ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΑ

Η πολύτιμη συλλογή που αντικαθρεφτίζεται στον κόσμο των αισθήσεων

news room 7 λεπτά ανάγνωση
900

«Η  τέχνη εκδη­λώ­νει την ύπαρξη της μόνο όταν μας ξεπερ­νάει.»

 Ε. Τεριάντ

Μία από τις σημα­ντι­κό­τε­ρες συλ­λο­γές της χώρας, του περί­φη­μου Μου­σείου Νεο­ελ­λη­νι­κής Τέχνης Δήμου Ρόδου, φιλο­ξε­νεί το Ίδρυμα Β. & Μ. Θεο­χα­ράκη, συνε­χί­ζο­ντας το πολι­τι­στικό του πρό­γραμμα με την παρου­σί­αση σημα­ντι­κών δημο­σιο­ποι­η­μέ­νων συλ­λο­γών ελλη­νι­κής ζωγρα­φι­κής. Έτσι, μετά την πραγ­μα­το­ποί­ηση των πολυ­συ­ζη­τη­μέ­νων εκθέ­σεων «Τα αρι­στουρ­γή­ματα της Συλ­λο­γής Γ.Ι. Κατσί­γρα – Δημο­τική Πινα­κο­θήκη Λάρισας – Μουσείο Γ. Ι. Κατσί­γρα» το 2011, «Νεο­ελ­λη­νική Τέχνη: Θησαυ­ροί από την Πινα­κο­θήκη Ε. Αβέρωφ» το 2013, «Η σπου­δαία Συλλογή του Τελ­λο­γλείου Ιδρύ­μα­τος Τεχνών Α.Π.Θ.: Η πρώτη παρου­σί­αση» το 2017, τώρα στο Ίδρυμα Β. & Μ. Θεο­χα­ράκη πραγ­μα­το­ποιεί­ται η έκθεση «Πολύ­τιμα έργα ζωγρα­φι­κής από το Μουσείο Νεο­ελ­λη­νι­κής Τέχνης Δήμου Ρόδου», που απο­κα­λύ­πτουν μια πτυχή του πλούτου και της μονα­δι­κής φυσιο­γνω­μίας της νεο­ελ­λη­νι­κής ζωγρα­φι­κής. Κοινό στοι­χείο και των τεσ­σά­ρων συλ­λο­γών είναι η υψηλή ποιό­τητα πολλών εμβλη­μα­τι­κών τους έργων και η αγωνία των ιδρυτών τους να συγκρο­τή­σουν, ο καθένας με τη δική του αισθη­τική απο­τί­μηση, το φαντα­στικό του μουσείο. Οι συλ­λο­γές αυτές από τη Λάρισα, το Μέτσοβο, τη Θεσ­σα­λο­νίκη και τη Ρόδο ενδυ­να­μώ­νουν την αίσθηση μας ότι η τέχνη είναι απέ­ρα­ντη όπως ο έρωτας και τα όνειρα. Επίσης, ότι το όραμα των ιδρυτών τους έχει γίνει πλέον και δικό μας, αφού οι συλ­λο­γές ανήκουν στο κοι­νω­νικό σύνολο και κατ’ επέ­κταση αυτό θα ισχύει για πάντα.

 

Την ιστορία δεν την κάνουν ούτε την γράφουν οι Θεοί, αλλά οι άνθρω­ποι. Ο Ανδρέας Ιωάννου (1918-1972) είναι ο εμπνευ­στής και δημιουρ­γός της σημα­ντι­κής συλ­λο­γής έργων ζωγρα­φι­κής, χαρα­κτι­κής και γλυ­πτι­κής του Μου­σείου Νεο­ελ­λη­νι­κής Τέχνης Δήμου Ρόδου. Λογο­τέ­χνης και λάτρης των καλών τεχνών, ορα­μα­τι­στής Νομάρ­χης τότε της Δωδε­κα­νή­σου, κατά­φερε να δημιουρ­γή­σει μια λαμπρή συλλογή, ώστε όχι μόνο να προ­βά­λει τη φυσιο­γνω­μία της νεο­ελ­λη­νι­κής τέχνης, αλλά να συμ­βά­λει άμεσα και στην αισθη­τική δια­παι­δα­γώ­γηση του κοινού. Το βαθύ πνεύμα του τον οδη­γούσε σε νέους δρόμους δημιουρ­γι­κής προόδου, θαρρείς σαν να ήθελε να ξεπε­ρά­σει τα δεδο­μένα όρια του χρόνου και του τόπου του. Ο δια­νοη­τι­κός πλούτος, η φλογερή φαντα­σία και ο πόθος της πραγ­μά­τω­σης του ορά­μα­τός του τον βοή­θη­σαν να υπερβεί τις τερά­στιες δυσκο­λίες και να δημιουρ­γή­σει μια υπο­δειγ­μα­τική πινα­κο­θήκη, με τη στήριξη του τότε Δημάρ­χου Ρόδου ιατρού Μιχαήλ Πετρίδη. «Τα επίσημα εγκαί­νιά της, το 1964, ήταν ένα πολι­τι­στικό γεγονός», επι­ση­μαί­νουν στον πολυ­σέ­λιδο κατά­λογο της Δημο­τι­κής Πινα­κο­θή­κης Ρόδου οι Χ. Καμπου­ρί­δης και Γ. Λεβού­νης τονί­ζο­ντας ότι «για τη δημιουρ­γική εξέλιξη της Πινα­κο­θή­κης ο Ιωάννου θεσμο­θέ­τησε, με ειδικό κυβερ­νη­τικό νόμο, Διοι­κη­τικό Συμ­βού­λιο και Καλ­λι­τε­χνική Επι­τροπή, όργανα στα οποία έκτοτε συμ­με­τεί­χαν ανα­γνω­ρι­σμέ­νοι καλ­λι­τέ­χνες καθη­γη­τές της ΑΣΚΤ της Αθήνας και έμπει­ροι τεχνο­κρι­τι­κοί. Όταν η Πινα­κο­θήκη Ρόδου είχε δια­μορ­φω­θεί σ’ ένα ολο­κλη­ρω­μένο Μουσείο Σύγ­χρο­νης Ελλη­νι­κής Τέχνης, ο Ανδρέας Ιωάννου έφυγε από τη Ρόδο, συνε­χί­ζο­ντας τη δημιουρ­γική του δρα­στη­ριό­τητα στη Ζάκυνθο (όπου ίδρυσε το Μουσείο Ανδρέα Κάλβου), χωρίς όμως, να πάψει να φρο­ντί­ζει και από μακριά για τον εμπλου­τι­σμό των συλ­λο­γών του δημιουρ­γή­μα­τός του. Στις αρχές του 1972 έγινε Διευ­θυ­ντής της Εθνικής Πινα­κο­θή­κης και έδωσε αμέσως προ­τε­ραιό­τητα στην τέχνη του 20ου αιώνα…». Έτσι, ο φωτι­σμέ­νος και απρο­κα­τά­λη­πτος Ιωάννου μετά από ένα τερά­στιο αγώνα επι­μο­νής και υπο­μο­νής κατά­φερε με το έργο του να συνα­ντη­θεί με την ιστορία της τέχνης και τη συλ­λο­γική μνήμη του πολι­τι­σμού.

 

Είναι πολλά τα αρι­στουρ­γή­ματα της Δημο­τι­κής Πινα­κο­θή­κης Ρόδου, όπως τα περί­φημα έργα του Θεό­φι­λου (1867-1934) «Αντά­μωση Ερω­τό­κρι­του και Αρε­τού­σας», «Γιώργος Καραϊ­σκά­κης», «Παύλος Μελάς» και «Ο Ήρως Μιλ­τιά­δης Για­τα­γά­νας». «Ο Αϊβα­λιώ­της Καπε­τά­νιος» και «Το Βυζα­ντινό τοπίο» του Φώτη Κόντο­γλου (1895-1965) μαρ­τυ­ρούν την αγωνία και την πει­θαρ­χία αυτού του πρω­τερ­γάτη του μύθου της ελλη­νι­κό­τη­τας για την τερά­στια σημασία της αξίας της παρά­δο­σης και τη λει­τουρ­γία της ζωγρα­φι­κής έκφρα­σης. Οι μαθητές του, Γιάννης Τσα­ρού­χης (1910-1989) και Νίκος Εγγο­νό­που­λος (1910-1985) εκπρο­σω­πού­νται με τα αντι­προ­σω­πευ­τικά τους έργα «Αξιω­μα­τι­κός της Αερο­πο­ρίας Κατα­θέ­των Στέ­φα­νον», «Παίκτης του Μπάσκετ» και «Δύο φίλοι» με τη γνώριμη αισθη­σιακή προ­σω­πική γραφή του πρώτου και ο «Όρκος» και ο «Ορφέας» με τη σου­ρε­α­λι­στική πνοή και έκφραση του δεύ­τε­ρου. «Το καθιστό γυμνό» του Γιάννη Μόραλη (1916-2011), «Το ερωτικό ζευγάρι» και «Η Μητρό­τητα» του Γιώργου Σικε­λιώτη (1917-1984), «Τοπίο με καταρ­ρά­κτες» του Νίκου Χατζη­κυ­ριά­κου-Γκίκα (1906-1994), «Τοπίο Ρόδου» και «Λιο­μα­ζό­χτρες» του Βάλια Σεμερ­τζίδη (1911-1983) ανάμεσα στους εκατό και πλέον πίνακες που δώρισε πρό­σφατα στην Πινα­κο­θήκη η   οικο­γέ­νειά του, «Το τραπέζι της Καθαρής Δευ­τέ­ρας» και το «Μονα­στη­ράκι» του Σπύρου Βασι­λείου (1902-1985).  Σημα­ντι­κοί είναι και οι πίνακες των εξπρε­σιο­νι­στών ζωγρά­φων, όπως του κορυ­φαίου Γιώργου Μπου­ζιάνη (1885-1959) με τα περί­φημα έργα «Προ­σω­πο­γρα­φία του ζωγρά­φου Waldmüller» και «Γυναίκα με λου­λού­δια»,που τόσο πολύ υπέφερε από την απόφαση του να γυρίσει στην πατρίδα του και να υπο­στη­ρί­ξει με αίσθημα ευθύνης τις αισθη­τι­κές του κατα­κτή­σεις, και του Θεό­φρα­στου Τρια­ντα­φυλ­λίδη (1881-1955) «Μάσκες» και «Βαρκάδα», που δυστυ­χώς η τερά­στια μορ­φο­πλα­στική του δια­τύ­πωση έμεινε άγνωστη στο ευρύ­τερο κοινό. Έργα των μεγάλων ανα­νε­ω­τών της ελλη­νι­κής τέχνης πλου­τί­ζουν τη Συλλογή της Δημο­τι­κής Πινα­κο­θή­κης Ρόδου, όπως του Κων­στα­ντί­νου Μαλέα (1879-1928) «Η Ακρό­πολη από την Πνύκα» και «Ακρό­πολη», του Κων­στα­ντί­νου Παρθένη (1978-1967) «Νεκρή φύση με ρόδι», του Νικό­λαου Λύτρα (1883-1927) «Τοπίο με θάλασσα» και του Σπύρου Παπα­λουκά (1892-1957) «Κόκ­κι­νες στέγες στη Λέσβο», φωτί­ζο­ντας νέους δρόμους έκφρα­σης και αισθη­τι­κών κατα­κτή­σεων. Επίσης, δυνατό είναι το παρόν των πρω­τερ­γα­τών της αφαί­ρε­σης στην Ελλάδα με αντι­προ­σω­πευ­τικά έργα των Γιάννη Σπυ­ρό­που­λου (1912-1990), Αλέκου Κοντό­που­λου (1905-1975), Θανάση Τσίγκου (1914-1965) και Θόδωρου Στάμου (1922-1997) μεταξύ των άλλων. Σημα­ντικά είναι και τα έργα της απο­κα­λού­με­νης γενιάς του ’60 με τις δια­φο­ρε­τι­κές αισθη­τι­κές δια­τυ­πώ­σεις από τους Βλάση Κανιάρη (1928-2011), Νίκο Κεσ­σανλή (1930-2004), Αλέξη Ακρι­θάκη (1939-1994), Κων­στα­ντίνο Ξενάκη (1931), Κώστα Τσόκλη (1930), Παύλο (1930) έως τους Δημήτρη Μυταρά (1934-2017), Αλέκο Φασιανό (1935), Δημο­σθένη Κοκ­κι­νίδη (1929), Σωτήρη Σόρογκα (1930), Χρίστο Καρά (1930), Βασίλη Θεο­χα­ράκη (1930), Πανα­γιώτη Γράβ­βαλο (1933-2014), ο οποίος δώρισε εκατόν πενήντα πέντε έργα στο Μουσείο Νεο­ελ­λη­νι­κής Τέχνης Δήμου Ρόδου, Αντώνη Απέργη (1938-2017) και των άλλων κατα­ξιω­μέ­νων δημιουρ­γών μετέ­πειτα γενεών Γιάννη Ψυχο­παίδη (1945), Χρόνη Μπό­τσο­γλου (1941), Μάκη Θεο­φυ­λα­κτό­που­λου (1939), Γιάννη Μπουτέα (1941), Όπυς Ζούνη (1941-2007), Παύλου Σάμιου (1948), Δημήτρη Κούκου (1941), Χρήστου Μπο­κό­ρου (1956), Εδουάρ­δου Σακα­γιάν (1957)και πολλών άλλων άξιων ζωγρά­φων.

Προ­σω­πο­γρα­φίες, τοπιο­γρα­φίες, συν­θέ­σεις και νεκρές φύσεις, μέσα από δια­φο­ρε­τι­κές αισθη­τι­κές απο­τυ­πώ­σεις καλ­λι­τε­χνών δια­φο­ρε­τι­κών γενεών, περίπου από το 1863 έως και σήμερα, θαρρείς, ότι πολλές από αυτές απο­πνέ­ουν αθα­να­σία και ότι η υψηλή αισθη­τική τους έκφραση προ­κα­λεί πνευ­μα­τική και ψυχική ευφορία. Αυτή είναι η δύναμη της τέχνης, να ανα­βα­πτί­ζει τον κόσμο και να τον βοηθά να αναζητά τη γαλήνη και τη δύναμη της φύσης.

Οι πλού­σιες συλ­λο­γές του Μου­σείου Νεο­ελ­λη­νι­κής Τέχνης ζωγρα­φι­κής, γλυ­πτι­κής, χαρα­κτι­κής, σχεδίων και κατα­σκευών, μόνιμα στε­γά­ζο­νται σε τέσσερα αυτό­νομα κτήρια: στη Δημο­τική Πινα­κο­θήκη Ρόδου «Ανδρέας Ιωάννου», στο «Νεστο­ρί­δειον Μέλα­θρον», στην «Πινα­κο­θήκη Σύγ­χρο­νης Τέχνης» (κτίριο του Παλαιού Συσ­σι­τίου) και στην «Νέα Πτέρυγα, Νεστο­ρί­δειου Μελά­θρου». Όπως επι­ση­μαί­νει ο πάντα δρα­στή­ριος Πρό­ε­δρος του Μου­σείου Νεο­ελ­λη­νι­κής Τέχνης Δήμου Ρόδου, Δρ. Νικό­λαος Τσ. Φρόνας «Πενήντα επτά χρόνια μετά την ίδρυση της Δημο­τι­κής Πινα­κο­θή­κης, η φήμη και η αίγλη της παρα­μέ­νει αναλ­λοί­ωτη. Είναι η μονα­δική Δημο­τική Πινα­κο­θήκη (Ν.Π.Δ.Δ.), σε ολό­κληρη την Ελλάδα με σύγ­χρονη λει­τουρ­γία έξι εκθε­σια­κών χώρων, σε τέσσερα ξεχω­ρι­στά κτήρια, συνο­λι­κού εμβαδού 2456 τετρ. μέτρων. Σήμερα γίνεται μεγάλη προ­σπά­θεια να δια­τη­ρή­σουμε υψηλό το επίπεδο, επι­λέ­γο­ντας καλ­λι­τέ­χνες κατα­ξιω­μέ­νους και νέους ταλα­ντού­χους με αυστηρά κρι­τή­ρια, έτσι ώστε η ζήτηση για εκθέ­σεις να παρα­μέ­νει μεγάλη και ο εκά­στοτε καλ­λι­τέ­χνης να θεωρεί εξαι­ρε­τική επι­τυ­χία το γεγονός πραγ­μα­το­ποί­η­σης έκθεσής του, στο Μουσείο της Ρόδου, στη Δημο­τική Πινα­κο­θήκη Ρόδου.»

Οι ευπα­τρί­δες Ιωάννης (1897-1978) και Πάολα Νεστο­ρίδη (1914-2011) δώρισαν ένα πολυό­ροφο οικο­δό­μημα στο κέντρο της πόλης, για να διευ­κο­λύ­νουν τη λει­τουρ­γία του Μου­σείου. Ονο­μά­σθηκε Νεστο­ρί­δειο Μέλαθρο, εγκαι­νιά­σθηκε τον Ιούνιο του  2002 και δια­θέ­τει όλες τις σύγ­χρο­νες μου­σειο­λο­γι­κές προ­δια­γρα­φές, με σκοπό την προβολή της οικου­με­νι­κής αξίας της ελλη­νι­κής τέχνης από τις αρχές του 20ου αιώνα έως σήμερα.

Το Δεκέμ­βριο του 2010, πραγ­μα­το­ποι­ή­θηκε άλλη μεγάλη δωρεά της αεί­μνη­στης Πάολας Νεστο­ρίδη, το όμορο κτήριο στο Μέλαθρο των 817 τετρ. μέτρων, που ονο­μά­σθηκε Νέα Πτέρυγα Νεστο­ρί­δειου Μελά­θρου.

Φιλο­ξε­νεί περιο­δι­κές εκθέ­σεις ζωγρα­φι­κής, χαρα­κτι­κής, γλυ­πτι­κής, καθώς και επι­λεγ­μέ­νες άλλες πολι­τι­στι­κές εκδη­λώ­σεις, όπως επι­στη­μο­νι­κές δια­λέ­ξεις, παρου­σιά­σεις ποι­η­τι­κών συλ­λο­γών, βιβλίων κλπ.

Θερμές ευχα­ρι­στίες εκφράζω στους, Δήμαρχο Ρόδου κ. Χατζη­διάκο Φώτη, Αντι­δη­μάρχο Πολι­τι­σμού, Αθλη­τι­σμού, Μεσαιω­νι­κής Πόλης και Μνη­μείων, κ. Χατζη­ιω­άν­νου Ελευ­θέ­ριο (Τέρη), φιλο­πρό­οδο Πρόεδρο, δρ. Νικόλαο Τσ. Φρόνα, στα δρα­στή­ρια μέλη του Δ.Σ. και της Καλ­λι­τε­χνι­κής Επι­τρο­πής και στους ακού­ρα­στους συνερ­γά­τες της, όπως την κ. Ισμήνη Κουφού και τον κ. Γιώργο Τηλιακό. Τέλος, στους Βασίλη και Μαρίνα Θεο­χα­ράκη που αντι­λαμ­βά­νο­νται την τέχνη ως κοινό πνευ­μα­τικό αγαθό, που έχουν την υπο­χρέ­ωση να υπε­ρα­σπί­ζο­νται και να προ­βά­λουν.

 

Τάκης Μαυ­ρω­τάς

 

Διευ­θυ­ντής Εικα­στι­κού Προ­γράμ­μα­τος

Ιδρύ­μα­τος Β. & Μ. Θεο­χα­ράκη

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.