ΤΟΠΙΚΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ

Ο Μαστρογιάννης ο Συμιακός – Γράφει ο Θεοφάνης Mπογιάννος

news room 1 λεπτό ανάγνωση
Μπογιαννος
Μέγεθος γραμμάτων

Γρά­φει ο Θε­ο­φά­νης

Μπο­γιάν­νος ο Ρό­διος

Μέλος της Πα­νελ­λή­νιας

Ένω­σης Λο­γο­τε­χνών

ΔΕΝ υπάρ­χει πα­λιός Συ­μια­κός, ή Δω­δε­κα­νή­σιος που να μην θυ­μά­ται τον άρι­στο τε­χνί­τη του ξύλου, Μα­στρο­γιάν­νη – Γιάν­νης Ζου­ρού­δης το άγιο όνομά του…

Ο ωραί­ος αυτός άν­θρω­πος είχε το θείο χά­ρι­σμα ξύλο να πιά­νει και αρι­στούρ­γη­μα να γί­νε­ται. Φι­λο­τε­χνού­σε έπι­πλα κάθε λογής για τα σπί­τια, αλλά και στα­σί­δια, ανα­λό­για, ει­κο­νο­στά­σια και ό,τι του ζη­τού­σαν οι άν­θρω­ποι της επο­χής του (1880 – 1980).

Τί­μιος, ερ­γα­τι­κός, πι­στός χρι­στια­νός, άρι­στος οι­κο­γε­νειάρ­χης και Μέ­γι­στος Τε­χνί­της Ξυ­λο­γλυ­πτι­κής…

Οι άξιοι Συ­μια­κοί τον διά­λε­ξαν Δη­μο­τι­κό Σύμ­βου­λο στο Νησί του Ωραί­ου Νιρέα. Έσωσε όλα τα ει­κο­νί­σμα­τα της Πα­να­γιάς του Κά­στρου, λίγο πριν την ανα­τι­νά­ξουν οι Να­ζι­στές (1944).

Τέ­μπλα εκ­κλη­σιών, έπι­πλα κάθε εί­δους και χρή­σε­ως, εξώ­πορ­τες, μπου­λε­μέ­δες, ξυ­λό­τυ­πα δια­χω­ρι­στι­κά και πολλά άλλα, πε­ρι­μέ­νουν, ευ­τυ­χώς ακόμη σε ικανό αριθ­μό, τον κάθε φι­λό­τε­χνο να τα θαυ­μά­σει καί κάθε με­λε­τη­τή να τα με­λε­τή­σει. “Ένας με­γά­λος αριθ­μός επί­σης αυτών των ειδών της τέ­χνης βρί­σκο­νται και θαυ­μά­ζο­νται και εκτός Σύμης, σε μου­σεία, εκ­θέ­σεις και αί­θου­σες υπο­δο­χής. Πολλά απ’ αυτά τα “ζω­ντα­νά ξύ­λι­να δη­μιουρ­γή­μα­τα” είναι κα­μω­μέ­να με το ευαί­σθη­το χέρι του Μα­στρο­γιάν­νη του Λα­τζού.

Γεν­νή­θη­κε στη Σύμη το 1880 και αφού τε­λεί­ω­σε το Δη­μο­τι­κό Σχο­λειό πήγε σε “μα­ρα­γκού­δι­κο” να μάθη την τέχνη.

Στη συ­νέ­χεια επει­δή ορ­φά­νε­ψε από πα­τέ­ρα, ανα­γκά­στη­κε να πάει ναύ­της για να ενι­σχύ­σει οι­κο­νο­μι­κά την οι­κο­γέ­νειά του. Δεν ήταν όμως φτιαγ­μέ­νος για ναυ­τι­κός και πήγε “πα­ρα­γυιός” σε μα­ρα­γκό τις επο­χής δεί­χνο­ντας γρή­γο­ρα το με­ρά­κι και την κλίση του στην τέχνη αύτη.

Δυ­στυ­χώς στα χρό­νια πού ακο­λού­θη­σαν άρ­χι­σε να εκ­δη­λώ­νε­ται οι­κο­νο­μι­κή κρίση στο νησί πού έσπρω­χνε τον κόσμο σε ομα­δι­κή έξοδο κι αυτό πα­ρα­κί­νη­σε τον νεαρό τε­χνί­τη να ακο­λου­θή­σει συγ­γε­νι­κά του πρό­σω­πα και να φύγει, για κα­λύ­τε­ρη τύχη στη Μασ­σα­λία.

Δεν βρήκε όμως ούτε εκεί ό,τι ζη­τού­σε και απο­φά­σι­σε να γυ­ρί­σει στην Αθήνα και αφού τε­λειο­ποι­η­θεί στη μα­ρα­γκο­σύ­νη, να επι­στρέ­ψει στη Σύμη και να ανοί­ξει εδώ δικό του επι­πλο­ποιείο. Αυτό και έκαμε, κα­τορ­θώ­νο­ντας γρή­γο­ρα να ξε­χω­ρί­σει ανά­με­σα στους συ­ντε­χνί­τες του, χάρη στην καλ­λι­τε­χνι­κή ανω­τε­ρό­τη­τα του επί­πλου του.

Συ­νερ­γα­ζό­ταν με τον αδελ­φό του Σω­τή­ρη πού έκανε τον κάλφα και το επι­πλο­ποιείο του έγινε γρή­γο­ρα “σχολή” από την οποία βγή­καν άλλοι καλοί μα­στό­ροι.

Είχε ιδιαί­τε­ρο πάθος στην ξυ­λο­γλυ­πτι­κή και η μόδα των σκα­λι­στών επί­πλων της επο­χής ευ­νό­η­σε την εξέ­λι­ξή του σε μά­στο­ρη του οποί­ου το όνομα ξε­πέ­ρα­σε τα όρια της Σύμης και απο­τε­λού­σε εγ­γύ­η­ση κα­λο­φτιαγ­μέ­νου, κα­λό­γου­στου και στέ­ρε­ου επί­πλου πε­ρι­ζή­τη­του όχι μόνο στη Σύμη αλλά και από τους Συ­μια­κούς της δια­σπο­ράς.

Το πάθος του στο σκά­λι­σμα δεν το εξα­ντλού­σε μόνο στα έπι­πλα αλλά το εκ­δή­λω­σε και σε δη­μιουρ­γή­μα­τα καλ­λι­τε­χνι­κά, όπως το τέ­μπλο της Πα­να­γιάς του Κά­στρου, το πα­γκά­ρι και προ­σκυ­νη­τά­ρι του και κυ­ρί­ως σε δύο αρ­χαγ­γέ­λους στα ανα­λό­για της Μονής, ακόμη δε κι ένας αετός με ανοι­χτά φτερά σε πρω­τό­τυ­πο σχέ­διο “δι­σκελ­λιού” προς το­πο­θέ­τη­ση τού Ευαγ­γε­λί­ου. Πα­ρό­μοιο έκανε και για τη Μη­τρό­πο­λη Ρόδου και ένα τρίτο για την Κρήτη.

Από τα 6 παι­διά του μόνο ένα, ο Ηλίας, ακο­λού­θη­σε το επάγ­γελ­μά του, εξε­λισ­σό­με­νος να συ­νέ­χι­σει επά­ξια τη φήμη του πα­τέ­ρα του.

Κα­τα­ξιω­μέ­νος πια τε­χνί­της ανα­μί­χθη­κε και στα κοινά, σαν δη­μο­τι­κός σύμ­βου­λος του Νι­κή­τα Χα­βια­ρά, ενώ προη­γου­μέ­νως είχε εκλε­γεί Επί­τρο­πος στη Πα­να­γιά του Κά­στρου.

Κι όταν στο τέλος της Γερ­μα­νι­κής Κα­το­χής πλη­ρο­φο­ρή­θη­κε από αυ­στρια­κό στρα­τιώ­τη ότι επρό­κει­το να ανα­τι­να­χθεί ή Πα­να­γιά, δεν δί­στα­σε να δια­κιν­δυ­νεύ­σει τη ζωή του ανα­λαμ­βά­νο­ντας τη διά­σω­ση των κυ­ριο­τέ­ρων ει­κό­νων του Ναού, με­τα­φέ­ρο­ντάς τες με τη βο­ή­θεια του γιου του Νι­κό­λα σε ασφα­λές μέρος. Χάρη στο εγ­χεί­ρη­μα εκεί­νο ή νέα Πα­να­γιά πλου­τί­στη­κε με ει­κό­νες, ανά­με­σα στις οποί­ες και η με­γά­λης άξιας πα­ρά­στα­σις της Δευ­τέ­ρας Πα­ρου­σί­ας. Στην αντι­κα­τά­στα­ση της πα­λιάς Πα­να­γιάς με τη νέα πρω­το­στά­τη­σε ο ίδιος, ως επί­τρο­πός της, φι­λο­τέ­χνη­σε δε και το τέ­μπλο της.

Ό Μα­στρο­γιάν­νης συ­νέ­χι­σε ερ­γα­ζό­με­νος και κα­τό­πιν, υπη­ρε­τώ­ντας την τέχνη του ως τα βα­θειά του γη­ρα­τειά, ώσπου το χέρι του μπο­ρού­σε να κρατά το σκαρ­πέλ­λο.

Πέ­θα­νε το 1980, συ­μπλη­ρώ­νο­ντας το εκα­το­στό έτος από τη γέν­νη­σή του και δια­τη­ρώ­ντας τη δια­νοη­τι­κή του διαύ­γεια ως τις τε­λευ­ταί­ες του ώρες

Ο ΘΕΟΣ ΝΑ Σ’ ΕΥ­ΛΟ­ΓΕΙ, ΓΙΑΝ­ΝΗ ΖΟΥ­ΡΟΥ­ΔΗ!

Σχολιασμός Άρθρου

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται.

Προσθέστε ένα σχόλιο

Το E-mail δεν θα δημοσιευτεί.
Πρέπει να συμπληρωθούν όλα τα πεδία για την υποβολή του σχολίου.