεν δια­τα­ράσ­σει στις μέρες μας την διευ­ρυ­μέ­νη ελευ­θε­ρία της έκ­φρα­σης.

Η θρη­σκευ­τι­κή ου­δε­τε­ρό­τη­τα και θρη­σκευ­τι­κή ελευ­θε­ρία του κρά­τους δια­φυ­λάτ­τε­ται και δια­σφα­λί­ζε­ται ευ­διά­κρι­τα από το άρθρο 13 παρ. 1 του Συ­ντάγ­μα­τος. Αλλά και από την Ευ­ρω­παϊ­κή Σύμ­βα­ση Δι­καιω­μά­των του Αν­θρώ­που και τον Χάρτη Θε­με­λιω­δών Δι­καιω­μά­των της Ε.Ε. με υπερ­νο­μο­θε­τι­κή ισχύ μέσω του άρ­θρου 28 του Συ­ντάγ­μα­τος ως πρω­το­γε­νές δί­καιο. Οποια­δή­πο­τε προ­σθή­κη είναι ανώ­φε­λη και θε­σμι­κά επι­κίν­δυ­νη πολ­λα­πλά.

Η συ­νταγ­μα­τι­κή ανα­θε­ώ­ρη­ση δεν είναι πο­λι­τι­κό παι­χνί­δι εντυ­πώ­σε­ων, πρέ­πει να ερ­γα­στού­με με συ­νεί­δη­ση του Κα­νο­νι­στι­κού και του Εφαρ­μο­στι­κού χα­ρα­κτή­ρα του Συ­ντάγ­μα­τος ως θε­με­λιώ­δη κα­νό­να δι­καί­ου με άξονα τη κοι­νω­νι­κή συ­νο­χή και πρό­ο­δο με ιστο­ρι­κή επί­γνω­ση και ζω­ντα­νή γνώση των πε­ρι­στά­σε­ων του σή­με­ρα και των προ­κλή­σε­ων του αύριο.

Να σας υπεν­θυ­μί­σου­με απλώς τη σχε­τι­κή διά­τα­ξη και της Συν­θή­κης Λει­τουρ­γί­ας της Ε.Ε. το άρθρο 17: ” 1. Η Ένωση σέ­βε­ται και δεν θίγει το κα­θε­στώς που έχουν σύμ­φω­να με το εθνι­κό δί­καιο οι εκ­κλη­σί­ες και

οι θρη­σκευ­τι­κές ενώ­σεις ή κοι­νό­τη­τες στα κράτη μέλη.

2. Η Ένωση σέ­βε­ται επί­σης το κα­θε­στώς που έχουν σύμ­φω­να με το εθνι­κό δί­καιο οι φι­λο­σο­φι­κές και μη ομο­λο­για­κές ορ­γα­νώ­σεις.

3. Ή Ένωση δια­τη­ρεί ανοι­χτό, δια­φα­νή και τα­κτι­κό διά­λο­γο με τις εκ­κλη­σί­ες και τις ορ­γα­νώ­σεις αυτές, ανα­γνω­ρί­ζο­ντας την ιδιαί­τε­ρη ταυ­τό­τη­τα και συμ­βο­λή τους.

Όταν λοι­πόν η ίδια η Ευ­ρω­παϊ­κή Έν­νο­μη τάξη θέτει αυτόν τον συ­νταγ­μα­τι­κό και θε­σμι­κό σε­βα­σμό στις θρη­σκευ­τι­κές συν­θή­κες των κρα­τών-μελών η Ελ­λά­δα ποιό λει­τουρ­γι­κό πρό­βλη­μα έχει επί της αδια­πραγ­μά­τευ­της θρη­σκευ­τι­κής ώστε να προ­χω­ρή­σει σε μία επι­κίν­δυ­νη και πε­ριτ­τή Ανα­θε­ώ­ρη­ση;

Κλεί­νο­ντας σχε­τι­κά με τον όρκο επι­θυ­μώ να επι­ση­μαί­νω ότι υπό το ισχύ­ον Σύ­νταγ­μα η ελευ­θε­ρία της θρη­σκευ­τι­κής συ­νεί­δη­σης επι­τρέ­πει και στους βου­λευ­τές (όπως ήδη αρ­κε­τοί το πράτ­τουν) και στον Πρό­ε­δρο της Δη­μο­κρα­τί­ας να αρ­νη­θούν θρη­σκευ­τι­κό όρκο. Ξε­κι­νώ­ντας από το αξί­ω­μα αυτό και με δε­δο­μέ­νο ότι το Σύ­νταγ­μα του 75, σε αντί­θε­ση με το Σύ­νταγ­μα του 1952, δεν ορί­ζει υπο­χρέ­ω­ση του ανώ­τα­του άρ­χο­ντα να πρε­σβεύ­ει την θρη­σκεία της ανα­το­λι­κής ορ­θό­δο­ξης εκ­κλη­σί­ας, προ­βλέ­πει όμως μόνον το ένα χρι­στια­νι­κό ορ­θό­δο­ξο τύπο όρκου, επι­βε­βλη­μέ­νη θεωρώ και για τον ΠτΔ τη δυ­να­τό­τη­τα όρκου σύμ­φω­να με τις συ­νταγ­μα­τι­κές ελευ­θε­ρί­ες. Άλ­λω­στε ο συ­νταγ­μα­τι­κός νο­μο­θέ­της του 75 (σε αντί­θε­ση με όλους τους προη­γού­με­νους πλην του Σ του

1927) προ­βλέ­πει τη δόση όρκου του αρ­χη­γού του κρά­τους μόνον ενώ­πιον της Βου­λής δίχως κα­τα­νά­γκη (όπως συ­νέ­βαι­νε σε προη­γού­με­να μας Συ­ντάγ­μα­τα) την ύπαρ­ξη θρη­σκευ­τι­κό­τη­τας στο τε­λε­τουρ­γι­κό της ορ­κο­δο­σί­ας.

Σας ευ­χα­ρι­στώ .

Σχολιασμός Άρθρου

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται.

Προσθέστε ένα σχόλιο

Το E-mail δεν θα δημοσιευτεί.
Πρέπει να συμπληρωθούν όλα τα πεδία για την υποβολή του σχολίου.