ΕΙΔΗΣΕΙΣ

Επιστροφή παράνομων αγροτικών επιδοτήσεων 425 εκατ. ζητεί το Ευρωδικαστήριο

news room 1 λεπτό ανάγνωση
αποζημιώσεις- αγρότες

Η απόφαση ζητά από την Αθήνα να πάρει πίσω παρά­νο­μες αγρο­τι­κές επι­δο­τή­σεις που είχαν δοθεί σε 800.000 αγρότες λόγω αντί­ξοων και­ρι­κών συν­θη­κών.

Ως παρά­νομη κρατική βοήθεια χαρα­κτη­ρί­ζει το ανώτατο Ευρω­παϊκό Δικα­στή­ριο αγρο­τι­κές επι­δο­τή­σεις συνο­λι­κού ύψους 425 εκατ. ευρώ που είχε δώσει η ελλη­νική κυβέρ­νηση σε αγρότες.

Την υπόθεση είχε πάει η Κομι­σιόν στο ευρω­δι­κα­στή­ριο, ενώ η ανώτατη δικα­στική αρχή απέρ­ριψε το αίτημα αναί­ρε­σης της Αθήνας.

Η απόφαση ζητά από την Ελλάδα να πάρει πίσω παρά­νο­μες αγρο­τι­κές επι­δο­τή­σεις που είχαν δοθεί σε 800.000 αγρότες λόγω αντί­ξοων και­ρι­κών συν­θη­κών.

Η απόφαση του Ευρω­δι­κα­στη­ρίου

Κατά το έτος 2009, ο Οργα­νι­σμός Ελλη­νι­κών Γεωρ­γι­κών Ασφα­λί­σεων (ΕΛΓΑ) – φορέας του Δημο­σίου ο οποίος έχει ως σκοπό την ασφά­λιση των αγρο­τι­κών εκμε­ταλ­λεύ­σεων όσον αφορά ζημίες οφει­λό­με­νες σε φυσι­κούς κιν­δύ­νους – κατέ­βαλε σε περίπου 800.000 Έλληνες αγρότες αντι­σταθ­μι­στι­κές ενι­σχύ­σεις συνο­λι­κού ύψους 425 εκα­τομ­μυ­ρίων ευρώ λόγω ζημιών που είχαν προ­κλη­θεί το 2008 εξαι­τίας δυσμε­νών και­ρι­κών συν­θη­κών.

Μέρος του ποσού αυτού προ­ερ­χό­ταν, κατά την Ελλάδα, από εισφο­ρές που είχαν κατα­βά­λει οι Έλληνες αγρότες στο πλαίσιο του συστή­μα­τος υπο­χρε­ω­τι­κής ασφα­λί­σεως του ΕΛΓΑ και οι οποίες ανέρ­χο­νταν σε του­λά­χι­στον 145 εκα­τομ­μύ­ρια ευρώ όσον αφορά τα έτη 2008 και 2009. Δεδο­μέ­νου ότι ο ελλη­νι­κός γεωρ­γι­κός τομέας χαρα­κτη­ρί­ζε­ται από την πρω­τί­στως οικο­γε­νεια­κού χαρα­κτήρα γεωργία και τις μικρού μεγέ­θους εκμε­ταλ­λεύ­σεις, καθένας από τους απο­ζη­μιω­θέ­ντες αγρότες έλαβε, κατά μέσο όρο, ποσό σχεδόν 500 ευρώ.

Με απόφαση της 7ης Δεκεμ­βρίου 2011 , η Επι­τροπή, λαμ­βά­νο­ντας ιδίως υπόψη τους κανόνες συμπε­ρι­φο­ράς που περι­λαμ­βά­νο­νται στο Προ­σω­ρινό κοι­νο­τικό πλαίσιο για τη λήψη μέτρων κρα­τι­κής ενι­σχύ­σεως, με σκοπό να στη­ρι­χθεί η πρό­σβαση στη χρη­μα­το­δό­τηση , χαρα­κτή­ρισε τα μέτρα αυτά ως παρά­νο­μες κρα­τι­κές ενι­σχύ­σεις μη συμ­βα­τές με την εσω­τε­ρική αγορά. Διέταξε, επο­μέ­νως, τις ελλη­νι­κές αρχές να ανα­κτή­σουν τις ενι­σχύ­σεις αυτές από τους δικαιού­χους τους.

Η Ελλάδα ζήτησε από το Γενικό Δικα­στή­ριο της Ευρω­παϊ­κής Ένωσης την ακύρωση της απο­φά­σεως αυτής και την ανα­στολή εκτε­λέ­σεώς της μέχρι την έκδοση της απο­φά­σεως επί της ουσίας.

Το 2012, ο Πρό­ε­δρος του Γενικού Δικα­στη­ρίου ανέ­στειλε την εκτέ­λεση της απο­φά­σεως, καθόσον με την απόφαση αυτή υπο­χρε­ω­νό­ταν η Ελλάδα να ανα­κτή­σει τις μη συμ­βα­τές ενι­σχύ­σεις από τους δικαιού­χους τους. Ωστόσο, το Γενικό Δικα­στή­ριο, το 2014, απέρ­ριψε την προ­σφυγή επί της ουσίας .

Κατόπιν τούτου, η Ελλάδα άσκησε αναί­ρεση ενώπιον του Δικα­στη­ρίου, με αίτημα τόσο την αναί­ρεση της απο­φά­σεως του Γενικού Δικα­στη­ρίου όσο και την ανα­στολή εκτε­λέ­σεως της απο­φά­σεως της Επι­τρο­πής έως την έκδοση απο­φά­σεως επί της αιτή­σεως αναι­ρέ­σεως. Το Δικα­στή­ριο απέρ­ριψε το αίτημα ανα­στο­λής εκτε­λέ­σεως για τον λόγο ότι η αίτηση αναι­ρέ­σεως δεν ήταν εκ πρώτης όψεως βάσιμη.

Με τη σημε­ρινή απόφασή του, το Δικα­στή­ριο επι­ση­μαί­νει καταρ­χάς ότι η είσπραξη των εισφο­ρών των αγροτών από το Δημόσιο και η εισα­γωγή τους στον κρατικό προ­ϋ­πο­λο­γι­σμό, πριν αυτές απο­δο­θούν από το Δημόσιο στον ΕΛΓΑ, αρκούν για να θεω­ρη­θεί ότι οι παροχές που χορηγεί ο ΕΛΓΑ προ­έρ­χο­νται από κρα­τι­κούς πόρους. Δεδο­μέ­νου, επίσης, ότι οι πλη­ρω­μές που κατέ­βαλε ο ΕΛΓΑ ήταν ανε­ξάρ­τη­τες των εισφο­ρών που είχαν κατα­βά­λει οι αγρότες, οι πλη­ρω­μές αυτές συνι­στού­σαν πλε­ο­νέ­κτημα το οποίο δεν θα είχαν οι δικαιού­χοι υπό κανο­νι­κές συν­θή­κες αγοράς και, επο­μέ­νως, είχαν επι­πτώ­σεις στον αντα­γω­νι­σμό.

Εν συνε­χεία, το Δικα­στή­ριο απορ­ρί­πτει το επι­χεί­ρημα που προ­έ­βαλε η Ελλάδα, η οποία, λαμ­βα­νο­μέ­νης υπόψη της σοβαρής κρίσεως που αντι­με­τώ­πιζε η ελλη­νική οικο­νο­μία το 2009, προ­σά­πτει στο Γενικό Δικα­στή­ριο ότι επι­βε­βαί­ωσε την εκτί­μηση της Επι­τρο­πής περί του ότι η κατα­βολή των ενι­σχύ­σεων παρέσχε στους Έλληνες αγρότες πλε­ο­νέ­κτημα όσον αφορά τον αντα­γω­νι­σμό το οποίο επη­ρέ­αζε το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών, μολο­νότι στην Ελλάδα τότε δεν επι­κρα­τού­σαν κανο­νι­κές συν­θή­κες αγοράς. Συγκε­κρι­μένα, το Δικα­στή­ριο κρίνει ότι το επι­χεί­ρημα αυτό έχει τον χαρα­κτήρα νέου επι­χει­ρή­μα­τος και πρέπει, επο­μέ­νως, να απορ­ρι­φθεί.

Τέλος, το Δικα­στή­ριο απορ­ρί­πτει επίσης το επι­χεί­ρημα της Ελλάδας ότι το Γενικό Δικα­στή­ριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο απο­φαι­νό­μενο ότι η Επι­τροπή δεν μπο­ρούσε να παρα­βλέ­ψει, αλλά ήταν υπο­χρε­ω­μένη να εφαρ­μό­σει τους κανόνες συμπε­ρι­φο­ράς που περι­λαμ­βά­νο­νται στο Προ­σω­ρινό κοι­νο­τικό πλαίσιο. Συγκε­κρι­μένα, το Δικα­στή­ριο επι­ση­μαί­νει ότι η Επι­τροπή, θεσπί­ζο­ντας τέτοιους κανόνες, αυτο­πε­ριο­ρί­σθηκε όσον αφορά την άσκηση της ευρείας εξου­σίας της εκτι­μή­σεως σχετικά με το αν είναι συμ­βα­τές με την εσω­τε­ρική αγορά οι ενι­σχύ­σεις με σκοπό την άρση σοβαρής δια­τα­ρά­ξεως της οικο­νο­μίας κράτους μέλους και, ως εκ τούτου, δεν μπορεί, καταρ­χήν, να απο­κλί­νει από τους κανόνες αυτούς.

Βεβαίως, το Δικα­στή­ριο διευ­κρι­νί­ζει επίσης ότι η Επι­τροπή μπορεί να υπο­χρε­ού­ται να απο­κλί­νει από τέτοιους κανόνες συμπε­ρι­φο­ράς και να εκτι­μή­σει αν οι οικείες ενι­σχύ­σεις είναι συμ­βα­τές εφαρ­μό­ζο­ντας απευ­θείας τη σχετική διάταξη της Συν­θή­κης , ιδίως οσάκις κράτος μέλος επι­κα­λεί­ται την ύπαρξη εξαι­ρε­τι­κών περι­στά­σεων που χαρα­κτη­ρί­ζουν συγκε­κρι­μένο τομέα της οικο­νο­μίας κράτους μέλους και δια­φο­ρο­ποιού­νται εκείνων τις οποίες λαμ­βά­νουν υπόψη τα πλαίσια αυτά.

Ωστόσο, το Δικα­στή­ριο δια­πι­στώ­νει ότι, εν προ­κει­μένω, η Ελλάδα δεν προ­έ­βαλε ενώπιον του Γενικού Δικα­στη­ρίου το επι­χεί­ρημα ότι συνέ­τρε­χαν τέτοιες εξαι­ρε­τι­κές ειδικές περι­στά­σεις στον ελλη­νικό γεωρ­γικό τομέα, οι οποίες δια­φο­ρο­ποιού­νταν από εκείνες που χαρα­κτή­ρι­ζαν τον ίδιο τομέα σε άλλα, ομοίως πλητ­τό­μενα από την οικο­νο­μική κρίση, κράτη μέλη και οι οποίες, επο­μέ­νως, θα μπο­ρού­σαν να επι­βά­λουν στην Επι­τροπή από­κλιση από το προ­σω­ρινό κοι­νο­τικό πλαίσιο.

Το Δικα­στή­ριο απορ­ρί­πτει επο­μέ­νως την εκ μέρους της Ελλάδας αίτηση αναι­ρέ­σεως, οπότε επι­κυ­ρώ­νε­ται η απόφαση της Επι­τρο­πής και το Ελλη­νικό Δημόσιο υπο­χρε­ού­ται να ανα­κτή­σει τις ενι­σχύ­σεις.

ΑΠΕ-ΜΠΕ

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.