Στα ενεχυροδανειστήρια, νόμιμα και… μη νόμιμα, γράφονται -σχεδόν καθημερινά- ανθρώπινες ιστορίες. Ανθρωποι, με δάκρυα στα μάτια πολλές φορές, αποχωρίζονται προσωπικά τους αντικείμενα, με μεγάλη συναισθηματική, κυρίως, αξία. Για κάποιους είναι σαν να ξεπουλούν ένα κομμάτι της ζωής τους.
Οι εικόνες αυτές μπορεί να έχουν συνδεθεί με το κορύφωμα της οικονομικής κρίσης στην Ελλάδα, όμως η σημερινή πραγματικότητα στη Ρόδο δεν απέχει πολύ από τότε.
Στα Δωδεκάνησα, σήμερα νομίμως λειτουργούν συνολικά επτά ενεχυροδανειστήρια εκ των οποίων πέντε στη Ρόδο και δύο στην Κω, τέσσερα λιγότερα από το έτος 2013 που λειτουργούσαν τρία στην Κω και οκτώ στη Ρόδο.
Ιδιοκτήτης ενεχυροδανειστηρίου, μιλώντας στη «δ» ανέφερε ότι μόνο στα λόγια έχουμε αφήσει πίσω την οικονομική κρίση. Πολλοί Ρόδιοι ακόμα και σήμερα πωλούν ρολόγια, δακτυλίδια, βραχιόλια, ασημένια σερβίτσια ακόμα και ηλεκτρονικές συσκευές για να μπορέσουν να εξασφαλίσουν χρήματα.
«Στη διάρκεια του χειμώνα η κατάσταση είναι πάντα πιο δύσκολη. Την καλοκαιρινή σεζόν που οι δουλειές είναι ανοιχτές η κίνηση μειώνεται κατακόρυφα, τον χειμώνα όμως ο κόσμος ζορίζεται πολύ. Μου έχουν φέρει βέρες ακόμα και χρυσά δόντια για να μπορέσουν να πληρώσουν λογαριασμούς ή να εξασφαλίσουν το φαγητό τους. Ποια κρίση αφήσαμε πίσω; Η κρίση είναι εδώ», λέει στη «δ» ο ιδιοκτήτης ενεχυροδανειστηρίου. Μάλιστα, όπως αναφέρει, επειδή «στη Ρόδο λίγο-πολύ γνωριζόμαστε μεταξύ μας, οι περισσότεροι προτιμούν να έρχονται αργά το βράδυ για τις συναλλαγές τους, συνήθως κατόπιν τηλεφωνικής προσυνεννόησης ώστε να μην τους δει κανείς να μπαίνουν ή να βγαίνουν».
Μάλιστα, όπως αναφέρει, υπάρχει η λανθασμένη εντύπωση ότι στα ενεχυροδανειστήρια απευθύνονται συμπολίτες μας χαμηλής οικονομικής στάθμης. «Δεν ισχύει αυτό που πιστεύουν οι περισσότεροι ότι έρχονται σε εμάς χαμηλής οικονομικής στάθμης Ρόδιοι. Εχουν περάσει από ΄δω και επιφανείς επιχειρηματίες που τους τσάκισε η κρίση», λέει χαρακτηριστικά επισημαίνοντας ωστόσο ότι πολλοί επιχειρηματίες ταξίδεψαν μέχρι την Αθήνα για να πουλήσουν ή να ενεχυριάσουν πολύτιμα αντικείμενα και κοσμήματα, εκμεταλλευόμενοι το πλεονέκτημα της ανωνυμίας.
Η διαδικασία που ακολουθείται στα πιστοποιημένα, από το κράτος, ενεχυροδανειστήρια είναι συγκεκριμένη. Ο ιδιοκτήτης εκτιμά το αντικείμενο, δίνει την τιμή στον πελάτη κι αν συμφωνήσουν τότε καταγράφονται τα στοιχεία του πελάτη, με την υποχρεωτική επίδειξη αστυνομικής ταυτότητας – για να αποφεύγονται τυχόν επιτήδειοι και κλεμμένα αντικείμενα – και εκδίδεται απόδειξη από τον αγοραστή.
Η σύμβαση συνήθως διαρκεί το περισσότερο έξι μήνες και στη συνέχεια ο κύριος του πράγματος πρέπει να πληρώσει στον ενεχυροδανειστή πίσω το ποσό που του καταβλήθηκε μαζί με τους τόκους. Αν δεν τα καταφέρει η κυριότητα του πράγματος περιέρχεται στο ενεχυροδανειστήριο. Τα περισσότερα ενεχυροδανειστήρια κινούνται και στο χώρο της αγοράς χρυσού και ρολογιών. Σε αυτές τις περιπτώσεις ο κύριος του πράγματος το πουλάει απευθείας ανάλογα με την τιμή που θα του προσφερθεί με βάση την εκτίμηση και την τρέχουσα τιμή χρυσού.
Οι ιδιοκτήτες όμως των νόμιμων καταστημάτων, καταγγέλλουν πως υπάρχουν και κάποια χρυσοχοεία και ενεχυροδανειστήρια που αγοράζουν «μαύρα» και ως εκ τούτου προτιμώνται από τους ενδιαφερόμενους, αφού οι τιμές που δίνουν είναι καλύτερες. «Έρχονται άνθρωποι, δίνουν αντικείμενα σεβαστής αξίας και δεν τα παίρνουν ποτέ πίσω, τα περισσότερα μένουν εδώ διότι σπανίως υπάρχει άμεση δυνατότητα οικονομικής ανάκαμψης», λέει και δείχνει το βιβλίο όπου έχει καταχωρημένα τα ονόματα συμπολιτών μας που δεν επέστρεψαν ποτέ να πάρουν τα αντικείμενα που με πόνο αποχωρίστηκαν.
Όπως εξηγεί στη «δ», «η εικόνα ενός ανθρώπου που αποχωρίζεται αντικείμενα μεγάλης συναισθηματικής αξίας ή οικογενειακά κειμήλια δεν συνηθίζεται εύκολα. Οι ιδιοκτήτες ενεχυροδανειστηρίων πρέπει να αντιμετωπίζουν τους πελάτες με σεβασμό. Μας αποκαλούν τοκογλύφους, μαυραγορίτες… Εμείς που έχουμε νόμιμη άδεια από το κράτος, κάνουμε τη δουλειά μας με τους καλύτερους όρους. Τι γίνεται στη μαύρη αγορά με τα παράνομα ενεχυροδανειστήρια δεν μπορώ να το γνωρίζω».
Μάλιστα, όπως αναφέρει, υπήρξε περίοδος στη Ρόδο που στη μαύρη αγορά δραστηριοποιήθηκαν και ΡΟΜΑ που αγόραζαν τοις μετρητοίς κοσμήματα από απελπισμένους συμπολίτες μας και πολλοί «θησαύρισαν» εκμεταλλευόμενοι τον ανθρώπινο πόνο. «Εχει έρθει στο κατάστημα καταρρακωμένη μητέρα τριών μικρών παιδιών, δεν την ένοιαζε ποιος την είδε αν την είδε κάποιος γνωστός. Μου άφησε τη βέρα της στον πάγκο και μου είπε “σε παρακαλώ πάρτην, έχω στο σπίτι τρία παιδιά που περιμένουν να τους πάω φαγητό”. Δεν την πήρα αλλά της έδωσα χρήματα για πάρει το φαγητό που έλειπε από το τραπέζι. Κάποιες φορές η ανθρώπινη πλευρά υπερισχύει, πέρα από τα κοσμήματα διαχειριζόμαστε ανθρώπινο πόνο κι αυτό δεν είναι εύκολο», λέει.
Σήμερα, όπως αναφέρει, οι περισσότεροι ιδιοκτήτες ενεχυροδανειστηρίων προτιμούν τον χρυσό και το ασήμι και δεν ενεχυριάζουν πια τα αντικείμενα, αλλά τα αγοράζουν μετρητοίς. Υπάρχουν βέβαια και πολλοί που συνεχίζουν να ενεχυριάζουν κοσμήματα, σε μερικές περιπτώσεις ακόμα και ηλεκτρονικές συσκευές.
«Τα ενεχυροδανειστήρια αποτελούν εδώ και δεκαετίες μία γρήγορη λύση δανεισμού, αλλά στην περίοδο της κρίσης πολλαπλασιάστηκαν. Αυτό έχει ως συνέπεια να υπάρχουν κάποιες επιχειρήσεις, οι οποίες δραστηριοποιούνται στα όρια της παρανομίας και της εκμετάλλευσης του δανειζόμενου. Βεβαίως, υπάρχουν πολλά ενεχυροδανειστήρια που ακολουθούν όλες τις προϋποθέσεις νομιμότητας και σέβονται τον πελάτη τους όπως εμείς. Για να μπορεί κανείς να επιλέγει τους σωστούς επαγγελματίες και τις επιχειρήσεις που τηρούν το νόμο και τους κανόνες αξιοπρέπειας, οφείλει να γνωρίζει βασικές παραμέτρους που μαρτυρούν τη νομιμότητα ή όχι της επιχείρησης», επισημαίνει και εφιστώντας την προσοχή των ενδιαφερομένων.

Σχολιασμός άρθρου

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ