ΕΙΔΗΣΕΙΣ

Από την Κάσο έως τη Μύκονο και από τη Σίφνο έως το Καστελόριζο, με πυξίδα τους στίχους του Γιώργου Σεφέρη

news room 3 λεπτά ανάγνωση
Κάσος
«Κι όμως αγάπησα κάποτε
τη λεωφόρο Συγγρού
το διπλό λίκνι­σμα
του μεγάλου δρόμου
που μας άφηνε θαμα­τουργά
στη θάλασσα
την παντο­τινή για να μας πλύνει από τις αμαρ­τίες·».
Το επα­να­λαμ­βα­νό­μενο θαύμα της παντο­τι­νής θάλασ­σας, κάθε καλο­καίρι. Ισως γι’ αυτό έρχεται και ξανάρ­χε­ται το καλο­καίρι, ίσως γι’ αυτό δεν μπορώ να μην κάνω σχέδια και όνειρα για το καλο­καίρι…
Να ανα­ζη­τούμε ενα­γω­νίως με τα πόδια την κρυφή αγκαλιά της μικρής Σχοι­νού­σας των Μικρών Κυκλά­δων, στο πλευρό της Νάξου, που τα γαλα­ζο­πρά­σινα νερά πάνε να κάνουν κυκλα­δικά ειδώλια τα βότσαλα, ίδια και απα­ράλ­λα­χτα με αυτά που έχουν ενα­πο­τε­θεί τελε­τουρ­γικά πριν από αιώνες απέ­να­ντι, στην αινιγ­μα­τική Κέρο.
Να σπου­δά­ζουμε των βράχων τα αγάλ­ματα στην Αλι­μού­ντα της Σαρίας, στο βόρειο άκρο της Καρ­πά­θου, με τις σκέψεις να μην έχουν φύγει ακόμη από τον νου μας. Είναι όντως αυτός ο βορειο­α­φρι­κα­νι­κής έμπνευ­σης εγκα­τα­λε­λειμ­μέ­νος τώρα οικι­σμός ο μονα­δι­κός πει­ρα­τι­κός, καθώς λένε; Κι αυτά τα μπι­φτέ­κια που έψησε ο καπετάν Νίκος στα θαλασ­σό­ξυλα που ξέβρασε η θάλασσα, είναι τα νοστι­μό­τερα που έχουμε δοκι­μά­σει ποτέ;
Να ζούμε κάτω από τον παντο­δύ­ναμο ήλιο του Νότου μια πραγ­μα­τικά εξωτική, υπερ­κό­σμια, παραλία, τρι­γυ­ρι­σμένη από πυρω­μένα μάρμαρα, στα Αρμάθια της Κάσου, και να επι­διώ­κουμε την υπέρ­βαση μετρώ­ντας τα χρώματα που μπορεί να έχει η παλέτα της Μεσο­γείου ζωγρα­φί­ζο­ντας πάνω στη χρυσή άμμο. Εδώ είναι Καρ­πά­θιο πέλαγος.
Να δοκι­μά­ζουμε στου Δρυμώνα τ’ ακρο­γιάλι στη Λέρο τη γεύση του θέρους στο αλμυρό στόμα, δια­λέ­γο­ντας μεγάλες μπου­κιές θάλασ­σας από φούσκες, πίνες και μεγάλα στρεί­δια. Ξέρω, είναι σχεδόν αδύνατο να ξαναβρώ εκείνη την πιο αυθε­ντική γεύση του καλο­και­ριού που δοκί­μασα πάνω στην κου­βέρτα του τρε­χα­ντη­ριού του Σταυρή, που τώρα έχει αράξει απέ­να­ντι στην Κάλυμνο. Ελα να φας, με προ­σκά­λε­σαν. Κι έκατσα πάνω στο αμπάρι, έχοντας μπροστά μου ένα πιρούνι, μισή φραν­τζόλα ψωμί και ένα ταψί κακαβιά. Ετσι έτρωγαν οι ψαράδες που ζούσαν στο καΐκι τους.
«Κράτησα τη ζωή μου ψιθυ­ρι­στά μέσα στην απέ­ρα­ντη
σιωπή
δεν ξέρω πια να μιλήσω μήτε να συλ­λο­γι­στώ· ψίθυροι
σαν την ανάσα κυπα­ρισ­σιού
τη νύχτα εκείνη
σαν την ανθρώ­πινη φωνή της νυχτε­ρι­νής θάλασ­σας
στα χαλίκια
σαν ανά­μνηση της φωνής σου λέγο­ντας “ευτυχία”».
Μα, δεν είναι η Παρα­πορ­τιανή η πιο μεγάλη σταρ της Μυκόνου; Πόσα μικρά μικρά επίπεδα, κλί­μα­κες και καμπύ­λες χτίζουν την προ­σω­πι­κό­τητα και την ομορφιά της; Μια λοξή γραμμή, ένα επι­κλι­νές επίπεδο, ένα τόξο στην κορυφή. Ολα αυτά θα ήσαν ένας μεγάλος σωρός από ασβέστη αν δεν τα κοίταζε από ψηλά το μάτι του Θεού, αν δεν χάιδευε την Παρα­πορ­τιανή το φως του Αιγαίου. Ακτι­νο­βο­λεί, ακόμη και όταν δεν φωτί­ζε­ται. Να, όπως τώρα που ο ήλιος κατευ­θύ­νει τις ακτίνες του ανάμεσα στα σύννεφα του μελ­τε­μιού, πάνω σε ένα υπερ­σύγ­χρονο ιστιο­φόρο. Και μετά πάει προς τη Δήλο για να βασι­λέ­ψει…
Καλο­καίρι σημαί­νει να δια­σχί­σεις τη γοητεία της Χώρας της Ιου, να περά­σεις κάτω από δυο-τρία στε­γά­δια και να βγεις στην κορυφή της, στο θεωρείο της Πανα­γίας Γκρε­μιώ­τισ­σας, πίσω από την «ανα­μαλ­λια­σμένη» από το μελτέμι φοι­νι­κιά, να δεις τον ήλιο να δύει ανάμεσα στα νησιά και στα καράβια που περι­πλέ­ουν το ακρω­τή­ριο του Γιαλού με τον παλιό φάρο. Η δύση στο Αιγαίο δεν σκορπά καθόλου μελαγ­χο­λία, αλλά γλυ­κύ­τητα και ησυχία, προτού αρχίσει ένας ηχηρός, νέος, κύκλος ζωής, υπό τον ήλιο του μεσο­νυ­κτίου.
Ο δάσκα­λος Πανα­γιώ­της Τέτσης μάς έλεγε ότι ένα καλο­καίρι ζωγρά­φιζε από τον εξώστη του μικρού σπιτιού του στα Εξά­μπελα της Σίφνου το φεγγάρι να ανα­τέλ­λει από το πέλαγος. Το κατα­κόκ­κινο φεγγάρι στον σκο­τεινό αιθέρα. Πολλοί, όταν έβλεπαν τα έργα, νόμιζαν ότι ήταν δύση του εκτυ­φλω­τι­κού ήλιου που μαυ­ρί­ζει τον κόσμο. Οι ισορ­ρο­πίες των πραγ­μά­των είναι πολύ λεπτές.
«Μέσα στις θαλασ­σι­νές σπηλιές
υπάρχει μια δίψα υπάρχει μια αγάπη
υπάρχει μια έκσταση,
όλα σκληρά σαν τα κοχύλια
μπορείς να τα κρα­τή­σεις
μες στην παλάμη σου».
Πίσω από το μαγευ­τικό σκηνικό του Καστε­λό­ρι­ζου, ακόμη και με πολύ μικρό σκάφος, πρέπει να υπο­κλι­θείς για να μπο­ρέ­σεις να μπεις στη μεγάλη σάλα των γαλά­ζιων θαυ­μά­των. Το λιγοστό φως που μπαίνει από το κρυφό έμπα της θαλασ­σι­νής σπηλιάς αντα­να­κλά με χίλιες γαλά­ζιες απο­χρώ­σεις ψηλά στην οροφή, όπου οι στα­λα­κτί­τες εργά­ζο­νται υπο­μο­νε­τικά χιλιε­τίες για να δια­κο­σμή­σουν έναν περί­λα­μπρο ναό του καλο­και­ριού, ένα όνειρο θερινής ημέρας.

* Δημο­σιεύ­θηκε στο BHmagazino την Κυριακή 14 Μαϊου 2017.

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.