ΕΙΔΗΣΕΙΣ

Κάσος: Πάθος στην Αγονη Γραμμή

news room 5 λεπτά ανάγνωση
Μύλος Κάσος

Μια λύρα που ανα­στε­νά­ζει στο κέντρο της ομή­γυ­ρης των κεφι­σμέ­νων γλε­ντι­στών είναι από τα πιο μεγάλα θαύματα στο Νότιο Αιγαίο. Εκεί, στο «τόξο της λύρας» – Κρήτη, Κάσος, Κάρ­πα­θος, Χάλκη -, μια μαντι­νάδα που γεν­νά­ται εν θερμώ από τα τρί­σβαθα της ψυχής της παρέας και εκτο­ξεύ­ε­ται σαν διάτ­το­ντας αστέρας στο στε­ρέ­ωμα του γλε­ντιού, μοιάζει πολύ με προ­σευχή, ιδιαι­τέ­ρως όταν τρα­γου­διέ­ται πάνω στον κασιώ­τικο σκοπό «πάθος», έναν βυζα­ντινό λυγμό: «Και τα πουλιά που ‘ναι πουλιά, έχουν κι εκείνα πάθη / Πάσι να φάσι τον καρπό και τα τσιμπά τ’ αγκάθι».

Και έχει αστεί­ρευτο πάθος το κασιώ­τικο γλέντι, ειδικά αυτό το πανη­γύρι του Δεκα­πε­νταύ­γου­στου στην Πέρα Παναγία, που είναι πολύ περισ­σό­τερα από ένα ξεφά­ντωμα, μια ισχυρή έκρηξη καλο­και­ριού. Είναι ένα μοί­ρα­σμα της ιδε­ο­λο­γίας της μικρής πατρί­δας, μια συμ­με­τοχή στην ομάδα αυτών που ξεκί­νη­σαν οι ίδιοι ή κάποιος πρό­γο­νός τους το πρώτο μεγάλο ταξίδι της ζωής τους από εδώ, από το μικρό, απί­στευτα γραφικό, λιμα­νάκι της Μπούκας. Γιατί αυτό είναι για εμάς πατρίδα. Το λιμάνι απ’ όπου λύνεις τους κάβους της ηλικίας για να αρχί­σεις να αρμε­νί­ζεις στον μπλάβο πόντο, περίπου όπως μοιάζει να ταξι­δεύει και η περι­καλ­λής εκκλη­σιά της Πανα­γίας, με το καμπα­να­ριό της στο­λι­σμένο με τα εορ­τα­στικά σινιάλα βαπο­ριών, ανάμεσα σε σπίτια καπε­τα­ναίων και παλιών καρα­βο­μα­ρα­γκών. «Ας είναι ευλο­γη­μένη η άσκηση / και όσα εστε­ρή­θεις, / την κυρί­αρχη τέχνη κερ­δί­ζο­ντας / να σε υπα­κούει ένα καράβι·» σημεί­ωνε σε ένα πακέτο τσιγάρα, στη γέφυρα του «Πηλέα», ο θαλασ­σι­νός φίλος του Σεφέρη, ο καπετάνιος-ποιητής από τούτες τις θάλασ­σες, Δ. Ι. Αντω­νίου. Αλλά ο καπετάν Αντώνης το λέει αλλιώς σήμερα στη μεγάλη αυλή της Πανα­γίας, με τον σκοπό «αλέντι»: «Ολο τον κόσμο γύρισα κι ακόμα τον γυρίζω / Μα πουθενά δεν γλέ­ντισα, όπως εγιά γλε­ντίζω». Σαν παρα­μύθι ολό­κλη­ρης ζωής η μνήμη…

Η κανέλα που πέφτει τελευ­ταία επάνω στο φημι­σμένο κασιώ­τικο πιλάφι που αχνίζει ακόμη – προτού το πιάτο φτάσει στα χέρια των σερ­βι­τό­ρων με τις άσπρες ποδιές οι οποίοι το μετα­φέ­ρουν χέρι χέρι στη μεγάλη σάλα με τις στρω­μέ­νες τάβλες – είναι ακριβώς αυτό: μια ανά­μνηση από μεγάλα ταξίδια σε μέρη εξωτικά. Αυτό προ­σθέ­τει την τόσο ιδιαί­τερη γεύση κοσμο­πο­λι­τι­σμού στην αρχέ­γονη γεύση του αρι­στο­κρα­τι­κού φαγητού, καθώς το ρύζι συμ­βό­λιζε πάντα την αφθονία των υλικών αγαθών και των συναι­σθη­μά­των. Γι’ αυτό βάζουν το πιλάφι στο κέντρο του συμπο­σίου της χαράς και του γλε­ντιού σε όλο το «τόξο της λύρας», στην Κρήτη, στην Κάσο, στην Κάτω και στην Πάνω Κάρπαθο. Μόνο στην Κάσο, όμως, βάζουν κανέλα στο πιλάφι, προ­φα­νώς επειδή εδώ έφερναν τα καράβια αυτό το εξωτικό, μυρω­δάτο ξύλο. Και όλη η αρχο­ντιά του κασιώ­τι­κου πιλα­φιού φαί­νε­ται ανήμερα του γάμου, το μεση­μέρι, όταν σερ­βι­ρι­σμένο στις παλιές πια­τέ­λες της Λόντρας, που είχαν να στο­λί­ζουν τα ράφια τους όλα τα καπε­τα­νό­σπιτα, οδεύει τελε­τουρ­γικά προς το σπίτι του γαμπρού, για να ευφραν­θεί η οικο­γέ­νειά του.

Το κασιώ­τικο πιλάφι είναι ένα µικρό μυθι­στό­ρημα, όχι μόνο για την παροι­μιώδη νοστι­μιά του, αλλά και γιατί είναι από τα φαγητά που παρα­πέ­μπουν χωρίς περι­στρο­φές απευ­θείας στη γεύση της ψυχής της Κάσου. Η στιγμή της ετοι­μα­σίας του σημαί­νει πολε­μικό συνα­γερμό στα μα(γ)έρικα, όπου πάνω στην παρα­στιά με τα ξύλα του τόπου κοχλά­ζουν τα μαντρο­κά­ζανα με τον ζωμό από ολάκερα αμνο­ε­ρί­φια ή κόκαλα από μοσχάρι. Οι σύντρο­φοι του πανη­γυ­ριού αδη­μο­νούν, με την όρεξη στο στόμα και τη φέτα το ψωμί τυλιγ­μένη στη χαρ­το­πε­τσέτα, να μπει στη γραμμή σύν­θε­σης του πιάτου του γλε­ντιού και το πιλάφι για να αρχίσει το σερ­βί­ρι­σμα. Ειδικά στο πανη­γύρι της Πανα­γίας, οι συμ­μέ­το­χοι στη χάρη Της κάθο­νται σε στρω­μέ­νες τάβλες μέσα στην αχανή σάλα και είναι πολλοί. Η σάλα αδειά­ζει και γεμίζει τρεις φορές και στη φωτιά στή­νο­νται ακόμη και τέσσερα καζάνια πιλάφι.

Οταν ρωτούν στην Κάσο αν ήταν καλό το φαΐ, εννοούν κυρίως αν ήταν νόστιμο το πιλάφι. Αν ήταν ζεστό, σπυρωτό, σωστά αλα­τι­σμένο, καθώς πρέπει αρτυ­μένο, αν είχε δύναμη ο ζωμός. Ολα αυτά γίνο­νται στο λεπτό, όταν τα άλλα τρία τεταρ­τη­μό­ρια του πιάτου του γλε­ντιού – οι ντολ­μά­δες, το κοκ­κι­νι­στό κρέας (κατσίκι ή αρνί) ή μοσχάρι ρολό και οι τηγα­νη­τές πατάτες – είναι ήδη έτοιμα από νωρίς. Και μέσα στα μαγέ­ρικα κυκλο­φο­ρούν μόνον άνδρες. Αυτοί μαγει­ρεύ­ουν στα γλέντια και ο μάγει­ρας που φτιά­χνει το πιλάφι είναι ονο­μα­στός.

Μόνο η µαεστρία του τυλίγµατος των μικρο­σκο­πι­κών κασιώ­τι­κων ντολ­μά­δων είναι προ­νό­μιο των γυναι­κών. Συγκε­ντρώ­νο­νται την παρα­μονή του γλε­ντιού με τις ποδιές τους στην πέρα αυλή της Πανα­γίας, κάθο­νται στις τάβλες και τυλί­γουν τα ντολ­μα­δά­κια. Εδώ μυού­νται στην τροφή της μικρής πατρί­δας τα νέα κορί­τσια. Είναι ευκαι­ρία. Μερικά κακο­τυ­λιγ­μένα ντολ­μα­δά­κια δεν πει­ρά­ζουν μέσα στον σωρό των εκα­το­ντά­δων καλο­δι­πλω­μέ­νων. Δεν θα ξεχάσω ποτέ ένα νεαρό κορίτσι που μου ζήτησε να το φωτο­γρα­φίσω καθώς τύλιγε στην αυλή της Πανα­γίας τους πρώτους της ντολ­μά­δες, για να στείλει τη φωτο­γρα­φία στη γιαγιά της και να της δείξει ότι είναι κοι­νω­νός των μυστη­ρίων της μικρής πατρί­δας.

Στο πανη­γύρι κατα­λα­βαί­νουμε ότι το φαγητό του γλε­ντιού δεν είναι για να τρα­φούμε και να πάρουμε θερ­μί­δες, ούτε απλώς για να ευφραν­θούμε, αλλά για να επι­κοι­νω­νή­σουμε, καθώς και οι πλέον απλές γεύσεις έχουν την ικα­νό­τητα να μας παίρ­νουν από το χέρι και να μας οδηγούν στα πλέον πολύ­πλοκα μονο­πά­τια της μνήμης. Μας ενδια­φέ­ρουν, περισ­σό­τερο από τη γεύση του, η μνήμη και η εμπει­ρία του τόπου που κουβαλά. Το κοινό συμπό­σιο είναι πάνω απ’ όλα συμ­με­τοχή. Στη μεγάλη θάλασσα των πολι­τι­σμών, τη Μεσό­γειο, οι οικο­γέ­νειες και οι κοι­νό­τη­τες δένο­νταν γύρω από το στρω­μένο τραπέζι στις χαρές και στις λύπες. Στην ελλη­νική γλώσσα, η λέξη σύντρο­φος περι­γρά­φει έναν ανώτερο δεσμό μεταξύ των ανθρώ­πων, ισάξιο και του αίματος. Κυριο­λε­κτικά σημαί­νει «αυτός με τον οποίο τρώμε μαζί στο ίδιο τραπέζι». Κι εμείς είμαστε ομο­τρά­πε­ζοι, άρα έχουμε έναν ισχυρό δεσμό, ανή­κουμε στην ίδια ομάδα που μοι­ρά­ζε­ται τα πάντα, τον ίδιο τόπο, την ίδια θάλασσα, τον ίδιο ουρανό, την ίδια δίψα για ζωή. Ας το γλε­ντή­σουμε…

BHmagazino

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.