ΕΙΔΗΣΕΙΣ

Πατριάρχης Βαρθολομαίος: Η Ανάσταση είναι «καλή αλλοίωση» της υπάρξεώς μας

news room 5 λεπτά ανάγνωση
ΒΑΡΘΟΛΟΜΑΙΟΣ

Ο Οικου­με­νι­κός Πατριάρ­χης Βαρ­θο­λο­μαίος στο μήνυμά του για το Πάσχα ανα­φέ­ρει μεταξύ άλλων ότι «πηγήν ανα­στα­σί­μου ευφρο­σύ­νης διά την Αγίαν του Χριστού Μεγάλην Εκκλη­σίαν απο­τε­λεί εφέτος και ο κοινός εορ­τα­σμός του Πάσχα υπό σύμπα­ντος του χρι­στια­νι­κού κόσμου, ομού μετά της 1700ης επε­τείου της Α’ εν Νικαία Οικου­με­νι­κής Συνόδου».

Με αφορμή του φετινού εορ­τα­σμού της επε­τείου αυτής, ο κ.κ. Βαρ­θο­λο­μαίος τονίζει επίσης πως «η Σύνοδος της Νικαίας εγκαι­νιά­ζει μίαν νέαν περί­ο­δον εις την συνο­δι­κήν ιστο­ρίαν της Εκκλη­σίας, την μετά­βα­σιν από το τοπικόν εις το οικου­με­νι­κόν συνο­δι­κόν επί­πε­δον. Ως γνωστόν, η Αʹ Οικου­με­νική Σύνοδος εισή­γαγε τον “άγραφον” όρον “ομο­ού­σιος” εις το Σύμ­βο­λον της Πίστεως, με σαφή σωτη­ριο­λο­γι­κήν ανα­φο­ράν, η οποία παρα­μέ­νει το ουσιώ­δες χαρα­κτη­ρι­στι­κόν των δογ­μά­των της Εκκλη­σίας».

Επι­ση­μαί­νει ακόμη ότι «η Ανά­στα­σις δεν είναι ανά­μνη­σις ενός γεγο­νό­τος από το παρελ­θόν, αλλά “καλή αλλοί­ω­σις” της υπάρ­ξεώς μας, “άλλη γέν­νη­σις, βίος έτερος, άλλο ζωής είδος, αυτής της φύσεως ημών μετα­στοι­χεί­ω­σις”», προ­σθέ­το­ντας ότι «η ορθό­δο­ξος πίστις και απαι­σιο­δο­ξία είναι ασύμ­βατα μεγέθη» και «το βίωμα της Ανα­στά­σεως απο­κα­λύ­πτει το κέντρον και την εσχα­το­λο­γι­κήν διά­στα­σιν της εν Χριστώ ελευ­θε­ρίας».

Ανα­λυ­τικά, το μήνυμα του Οικου­με­νι­κού Πατριάρχη Βαρ­θο­λο­μαίου για το Πάσχα έχει στο σύνολό του ως εξής:

«Τιμιώ­τα­τοι αδελφοί Ιεράρ­χαι και τέκνα εν Κυρίω ευλο­γη­μένα,Ελέω και δυνάμει Θεού δια­πλεύ­σα­ντες εν προ­σευχή και νηστεία το πέλαγος της Αγίας και Μεγάλης Τεσ­σα­ρα­κο­στής και φθά­σα­ντες εις το παμφαές Πάσχα, ανυ­μνού­μεν τον κατελ­θό­ντα μέχρις ‘Αδου ταμείων και “απερ­γα­σά­με­νον πάσιν ειση­κτόν τον Παρά­δει­σον” διά της εκ νεκρών Εγέρ­σεως Αυτού Κύριον της δόξης.

»Η Ανά­στα­σις δεν είναι ανά­μνη­σις ενός γεγο­νό­τος από το παρελ­θόν, αλλά “καλή αλλοί­ω­σις” της υπάρ­ξεώς μας, “άλλη γέν­νη­σις, βίος έτερος, άλλο ζωής είδος, αυτής της φύσεως ημών μετα­στοι­χεί­ω­σις”. Εν Χριστώ Ανα­στά­ντι ανα­και­νί­ζε­ται ομού μετά του ανθρώ­που η σύμπασα κτίσις. Όταν ψάλ­λω­μεν την Γ’ ωδήν του Κανόνος του Πάσχα, το “Νυν πάντα πεπλή­ρω­ται φωτός, ουρανός τε και γη και τα κατα­χθό­νια·  εορ­τα­ζέτω γουν πάσα κτίσις την έγερσιν Χριστού, εν η εστε­ρέ­ω­ται”, τότε δια­κη­ρύσ­σε­ται ότι ολό­κλη­ρον το σύμπαν είναι στε­ρε­ω­μέ­νον και πλήρες ανε­σπέ­ρου φωτός. Όχι μόνον διά την ιστο­ρίαν του ανθρω­πί­νου γένους, αλλά και διά την όλην δημιουρ­γίαν, ισχύει το “προ Χριστού” και το “μετά Χριστόν”.

»Η εκ νεκρών Έγερσις του Κυρίου απο­τε­λεί τον πυρήνα του Ευαγ­γε­λίου, το στα­θε­ρόν σημείον ανα­φο­ράς όλων των κει­μέ­νων της Καινής Δια­θή­κης, αλλά και της λει­τουρ­γι­κής ζωής και της ευσε­βείας των Ορθο­δό­ξων. Όντως, εις το “Χριστός Ανέστη” συνο­ψί­ζε­ται η θεο­λο­γία της Εκκλη­σίας. Η βίωσις της καταρ­γή­σεως του κράτους του θανάτου είναι πηγή ανε­κλα­λή­του χαράς, “ελευ­θέ­ρας από τας δεσμεύ­σεις αυτού του κόσμου”. “Χαράς τα πάντα πεπλή­ρω­ται, της ανα­στά­σεως την πείραν ειλη­φότα”. Έκρηξις “χαράς μεγάλης” η Ανά­στα­σις δια­πο­τί­ζει ολό­κλη­ρον την εκκλη­σια­στι­κήν ζωήν, το ήθος και την ποι­μα­ντι­κήν δράσιν, ως πρό­γευ­σις της πλη­ρό­τη­τος ζωής, γνώσεως και χαράς της αιωνίου Βασι­λείας του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύ­μα­τος. Ορθό­δο­ξος πίστις και απαι­σιο­δο­ξία είναι ασύμ­βατα μεγέθη. Το Πάσχα είναι δια τον άνθρω­πον εορτή ελευ­θε­ρίας και νίκη κατά των αλλο­τριω­τι­κών δυνά­μεων, εκκλη­σιο­ποί­η­σις της υπάρ­ξεώς μας, πρό­σκλη­σις εις συνερ­γίαν δια την μετα­μόρ­φω­σιν του κόσμου. Η ιστορία της Εκκλη­σίας καθί­στα­ται “ένα μεγάλο Πάσχα”, ως πορεία προς “την ελευ­θε­ρίαν της δόξης των τέκνων του Θεού”. Το βίωμα της Ανα­στά­σεως απο­κα­λύ­πτει το κέντρον και την εσχα­το­λο­γι­κήν διά­στα­σιν της εν Χριστώ ελευ­θε­ρίας. Αι βιβλι­καί μαρ­τυ­ρίαι περί της Εγέρ­σεως του Σωτήρος ανα­δει­κνύ­ουν την δύναμιν της ελευ­θε­ρίας των πιστών, εις την οποίαν και μόνην φανε­ρού­ται το “μέγα θαύμα”, το οποίον παρα­μέ­νει απρό­σι­τον εις κάθε κατα­να­γκα­σμόν. “Βου­λο­μέ­νων γαρ, ου τυραν­νου­μέ­νων το της σωτη­ρίας μυστή­ριον”. Η αποδοχή της θείας δωρεάς ως “διά­βα­σις” του πιστού προς τον Χριστόν, είναι η ελευ­θέρα υπαρ­κτική απά­ντη­σις εις την αγα­πη­τι­κήν και σωστι­κήν “διά­βα­σιν” του Ανα­στά­ντος προς τον άνθρω­πον. “Χωρίς εμού ου δύνασθε ποιείν ουδέ”.

»Το μυστή­ριον της Ανα­στά­σεως του Κυρίου συνε­χί­ζει και σήμερον να κλονίζη τας θετι­κι­στι­κάς βεβαιό­τη­τας των αρνητών του Θεού ως “αρνή­σεως της ανθρω­πί­νης ελευ­θε­ρίας”, τους οπαδούς της “φενάκης της αυτο­πραγ­μα­τώ­σεως χωρίς Θεόν” και τους θαυ­μα­στάς του συγ­χρό­νου “ανθρω­πο­θεού”. Δεν ανήκει το μέλλον εις τον εγκλω­βι­σμόν εις την αυτά­ρε­σκον, συρ­ρι­κνω­τι­κήν και κλει­στήν ενθα­δι­κό­τητα. Δεν υπάρχει αληθής ελευ­θε­ρία χωρίς Ανά­στα­σιν, χωρίς προ­ο­πτι­κήν αιω­νιό­τη­τος.

»Πηγήν ανα­στα­σί­μου ευφρο­σύ­νης διά την Αγίαν του Χριστού Μεγάλην Εκκλη­σίαν απο­τε­λεί εφέτος και ο κοινός εορ­τα­σμός του Πάσχα υπό σύμπα­ντος του χρι­στια­νι­κού κόσμου, ομού μετά της 1700ης επε­τείου της Α’ εν Νικαία Οικου­με­νι­κής Συνόδου, η οποία κατε­δί­κασε την κακο­δο­ξίαν του Αρείου, του “κατα­σμι­κρύ­να­ντος της Τριάδος τον ένα, Υιόν και Λόγον όντα Θεού”, και εθέ­σπισε τον τρόπον καθο­ρι­σμού της ημε­ρο­μη­νίας δια την εορτήν της Ανα­στά­σεως του Σωτήρος.

»Η Σύνοδος της Νικαίας εγκαι­νιά­ζει μίαν νέαν περί­ο­δον εις την συνο­δι­κήν ιστο­ρίαν της Εκκλη­σίας, την μετά­βα­σιν από το τοπικόν εις το οικου­με­νι­κόν συνο­δι­κόν επί­πε­δον. Ως γνωστόν, η Αʹ Οικου­με­νική Σύνοδος εισή­γαγε τον “άγραφον” όρον “ομο­ού­σιος” εις το Σύμ­βο­λον της πίστεως, με σαφή σωτη­ριο­λο­γι­κήν ανα­φο­ράν, η οποία παρα­μέ­νει το ουσιώ­δες χαρα­κτη­ρι­στι­κόν των δογ­μά­των της Εκκλη­σίας. Εν τη εννοία ταύτη, οι εορ­τα­σμοί της μεγάλης επε­τείου δεν είναι στροφή προς το παρελ­θόν, εφ’ όσον το “πνεύμα της Νικαίας” ενυ­πάρ­χει αδια­πτώ­τως εις την ζωήν της Εκκλη­σίας, η ενότης της οποίας συναρ­τά­ται με την ορθήν κατα­νό­η­σιν και ανά­πτυ­ξιν της συνο­δι­κής ταυ­τό­τη­τός της. Ο λόγος περί της Α’ εν Νικαία Οικου­με­νι­κής Συνόδου υπεν­θυ­μί­ζει τα κοινά χρι­στια­νικά αρχέ­τυπα και την σημα­σίαν του αγώνος κατά των δια­στρε­βλώ­σεων της αμω­μή­του ημών πίστεως και μας προ­τρέ­πει να στρα­φώ­μεν προς το βάθος και την ουσίαν της παρα­δό­σεως της Εκκλη­σίας. Ο δε κατά το παρόν έτος κοινός εορ­τα­σμός της “Αγιω­τά­της του Πάσχα ημέρας” ανα­δει­κνύει την επι­και­ρό­τητα του θέματος, η λύσις του οποίου όχι μόνον εκφρά­ζει τον σεβα­σμόν της Χρι­στια­νο­σύ­νης προς τα θεσπί­σματα της Συνόδου της Νικαίας, αλλά και την συνεί­δη­σιν ότι “ου πρέπει εν τοιαύτη αγιό­τητι είναι τινα δια­φο­ράν”.

»Με τοιαύτα αισθή­ματα, έμπλεοι του φωτός και της χαράς της Ανα­στά­σεως και ανα­βο­ώ­ντες το κοσμο­χαρ­μό­συ­νον “Χριστός Ανέστη”, ας τιμή­σω­μεν την κλητήν και αγίαν ημέραν του Πάσχα δια της ολο­ψύ­χου ομο­λο­γίας της πίστεως ημών εις τον θανάτω τον θάνατον πατή­σα­ντα, πάσιν ανθρώ­ποις και απάση τη κτίσει ζωήν χαρι­σά­με­νον Λυτρω­τήν, διά της πιστό­τη­τος εις τας τιμίας παρα­δό­σεις της Μεγάλης Εκκλη­σίας και δια της ανυ­πο­κρί­του προς τον πλησίον αγάπης, ίνα δοξά­ζη­ται και δια πάντων ημών το υπε­ρου­ρά­νιον όνομα του Κυρίου.

Φανά­ριον, ‘Αγιον Πάσχα ,βκεʹ

διά­πυ­ρος προς Χριστόν Ανα­στά­ντα ευχέτης πάντων υμών».

Ο Κων­στα­ντι­νου­πό­λεως

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.