ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΑ

Αντώνης Απέργης (1938-2018): ο ζωγράφος και χαράκτης της ποιητικής ελεγείας

news room 1 λεπτό ανάγνωση
344

Γεν­νη­μέ­νος το 1938 στην Αθήνα, ο Αντώ­νης Απέρ­γης φα­νέ­ρω­σε την προ­διά­θε­σή του για την ζω­γρα­φι­κή, από τα παι­δι­κά του ήδη χρό­νια. Στην Ανω­τά­τη Σχολή Καλών Τε­χνών της Αθή­νας όπου φοί­τη­σε, εκ­δή­λω­σε από νωρίς το τα­λέ­ντο του, το οποίο αμέ­σως – όπως ήταν φυ­σι­κό –  ανα­γνω­ρί­στη­κε, αφ’ ης στιγ­μής σπού­δα­σε στα Ερ­γα­στή­ρια του Γ. Μό­ρα­λη (ζω­γρα­φι­κή) και του Κ. Γραμ­μα­τό­που­λου (χα­ρα­κτι­κή), έχο­ντας εξαρ­χής πάρει υπο­τρο­φία από το Ι.Κ.Υ. η οποία δια­τη­ρή­θη­κε, όχι μόνον καθ’ όλη τη διάρ­κεια των σπου­δών του, αλλά συ­νε­χί­στη­κε και κατά το διά­στη­μα των με­τα­πτυ­χια­κών του σπου­δών στο Πα­ρί­σι, όπου συ­μπλή­ρω­σε τις γνώ­σεις του γύρω από την συ­ντή­ρη­ση, το ψη­φι­δω­τό και τη νω­πο­γρα­φία. Εκτός από τη ζω­γρα­φι­κή, τη χα­ρα­κτι­κή, τη σκη­νο­γρα­φία και την επι­λε­κτι­κή ει­κο­νο­γρά­φη­ση εντύ­πων, στην επαγ­γελ­μα­τι­κή του στα­διο­δρο­μία ασχο­λή­θη­κε επί­σης με την δι­δα­σκα­λία γύρω από το ζω­γρα­φι­κό σχέ­διο, την σύν­θε­ση, καθώς και το χρώμα, απο­κτώ­ντας εν­θου­σιώ­δεις μα­θη­τές και θια­σώ­τες σε επώ­νυ­μες Σχο­λές, όπου η μα­κρο­χρό­νια δι­δα­κτι­κή συμ­βο­λή του, συ­νέ­τει­νε ώστε αυτές να απο­κτή­σουν πε­ρισ­σό­τε­ρο κύρος και αξιο­πι­στία.

Για τον Αντώ­νη Απέρ­γη δεν υπήρ­χε υλικό ή τε­χνι­κή που να μην μπο­ρού­σε να τα αξιο­ποι­ή­σει κα­τάλ­λη­λα και συν­δυα­στι­κά, στο μέτρο, στο βαθμό και στις ποιό­τη­τες που ήθελε να τα ανα­δεί­ξει, μέσα από το ιδιαί­τε­ρο κλίμα που κάθε φορά ήθελε να δη­μιουρ­γή­σει, το­νί­ζο­ντας με αι­σθα­ντι­κό­τη­τα το ευ­διά­κρι­τα προ­σω­πι­κό ύφος των έργων του. Εμπνε­ό­ταν από τη φύση και την υπο­βό­σκου­σα οδύνη ή την μυ­στη­ριω­δώς αέ­ρι­νη, όσο και φω­ταυ­γή με­λαγ­χο­λία της αν­θρώ­πι­νης απου­σί­ας. Άλ­λο­τε πάλι εμπνε­ό­ταν από ποι­κί­λα ερε­θί­σμα­τα, εκ­φρά­ζο­ντας τα ίχνη, μπο­ρεί και τις υπο­ψί­ες κά­ποιας ακα­θό­ρι­στης αν­θρώ­πι­νης πα­ρου­σί­ας ή τις πο­λι­τι­σμι­κές της ανα­φο­ρές στο διάβα του χρό­νου. Επο­μέ­νως, η προ­σο­χή του συχνά εστια­ζό­ταν στην «ει­κο­νο­ποί­η­ση» όχι των προ­κλή­σε­ων, (που αφορ­μή στο­χα­σμού και ενα­τέ­νι­σης του προ­σέ­φε­ρε η κα­θη­με­ρι­νό­τη­τα), αλλά των ιδιο­τή­των που διαι­σθα­νό­ταν και των φαι­νο­μέ­νων που πή­γα­ζαν από συμ­βο­λι­σμούς και αλ­λη­γο­ρί­ες.

Στα έργα του Αντώ­νη Απέρ­γη ο θε­α­τής έρ­χε­ται σε επαφή με τον διά­λο­γο μνη­μεια­κό­τη­τας και λε­πτο­μέ­ρειας, καθώς αυτός προ­βάλ­λε­ται μέσα από την λει­τουρ­γία του εφή­με­ρου, αλλά ταυ­το­χρό­νως και της τυ­χαί­ας ή της νο­μο­τε­λεια­κής επα­να­φο­ράς δια­φό­ρων αρ­χε­τύ­πων. Πρό­κει­ται για  όψεις και συ­μπε­ρι­φο­ρές αρ­χε­τύ­πων ή πα­λαιών θραυ­σμά­των και κα­τα­λοί­πων του δια­πο­λι­τι­σμι­κού μας πα­ρελ­θό­ντος, που πε­ρι­λαμ­βά­νο­νται στο υπο­συ­νεί­δη­το κι ανα­φύ­ο­νται απροσ­δό­κη­τα μέσα από τις πραγ­μα­τι­κό­τη­τες που βιώ­νου­με, όπως αυτές φα­ντά­ζουν στα όνει­ρα, αλλά και στις στιγ­μές της εγρή­γορ­σης. Αυτές οι «ει­κο­νο­ποι­ή­σεις» στα έργα του Αντώ­νη Απέρ­γη, πα­ρου­σιά­ζο­νται μέσα από τα εν­δε­χό­με­να της κυ­κλο­φο­ρί­ας τους στα πα­λίμ­ψη­στα της μνή­μης μας, στην φα­ντα­σία και στις πι­θα­νές επι­θυ­μί­ες μας, στην  νο­σταλ­γία και στις νέες κάθε φορά ανα­πο­λή­σεις μας, γε­φυ­ρώ­νο­ντας ανα­πά­ντε­χα την ατο­μι­κό­τη­τα με την συλ­λο­γι­κό­τη­τα.

Η ατμό­σφαι­ρα των έργων του συ­γκε­κρι­μέ­νου καλ­λι­τέ­χνη, ήταν και πα­ρα­μέ­νει να είναι αν­θε­κτι­κή στο χρόνο, γιατί είναι υπο­βλη­τι­κή, δια­πο­τι­σμέ­νη με ποι­η­τι­κή ελε­γεία, μέσα από την οποία ισορ­ρο­πεί το λυ­ρι­κό με το δρα­μα­τι­κό στοι­χείο, ο ρυθ­μός και η εκά­στο­τε υφο­λο­γία που επι­λέ­γει ο Αντώ­νης Απέρ­γης να απο­δώ­σει, καθώς συ­νο­μι­λεί στην ζω­γρα­φι­κή του ο ρε­α­λι­σμός με τον εξ­πρε­σιο­νι­σμό, η ευ­φρο­σύ­νη με την χαρ­μο­λύ­πη, ο σου­ρε­α­λι­σμός με την χει­ρο­νο­μια­κή αφαί­ρε­ση, η μέθη της ζωής με το ζω­τι­κό πλά­νε­μα του νου, με­τα­τρέ­πο­ντας κάθε ερω­τη­μα­τι­κό που ανα­φύ­ε­ται, (μέσα από τα αντι­κεί­με­να/σύμ­βο­λά του), σε θαυ­μα­στι­κό. Ό,τι πα­ρι­στά­νε­ται άλ­λω­στε στα έργα του, από υπό­θε­ση – μπο­ρεί να πει κα­νείς – ενός σε­να­ρί­ου, που δια­μορ­φώ­νει η κα­θη­με­ρι­νό­τη­τα του προ­φα­νούς,  με­τα­μορ­φώ­νε­ται σε σκη­νι­κό απο­κα­θή­λω­σης της υλι­κό­τη­τας που το δε­σμεύ­ει από την οπτα­σία. Κυ­ρί­ως, ένα θαυ­μα­στι­κό είναι εκεί­νο που κρύ­βε­ται, σαν αδιό­ρα­τη έκ­πλη­ξη, στα ύφαλα της γλώσ­σας των ει­κα­στι­κών μορ­φών του Αντώ­νη Απέρ­γη, μα πε­ρισ­σό­τε­ρο φω­λιά­ζει στα πα­ρα­λει­πό­με­να και στους ψι­θύ­ρους της. Εκεί­νους, που υπο­θάλ­πουν την απο­ρία και το αί­νιγ­μα, σε ό,τι εμπε­ριέ­χει το τραύ­μα και το θαύμα της κάθε υπέρ­βα­σης.

Αθηνά Σχινά

Ιστο­ρι­κός της Τέ­χνης & της Θε­ω­ρί­ας του Πο­λι­τι­σμού

Πρό­ε­δρος της Κ.E  του Μου­σεί­ου Νε­ο­ελ­λη­νι­κή­ςΤέ­χνης

του Δήμου Ρόδου

 

Σχολιασμός Άρθρου

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται.

Προσθέστε ένα σχόλιο

Το E-mail δεν θα δημοσιευτεί.
Πρέπει να συμπληρωθούν όλα τα πεδία για την υποβολή του σχολίου.