ΡΕΠΟΡΤΑΖ

100 χρόνια από την πρόσκτηση των νησιών του Αιγαίου

Δαμιανός Αθανασίου 8 λεπτά ανάγνωση
image

Της ΒΑΣΩΣ ΤΣΑΚΟΓΛΟΥ*

Η ΠΑΡΑΧΩΡΗΣΗ ΤΩΝ ΝΗΣΙΩΝ ΤΟΥ ΑΙΓΑΙΟΥ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΚΑΙ ΟΙ ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ΤΗΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟ ΤΗΣ ΒΟΡΕΙΟΥ ΗΠΕΙΡΟΥ, ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΘΡΑΚΗΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΔΥΤΙΚΩΝ ΠΑΡΑΛΙΩΝ ΤΗΣ ΜΙΚΡΑΣ ΑΣΙΑΣ

Η ένωση με την Ελλάδα των νησιών του βόρειου και ανα­το­λι­κού Αιγαίου συν­δυά­στηκε με την εγκα­τά­λειψη της Βορείου Ηπείρου στην Αλβανία, με απο­τέ­λε­σμα οι Ελληνες κάτοι­κοι της περιο­χής να κηρύ­ξουν ένοπλο αγώνα για την αυτο­νο­μία. Στη φωτο­γρα­φία ο μητρο­πο­λί­της Δρυ­ϊ­νου­πό­λεως Βασί­λειος κηρύσ­σει την αυτο­νο­μία της Βορείου Ηπείρου στο Αργυ­ρό­κα­στρο (17 Φεβρουα­ρίου 1914)

Η Συνθήκη του Λον­δί­νου, που υπο­γρά­φηκε στις 17/30 Μαΐου 1913 και έθεσε επίσημα τέρμα στον Α’ Βαλ­κα­νικό Πόλεμο, ήταν προ­κα­ταρ­κτική, παρά τον υπο­χρε­ω­τικό χαρα­κτήρα των δια­τά­ξεών της, αφού δεν καθο­ρι­ζό­ταν σε αυτήν επα­κρι­βώς το νέο εδαφικό καθε­στώς των Βαλ­κα­νίων. Το άρθρο 3 επι­φόρ­τιζε τις Μεγάλες Δυνά­μεις με τη φρο­ντίδα του καθο­ρι­σμού των συνόρων της Αλβα­νίας και την επίλυση των προ­βλη­μά­των, που συν­δέ­ο­νταν με αυτήν. Το άρθρο 5 επίσης ανέθετε στις Μεγάλες Δυνά­μεις την ευθύνη για τον καθο­ρι­σμό της τύχης των νησιών του Αιγαίου και της Χερ­σο­νή­σου του Αθω. Αφηνε σε εκκρε­μό­τητα τα Δωδε­κά­νησα και συνάμα άδηλο το μέλλον της Κύπρου.

Το ίδιο το κείμενο της Συν­θή­κης επο­μέ­νως, με τις ασά­φειες και τις παρα­λεί­ψεις του, εμπε­ριείχε ήδη τα σπέρ­ματα μελ­λο­ντι­κών προ­στρι­βών και συγκρού­σεων και ήταν απόλυτα εύλογο να κατα­στή­σει την υπεύ­θυνη ελλη­νική κυβέρ­νηση ιδιαί­τερα επι­φυ­λα­κτική. Αληθινά επίμονη και συστη­μα­τική υπήρξε η προ­σπά­θεια της ηγεσίας της Ελλάδας να πετύχει την ταυ­τό­χρονη διευ­θέ­τηση όλων των εκκρε­μών ζητη­μά­των.

Το Βορειοη­πει­ρω­τικό Ζήτημα

Ο Ελληνας πρω­θυ­πουρ­γός Ε. Βενι­ζέ­λος είχε επι­μεί­νει στην ανάγκη για την άμεση ρύθμιση των ζωτικών εθνικών θεμάτων της Βορείου Ηπείρου και των νησιών του Αιγαίου και είχε συγκα­τα­νεύ­σει την ύστατη στιγμή στην υπο­γραφή της «προ­κα­ταρ­κτι­κής» Συν­θή­κης κάτω από την απειλή του Αγγλου υπουρ­γού των Εξω­τε­ρι­κών Γκρέι, ότι θα διέλυε τη συν­διά­σκεψη. Την επομένη της υπο­γρα­φής η ελλη­νική κυβέρ­νηση κατήγ­γειλε τις πιέσεις που υπέστη και υπο­γράμ­μισε ακόμη μια φορά την ανα­γκαιό­τητα της ταχύ­τα­της και ορι­στι­κής ρύθ­μι­σης των ζητη­μά­των με βάση την αρχή της αυτο­διά­θε­σης. Τα ζητή­ματα αυτά έμελλε πάντως να εξε­λι­χθούν σε ακαν­θώδη για την Ελλάδα, γιατί στην περιοχή αυτή συγκρού­ο­νταν τα συμ­φέ­ρο­ντα των Μεγάλων Δυνά­μεων.

Μετά την απόφαση των Μεγάλων Δυνά­μεων για τη δημιουρ­γία του ανε­ξάρ­τη­του Αλβα­νι­κού Βασι­λείου, το πρό­βλημα του καθο­ρι­σμού των ελλη­νο­αλ­βα­νι­κών συνόρων προ­σέ­λαβε ιδιαί­τερη οξύτητα. Η ιταλική κυβέρ­νηση, που ήθελε το Αλβα­νικό Βασί­λειο να επε­κτα­θεί νοτιό­τερα εις βάρος της Ελλάδας, έτεινε να συν­δέ­σει το ζήτημα της Βορείου Ηπείρου με εκείνο των νησιών του Αιγαίου.

Το πογκρόμ και η εκδίωξη των Ελλήνων κατοί­κων της ιωνικής Φώκαιας τον Ιούνιο του 1914 υπήρξε η απαρχή των μεγάλων διωγμών της δυτικής Μικράς Ασίας, που ακο­λού­θη­σαν την εκδίωξη της Ανα­το­λι­κής Θράκης. Στις φωτο­γρα­φίες, που βρί­σκο­νται στο αρχείο του Χάρη Για­κουμή, οι Φωκαείς πρό­σφυ­γες προ­σπα­θούν να επι­βι­βα­στούν σε πλοιά­ριο για να σωθούν από τους Τσέτες

Η Γαλλία υπο­στή­ριζε ότι εφ’ όσον τα αλβα­νικά σύνορα θα κατέρ­χο­νταν τόσο χαμηλά, η Ελλάδα θα μπο­ρούσε να εξα­σφα­λί­σει τα Δωδε­κά­νησα. Η Αγγλία υπο­στή­ριζε να δοθούν τα νησιά του Αιγαίου στην Ελλάδα, εκτός από την Ιμβρο, την Τένεδο και τη Θάσο, ενώ την τύχη των Δωδε­κα­νή­σων θα καθό­ρι­ζαν οι Μεγάλες Δυνά­μεις, όπως όριζε το άρθρο 2 της ιτα­λο­τουρ­κι­κής Συν­θή­κης της Λωζάν­νης, το οποίο επέ­βαλλε την απο­χώ­ρηση της Ιταλίας από τα Δωδε­κά­νησα μόνο μετά την πλήρη εκκέ­νωση της Τρι­πο­λί­τι­δας και της Κυρη­ναϊ­κής από τους Τούρ­κους. Η Αυστρία, μετά το δια­κα­νο­νι­σμό των βόρειων συνόρων της Αλβα­νίας, συνερ­γά­στηκε στενά με την Ιταλία για τον καθο­ρι­σμό και των νότιων.

Η γερ­μα­νική στάση

Στο γερ­μα­νικό υπουρ­γείο Εξω­τε­ρι­κών δια­μορ­φώ­θη­καν δύο τάσεις, που όμως ευνο­ού­σαν και οι δύο απόλυτα την ακε­ραιό­τητα της Οθω­μα­νι­κής Αυτο­κρα­το­ρίας, λόγω των εκεί γερ­μα­νι­κών συμ­φε­ρό­ντων. Οι εκθέ­σεις του Γερ­μα­νού πρε­σβευτή στην Κων­στα­ντι­νού­πολη Wangenheim είχαν πείσει το γερ­μα­νικό υπουρ­γείο Εξω­τε­ρι­κών ότι η τυχόν απόδοση των νησιών του Αιγαίου στην Ελλάδα, εξαι­τίας της παρου­σίας του ελλη­νι­κού πλη­θυ­σμού στη Μικρά Ασία, θα μπο­ρούσε να αποβεί ο μεγα­λύ­τε­ρος κίν­δυ­νος για την ύπαρξη της Τουρ­κίας. Από τη Γερ­μα­νία κυρίως προ­πα­γαν­δί­στηκε το δόγμα ότι τα νησιά του Αιγαίου ανήκουν οργα­νικά στην απέ­να­ντι μικρα­σια­τική ακτή. Αυτή ήταν πεπει­σμένη ότι η Τουρκία δε θα είχε καμιά ασφά­λεια, ούτε θα μπο­ρούσε να οργα­νω­θεί στο μέλλον λόγω της παρου­σίας εχθρι­κών στοι­χείων, που εμπνέ­ο­νταν από επα­να­στα­τι­κές ιδέες και παρα­κι­νού­νταν από το εξω­τε­ρικό. Ο Γερ­μα­νός υπουρ­γός Εξω­τε­ρι­κών Jagow θεω­ρούσε ότι τα νησιά, λόγω της μεγάλης σπου­δαιό­τη­τάς τους για την ακε­ραιό­τητα της Τουρ­κίας, θα έπρεπε να παρα­μεί­νουν του­λά­χι­στον υπό τουρ­κική κατοχή.

Η ορι­στική Συνθήκη ειρήνης Ελλάδας-Τουρκίας υπο­γρά­φτηκε την 1η/14η Νοεμ­βρίου 1913 στην Αθήνα με όρους τους οποίους δύσκολα θα μπο­ρούσε να φαντα­στεί κανείς, όταν υπο­γρα­φό­ταν η Συνθήκη του Λον­δί­νου. Η ανά­γνωση του τελικού κει­μέ­νου δημιουρ­γεί την εντύ­πωση ότι η ηττη­μένη πλευρά ήταν η ελλη­νική. Η αντι­πο­λί­τευση τη χαρα­κτή­ρισε «Ανταλ­κί­δειο» Συνθήκη.

Ομως, παρά την επί­τευξη συμ­φω­νίας μεταξύ των δύο κρατών, οι ελλη­νο­τουρ­κι­κές σχέσεις συνέ­χι­ζαν να είναι τετα­μέ­νες, γιατί το ζήτημα των νησιών παρέ­μενε ανοικτό και κανένα από τα δύο κράτη δεν φαι­νό­ταν δια­τε­θει­μένο να υπο­χω­ρή­σει. Οι απαι­τή­σεις των Τούρκων δεν είχαν πια όριο, δεν αρκού­νταν στην αυτο­νό­μηση των νησιών. Εξάλλου η τουρ­κική κυβέρ­νηση άρχισε να ενι­σχύει το στόλο της με στόχο να απο­κτή­σει υπεροχή έναντι του ελλη­νι­κού, ώστε σε περί­πτωση που οι Μεγάλες Δυνά­μεις στο Λονδίνο παρα­χω­ρού­σαν τα νησιά στην Ελλάδα, να δια­θέ­τει ένα ισχυρό μέσον πίεσης για να ακυ­ρώ­σει την απόφαση και εάν ήταν δυνατό, να τα ανα­κτή­σει.

Από την άλλη, η ελλη­νική κυβέρ­νηση, ανήσυχη από τις ειδή­σεις αυτές, ενέ­τεινε τις προ­σπά­θειες για ενί­σχυση του στόλου της, ώστε να δια­τη­ρή­σει την υπεροχή της και να ανα­κό­ψει εκ των προ­τέ­ρων κάθε επι­θε­τική διάθεση της Τουρ­κίας. Απο­τέ­λε­σμα ήταν ένας αντα­γω­νι­σμός εξο­πλι­σμών, που καθι­στούσε πιθα­νό­τερη την έκρηξη ενός πολέμου. Τότε η Ελλάδα αγόρασε τα αμε­ρι­κα­νικά θωρηκτά Idaho και Missisipi, που τα μετο­νό­μασε σε «Κιλκίς» και «Λήμνος» αντί­στοιχα.

Στις 13 Δεκεμ­βρίου 1913 ο Αγγλος υπουρ­γός Εξω­τε­ρι­κών πρό­τεινε να συν­δυα­στεί το ζήτημα των συνόρων της Αλβα­νίας με εκείνο των νησιών, δηλαδή ταυ­τό­χρονα με τη γνω­στο­ποί­ηση της από­φα­σης των Μεγάλων Δυνά­μεων για τη διευ­θέ­τηση των ελλη­νο­αλ­βα­νι­κών συνόρων να παρα­χω­ρη­θούν επίσημα στην Ελλάδα τα επίμαχα νησιά του Αιγαίου. Η ιταλική κυβέρ­νηση εκείνο τον καιρό δια­πραγ­μα­τευό­ταν με την τουρ­κική την κατα­σκευή σιδη­ρο­δρό­μων και λιμα­νιών στη μικρα­σια­τική περιοχή της Αττά­λειας και συνεπώς ήθελε να φανεί αρεστή στην Τουρκία. Εμφα­νι­ζό­ταν λοιπόν ως υπο­στη­ρι­κτής των τουρ­κι­κών συμ­φε­ρό­ντων και απέρ­ρι­πτε την αγγλική εισή­γηση.

Ενας ακόμη λόγος της ιτα­λι­κής άρνησης ήταν και το ότι η βρε­τα­νική πρόταση προ­έ­βλεπε, μεταξύ άλλων, την απόδοση των Δωδε­κα­νή­σων στην Τουρκία. Επρό­κειτο δηλαδή για συνο­λική διευ­θέ­τηση, την οποία η ιταλική κυβέρ­νηση προ­σπα­θούσε με όλες τις δυνατές προ­φά­σεις να απο­φύ­γει. Μόνο έπειτα από γερ­μα­νι­κές πιέσεις και την απόρ­ριψη από τη Μεγάλη Βρε­τα­νία των ιτα­λι­κών μικρα­σια­τι­κών σχεδίων η κυβέρ­νηση της Ρώμης υπο­χώ­ρησε και δέχτηκε την αγγλική άποψη, η οποία τυπικά του­λά­χι­στον έθετε τέρμα στο ζήτημα των ελλη­νο­αλ­βα­νι­κών συνόρων. Ετσι, η Αυστρία στο πρό­βλημα των νησιών υπο­στή­ριξε τις ελλη­νι­κές θέσεις, αφού πλέον το ζήτημα της νότιας Αλβα­νίας είχε λυθεί και θα ακο­λου­θού­σαν δια­πραγ­μα­τεύ­σεις με την Ελλάδα για νέες εμπο­ρι­κές και ναυ­τι­λια­κές συμ­βά­σεις.

Στις αρχές του 1914 οι δυνά­μεις της Τριπλής Συμ­μα­χίας απο­φά­σι­σαν να απο­δε­χθούν κατ’ αρχήν την αγγλική πρόταση, που προ­έ­βλεπε να απο­δο­θούν στην Ελλάδα τα νησιά του Αιγαίου εκτός από την Ιμβρο, την Τένεδο και το Καστε­λό­ριζο υπό τον όρο ότι οι Ελληνες θα εκκέ­νω­ναν εντός καθο­ρι­σμέ­νης προ­θε­σμίας τις αλβα­νι­κές περιο­χές. Ο Γερ­μα­νός πρε­σβευ­τής στην Κων­στα­ντι­νού­πολη von Wangenheim δήλωνε ότι οι Ελληνες της Τουρ­κίας, μετά την ορι­στική απώλεια των νησιών, θα διώ­κο­νταν με σκλη­ρό­τερα από ποτέ άλλοτε μέτρα.

Η συμ­φω­νία

Στις 13 Φεβρουα­ρίου 1914 οι Μεγάλες Δυνά­μεις κοι­νο­ποί­η­σαν ταυ­τό­χρονα στην Κων­στα­ντι­νού­πολη και στην Αθήνα την απόφασή τους για τα νησιά του Αιγαίου, με εξαί­ρεση την Ιμβρο, την Τένεδο και το Καστε­λό­ριζο και ταυ­τό­χρονα καλού­σαν την Ελλάδα να εκκε­νώ­σει ώς τις 31 Μαρτίου 1914 τις βορειοη­πει­ρω­τι­κές περιο­χές που είχαν εκχω­ρη­θεί στην Αλβανία. Με τη συμ­φω­νία αυτή 100.000-150.000 Ελληνες έμειναν εκτός συνόρων. Η Τουρκία στην απα­ντη­τική της νότα λάβαινε βέβαια γνώση της από­φα­σης, επι­φυ­λασ­σό­ταν ωστόσο των διεκ­δι­κή­σεών της, με άλλα λόγια δεν ήταν δια­τε­θει­μένη να παραι­τη­θεί από τα νησιά και είχε βάλει στόχο την επα­νά­κτησή τους.

Ο Ε. Βενι­ζέ­λος ήθελε ειρη­νική διευ­θέ­τηση των ελλη­νο­τουρ­κι­κών δια­φο­ρών, η οποία όμως θα εξα­σφά­λιζε παράλ­ληλα στην Ελλάδα την κατοχή των νησιών. Ωστόσο κάτι τέτοιο δεν ήταν ορατό ούτε και μετά την απόφαση των Μεγάλων Δυνά­μεων να παρα­χω­ρη­θούν τα νησιά στην Ελλάδα. Οι σχέσεις Ελλάδας-Τουρκίας χει­ρο­τέ­ρευαν συνεχώς μετά την άρνηση της ελλη­νι­κής κυβέρ­νη­σης τον Φεβρουά­ριο του 1914 να δεχθεί την πρόταση που υπέβαλε η Τουρκία μέσω του Ρου­μά­νου πρω­θυ­πουρ­γού για ανταλ­λαγή της Χίου και της Λέσβου με τα Δωδε­κά­νησα. Η Τουρκία επι­θυ­μούσε να ανταλ­λά­ξει κάτι με κάτι που δεν της ανήκε. Ετσι η ελλη­νική πλευρά προ­σα­να­το­λι­ζό­ταν προς έναν προ­λη­πτικό πόλεμο ενα­ντίον της.

Αλλά η Τουρκία χρη­σι­μο­ποί­ησε και άλλο μέσον πίεσης προς την Ελλάδα. Από το τέλος του 1913 εντά­θη­καν οι διωγμοί και οι απε­λά­σεις των Ελλήνων επί του εδάφους της, κυρίως στην Ανα­το­λική Θράκη και τη μικρα­σια­τική ακτή, όπου το ελλη­νικό στοι­χείο ήταν ιδιαί­τερα πολυ­πλη­θές.

Σύμφωνα με στοι­χεία του Οικου­με­νι­κού Πατριαρ­χείου, 130.282 απε­λά­θη­καν από την Ανα­το­λική Θράκη και 153.890 από τη Μικρά Ασία. Σε μια δεύτερη φάση 88.485 Ανα­το­λι­κο­θρα­κιώ­τες και 144.559 Μικρα­σιά­τες εξο­ρί­στη­καν στην Ανα­το­λία. Εγκαι­νιά­στηκε δηλαδή μια εποχή κολά­σεως για τους ελλη­νι­κής κατα­γω­γής Οθω­μα­νούς υπη­κό­ους.

*Ιστο­ρι­κός. Η μετα­πτυ­χιακή εργασία της στο Τμήμα Ιστο­ρίας και Αρχαιο­λο­γίας του ΑΠΘ αφο­ρούσε τις διώξεις του 1913-1918 στην Ανα­το­λική Θράκη. Το 2010 εκδό­θηκε η μονο­γρα­φία της «Ο πρώτος διωγμός των Ελλήνων στην Ανα­το­λική Θράκη (1913-1918)».

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.