Ρεπορτάζ

Απαλλακτική εισαγγελική εισήγηση σε υπόθεση πλαστογραφίας και απάτης μετά από μηνύσεις μεταξύ μελών δύο ξενοδοχειακών εταιρειών

Να μη γίνει κατηγορία σε βάρος 4 κατηγορουμένων εκπροσώπων γνωστής ξενοδοχειακής εταιρείας για την πράξη της πλαστογραφίας υπό τη μορφή της και ως προς την πράξη της απάτης με προσδοκώμενο όφελος άνω των 120.000 ευρώ να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη λόγω μη υποβολής εγκλήσεως εισηγήθηκε στο Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Ρόδου η Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών Ρόδου.
Οι κατηγορούμενοι μέλη του διοικητικού συμβουλίου ανώνυμης ξενοδοχειακής εταιρείας είχαν καταμηνυθεί από ξενοδόχο κάτοικο της Ρόδου και μετά την απολογία τους είχαν αφεθεί ελεύθεροι χωρίς όρους.
Σύμφωνα με την μήνυση, που ήλθε ουσιαστικά ως απάντηση σε μήνυση των πέντε μελών της ξενοδοχειακής εταιρείας, την 5η Δεκεμβρίου 2013 η εγκαλούσα μαζί με την κόρη της αγόρασαν με παρακράτηση κυριότητας 32.506 ανώνυμες μετοχές των εγκαλουμένων από την ανώνυμη ξενοδοχειακή τους εταιρεία συνολικής ονομαστικής αξίας 325.060 ευρώ και τιμήματος 2.300.000 ευρώ.
Οι εγκαλούμενοι πώλησαν στην εγκαλούσα και στην κόρη της, με πίστωση του τμηματικώς καταβλητέου τιμήματος, τις μετοχές της οικογενειακής τους ανώνυμης ξενοδοχειακής εταιρείας, παρέδωσαν τη διοίκηση και διαχείριση της εταιρείας – ξενοδοχειακής επιχειρήσεως δεδομένου ότι θα καταβάλλονταν υπέρογκα ποσά, για την ανακαίνιση-αναμόρφωση και εν γένει αναβάθμιση της ξενοδοχειακής μονάδας και λόγω ακριβώς της ως άνω συμφωνίας, αλλά και της ιδιότητας των μεταβιβαζόμενων τίτλων ως ανώνυμων χρεογράφων συνομολογήθηκε, για την εξασφάλιση πληρωμής του αντιστοιχούντος σε κάθε μετοχή συμφωνηθέντος τιμήματος, η παρακράτηση της κυριότητας αυτών και παραδόθηκε η κατοχή τους, σε θεματοφύλακα να φυλάξει τις μετοχές για λογαριασμό της, απαγορευομένης της επιστροφής τους, στους πωλητές.
Στη συνέχεια, σύμφωνα με την εγκαλούσα, συγκροτήθηκε το διοικητικό συμβούλιο της εταιρείας που απαρτιζόταν από την ίδια, την κόρη της και ακόμη ένα άτομο με πενταετή θητεία που θα έληγε την 14-01-2019.
Επιπλέον, βάσει συνομολογηθείσης μεταξύ τους ρήτρας οι πωλητές των μετοχών παραιτήθηκαν από το εκλεκτικό τους δικαίωμα και ως εκ τούτου η εκπλήρωση των αμοιβαίων παροχών ήταν μονόδρομος δίνοντάς τους έτσι τη μοναδική δυνατότητα να αξιώσουν το συμφωνηθέν τίμημα.
Περαιτέρω, η σύμβαση πωλήσεως δεν εξελίχθηκε ομαλά με αποτέλεσμα η εγκαλούσα να βρίσκεται σε αντιδικία με τους εγκαλουμένους οι οποίοι μάλιστα ως εκπρόσωποι της εταιρείας μετά από συγκρότηση σε σώμα ήδη από 20-01-2016 υπέβαλαν έγκληση σε βάρος της και ακόμη πέντε ατόμων.
Στην έγκληση αυτή αναφέρουν ότι με έκπληξη διαπίστωσαν ότι ως διοικητικό συμβούλιο της εταιρείας δεν εμφανιζόταν στο Γ.ΕΜ.Η. το διοικητικό συμβούλιο, το οποίο οι ίδιοι είχαν εκλέξει την 5-12-2013, αλλά αντίθετα ένα άλλο διοικητικό συμβούλιο ενώ από τον έλεγχο στο Γ.ΕΜ.Η. προέκυψε ότι τα έγγραφα της εταιρείας που είχαν δημοσιευθεί προκειμένου να εμφανισθεί ενώπιον των τρίτων ως νέο διοικητικό συμβούλιο ήταν προϊόντα πλαστογραφίας.
Ταυτόχρονα, κάνοντας χρήση του πλαστού αυτού «επικυρωμένου» αντιγράφου, κατόρθωσαν να πείσουν την τράπεζα να εκδώσει και να τους χορηγήσει βιβλιάριο επιταγών.
Σύμφωνα με την μηνύτρια, οι εγκαλούμενοι με το να την καταμηνύσουν αλλά και με το να ισχυριστούν αφενός μεν ότι το πρακτικό ήταν πλαστογραφημένο, σε αντίθεση με το προσκομιζόμενο από αυτούς πρακτικό, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν σε συζητήσεις ανακοπών και αιτήσεων αναστολών για την ακύρωση των σε βάρος της εταιρείας εκδοθεισών διαταγών πληρωμής, εξετάζοντας μάλιστα σε όλες σχεδόν τις δίκες ως μάρτυρά τους, τον δεύτερο εγκαλούμενο ο οποίος επιβεβαιώνει ενόρκως τους ως άνω ισχυρισμούς τους, με σκοπό να παραπλανήσουν το Δικαστήριο προξενώντας κατ’ αυτόν τον τρόπο ισόποση ζημία σε όλους εκείνους που συναλλάγησαν με την εταιρεία κατά το χρόνο που η εγκαλούσα διοικούσε την εταιρεία ως εν τοις πράγμασι υποκατάστατο όργανο του διοικητικού συμβουλίου.
Οι κατηγορούμενοι ανέκρουσαν τους ισχυρισμούς περί πλαστότητας τονίζοντας ότι το πρακτικό είναι γνήσιο και υπογεγραμμένο από τους ίδιους.
Ως συνήγοροι υπεράσπισής τους παρίστανται οι δικηγόροι κ.κ. Στέλιος Κιουρτζής, Μαίρη Μητσού, Στέφανος Στεφανίδης και Στέργος Λεβέντης.
Στο μεταξύ οι ίδιοι ως άνω κατηγορούμενοι με την μήνυση που είχαν υποβάλει πρώτοι προκάλεσαν άλλη εισαγγελική εισήγηση, που ομοίως εκκρεμεί ενώπιον του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Ρόδου, για την παραπομπή σε δίκη ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου επί κακουργημάτων 5 ημεδαπών για απιστία από κοινού από de facto και από νόμιμο διαχειριστή κατ΄ εξακολούθηση, η ζημία της οποίας υπερβαίνει συνολικά το χρηματικό ποσό των 120.000 ευρώ, πλαστογραφία (κατάρτιση πλαστού) κατ’ εξακολούθηση με συνολική ζημία άνω των 120.000 ευρώ, συνέργεια και ηθική αυτουργία στις πράξεις αυτές κατά περίπτωση.
Η εγκαλούσα εταιρεία των κατηγορούμενων στην υπόθεση για την οποία υπήρξε απαλλακτική εισήγηση, τούς κατηγορεί, ειδικότερα, για απιστία η οποία αφορά συνοπτικώς στην πορεία συμφωνίας μετά την κατάρτιση προσυμφώνου την 5η Δεκεμβρίου 2021 για μελλοντική πώληση των μετοχών της εγκαλούσας εταιρείας.
Η πώληση συμφωνήθηκε με τμηματική καταβολή του τιμήματος και παρακράτηση κυριότητας των μετοχών από τους πωλητές, οι οποίες (μετοχές) όσο θα διαρκούσε η παρακράτηση θα παραδίδονταν σε θεματοφύλακα.
Κατά τον ανωτέρω χρόνο οι εγκαλούντες υπέγραψαν πρακτικό Γενικής Συνέλευσης της εγκαλούσας εταιρείας με το οποίο διορίσθηκε διοικητικό συμβούλιο αυτής.
Ωστόσο, δημοσιεύθηκε στο Γ.Ε.ΜΗ. πρακτικό Γενικής Συνέλευσης της εγκαλούσας εταιρείας με φερόμενη ημερομηνία 15η Ιανουαρίου 2014, με θέματα της φερόμενης Γενικής Συνέλευσης μεταξύ άλλων την αλλαγή μελών του Δ.Σ., όπου τη θέση του ενός πήρε συγκατηγορούμενός του και ιδίως, άλλαξε η επωνυμία της εγκαλούσας εταιρείας, ώστε, σύμφωνα με το κατηγορητήριο να εμφανίζεται η εγκαλούσα εταιρεία στις συναλλαγές ως μέλος του ομίλου των εταιρειών του ενός κατηγορούμενου.
Εν συνεχεία, με χρήση του ανωτέρω πρακτικού Γενικής Συνέλευσης εκδόθηκε από τράπεζα βιβλιάριο επιταγών επί τραπεζικού λογαριασμού της εταιρείας με σκοπό, όπως υποστηρίζεται από τους εγκαλούντες, την παραπλάνηση των καλόπιστων τρίτων αφενός μεν σχετικά με την εκπροσώπηση της εταιρείας, αφετέρου δε σχετικά με τη σύνδεση της εγκαλούσας εταιρείας με τις λοιπές επιχειρηματικές δραστηριότητες του ενός κατηγορούμενου.
Εκδόθηκαν επιταγές και διατέθηκαν με αποτέλεσμα την ζημία της εταιρείας σε ποσό που υπερβαίνει κατά πολύ το όριο των 120.000 ευρώ του κακουργήματος.
Οι κύριοι κατηγορούμενοι, εκπροσωπούμενοι από τους δικηγόρους κ.κ. Στέλιο Αλεξανδρή και Πολυξένη Χατζηγιάννη, ισχυρίστηκαν μεταξύ άλλων πως οι επιταγές που εξεδόθησαν αφορούσαν ως επί το πλείστον επιταγές για ανακαίνιση του ξενοδοχείου διότι ως νεοσύστατη εταιρεία δεν είχε τη δυνατότητα να εκδίδει μεταχρονολογημένες επιταγές.
Ισχυρίστηκαν μάλιστα ότι υπέστησαν και οικονομική ζημία τουλάχιστον 4 εκατ. ευρώ.
Οι δύο τελευταίοι κατηγορούμενοι εκπροσωπήθηκαν από τους δικηγόρους κ.κ. Ακη Δημητριάδη και Γιώργο Μαυρομμάτη.

Σχολιασμός Άρθρου

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται.

Σχολιασμός άρθρου