ΤΟΠΙΚΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ

«Βοήθεια φωνάζει η πεπαιδευμένη γενιά μου!»-Γράφει ο Νίκος Διονυσάτος, μαθητής του Μουσικού Σχολείου Ρόδου

news room 17 λεπτά ανάγνωση
σχολείο

Γράφει για την παιδεία ο Νίκος Διο­νυ­σά­τος,

μαθητής του Μου­σι­κού Σχο­λείου Ρόδου,

πρό­ε­δρος του 15μελούς Μαθη­τι­κού Συμ­βου­λίου

 

Η παιδεία λοιπόν που λέτε στην Ελλάδα είναι ένα θέμα που λει­τουρ­γεί λίγο-πολύ σαν φωτο­βο­λίδα. Όπως και πολλά άλλα ζητή­ματα άλλωστε. Η παιδεία είναι ένα μέσο έκφρα­σης της πολι­τι­κής της εκά­στοτε κυβέρ­νη­σης. Η παιδεία είναι ένα άλυτο πρό­βλημα που όλοι βέβαια θέλουνε να λύσουν με τον δικό τους μονα­δικό τρόπο. Έναν μονα­δικό τρόπο που σίγουρα μπορεί να εξα­σφα­λί­σει την υστε­ρο­φη­μία ακόμη και του πιο άσχετου και άσημου υπουρ­γού παι­δείας. Η κατά­σταση στο εκπαι­δευ­τικό σύστημα παρα­ταύτα δεν αντέχει άλλο από μεγα­λε­πή­βολα κι ιλου­στρα­σιόν σχέδια, τα οποία ούτε ευρείας απο­δο­χής τυγ­χά­νουν, ούτε ιδιαί­τερη επαφή απο­δει­κνύ­ε­ται πως έχουν με την πραγ­μα­τι­κό­τητα. Μπορεί αρχικά όλα αυτά να μοιά­ζουν κάπως γραφικά, σαν γενι­κό­λογα αιτή­ματα σε κατα­λή­ψεις, ωστόσο οι καιροί έχουν αλλάξει και η παιδεία τόσο στην Ελλάδα, όσο και τον υπό­λοιπο κόσμο, δείχνει να μην μπορεί να αντα­πο­κρι­θεί απο­τε­λε­σμα­τικά στις νέες προ­κλή­σεις των καιρών.

Το Έξω και η Ελλάδα

Η αδυ­να­μία αντα­πό­κρι­σης, δυστυ­χώς, δεν είναι δική μας απο­κλει­στι­κό­τητα. Προ­κει­μέ­νου να κατα­φέ­ρει κάποιος να δια­λύ­σει μια κοι­νω­νία πρέπει να χτυ­πή­σει στα θεμέλια. Στην παιδεία και τις νέες γενιές δηλαδή. Γι’ αυτό δεν είναι τυχαίο ότι φέρ’ ειπείν στην πολυ­πο­λι­τι­σμική θεω­ρη­τικά (και παρα­δο­σιακά σοβι­νι­στική βέβαια) γαλλική κοι­νω­νία, νέοι άνθρω­ποι, πολλοί εκ των οποίων και εξαι­ρε­τικά μορ­φω­μέ­νοι, γαλου­χη­μέ­νοι μέσα στο γαλλικό εκπαι­δευ­τικό σύστημα, τα προη­γού­μενα χρόνια κατέ­λη­γαν μέσω τζι­χα­ντι­στι­κών πυρήνων του δια­δι­κτύου, να πολε­μούν υπέρ του Ισλα­μι­κού Χαλι­φά­του στη Συρία και το Ιράκ. Παρό­μοια παρα­δείγ­ματα υπάρ­χουν και για πολλές άλλες ανε­πτυγ­μέ­νες χώρες προ­φα­νώς, οι οποίες στην πλειο­ψη­φία τους, κάπως οξύμωρα, ήτανε κι αυτές που στή­ρι­ξαν ευθαρ­σώς τον πόλεμο κατά της διε­θνούς τρο­μο­κρα­τίας είκοσι χρόνια πριν. Αυτό το φαι­νό­μενο ανα­δει­κνύει το πόσο περιο­ρι­σμένη είναι και στο εξω­τε­ρικό η καλ­λιέρ­γεια της κρι­τι­κής σκέψης, αλλά και το αίσθημα της κοι­νω­νι­κής ένταξης στα σχολεία.

Μια ακόμα περί­τρανη από­δειξη τώρα για τον δυσλει­τουρ­γικό σχε­δια­σμό της παι­δείας ανά την υφήλιο (και ειδικά στην Ευρώπη) είναι και το γεγονός ότι σημα­ντι­κές μερίδες του πλη­θυ­σμού, εκ των οποίων και πολλοί νέοι, στρέ­φο­νται προς ακραίες πολι­τι­κές τοπο­θε­τή­σεις. Αυτές οι πολι­τι­κές τοπο­θε­τή­σεις μπορεί να εκφρά­ζο­νται είτε μέσω διά­φο­ρων ριζο­σπα­στι­κών ακρο­δε­ξιών μορ­φω­μά­των, όπως είναι το Εθνικό Μέτωπο της Μαρίν Λεπέν στη Γαλλία, το AfD στην Γερ­μα­νία, το VOX στην Ισπανία κ.α., είτε ακόμη και μέσω εξτρε­μι­στι­κών ακρο­δε­ξιών οργα­νώ­σεων, όπως η Χρυσή Αυγή στη χώρα μας ή το Jobbik στην Ουγ­γα­ρία. Η άνοδος της άκρας δεξιάς αυτή, έρχεται λοιπόν ως απόρ­ροια της αδυ­να­μίας των

εκπαι­δευ­τι­κών συστη­μά­των τόσο να μετα­λα­μπα­δεύ­σουν απο­τε­λε­σμα­τικά στις νέες γενιές την φρίκη και την δυστυ­χία του φασι­σμού, όσο και να δημιουρ­γή­σουν ένα περι­βάλ­λον πραγ­μα­τι­κής αλλη­λεγ­γύης και αμοι­βαίας κατα­νό­η­σης μεταξύ των δια­φο­ρε­τι­κών κοι­νο­τή­των.

Κι όσο όλ’ αυτά συμ­βαί­νουν στον δυτικό κόσμο, γιατί κακά τα ψέματα, αυτός είναι ο κόσμος τον οποίο γνω­ρί­ζουμε, πολύ μακριά από εδώ, σε εκπαι­δευ­τικά μοντέλα όπως αυτό της Νοτίου Κορέας, έχουν αρχίσει να εμφα­νί­ζο­νται ήδη και τα πρώτα προ­βλή­ματα μιας νέας εποχής. Η εισβολή της τεχνο­λο­γίας στην ζωή όλων μας, έχει οδη­γή­σει σε αυξη­μέ­νες ανάγκες για απο­τε­λε­σμα­τι­κό­τερη δια­χεί­ριση της από τις επό­με­νες γενιές, όσο αναφορά τον κοι­νω­νικό και τον ψυχο­λο­γικό παρά­γο­ντα. Ο απο­μο­νω­τι­σμός των ανθρώ­πων, που δίεπε παρα­δο­σιακά ούτως ή άλλως τις κουλ­τού­ρες των χωρών της βορειο­α­να­το­λι­κής Ασίας, συν­δυα­σμέ­νος με την νέα πρό­κληση των ψηφια­κών μέσων, οδήγησε σε περι­στα­τικά συναι­σθη­μα­τικά ανά­πη­ρων ανθρώ­πων. Η αυστηρή πει­θαρ­χία και η πίεση των κοι­νω­νιών αυτών, εισά­γε­ται στα παιδιά από μικρή ηλικία, και κορυ­φώ­νε­ται κατά το τέλος της μαθη­τι­κής τους ζωής, όταν καλού­νται να εισα­χθούνε στο πανε­πι­στή­μιο (σίγουρα θυμίζει κάτι αυτό κι απ’ τα δικά μας). Έτσι δημιουρ­γού­νται όλοι αυτοί οι ‘‘πετυχημένοι’’ γιά­πη­δες που στα 30 τους ήδη έχουν αρχίσει να σκέ­φτο­νται την αυτο­κτο­νία από τους τρελούς ρυθμούς που η καλή τους εργασία τους έχει φτάσει. Και το χει­ρό­τερο είναι, πως εξαι­τίας ακριβώς αυτής της έλλει­ψης συναι­σθη­μα­τι­κής αγωγής, όλο αυτό το ικα­νό­τατο εργα­τικό δυνα­μικό, σπανίως πλέον αποκτά συντρό­φους ή απο­γό­νους, δημιουρ­γώ­ντας στην Ιαπωνία, την Νότια Κορέα και άλλες ασια­τι­κές χώρες κι ένα σοβα­ρό­τατο δημο­γρα­φικό πρό­βλημα. Σύντομα παρό­μοια περι­στα­τικά μπορεί να ενσκή­ψουν και στις δικές μας κοι­νω­νίες του αύριο και πολύ φοβάμαι ότι η οι ελλιπώς συναι­σθη­μα­τικά πεπαι­δευ­μέ­νοι πολίτες του σήμερα, δεν θα κατα­φέ­ρουν να αντα­πο­κρι­θούν, μέχρι να είναι ήδη πολύ αργά και για τους επό­με­νους.

Και τώρα, προτού κατα­λήξω στην ελλη­νική μας νοση­ρό­τητα, ευκαι­ρία να πιάσω και το παρά­δειγμα επι­τυ­χίας που κάθε Έλληνας και πάσης άλλης εθνι­κό­τη­τας μύστης της παι­δείας χρη­σι­μο­ποιεί. Φιν­λαν­δία. Λιμνώ­δης, δασώδης, παγω­μένη. Μικρή χώρα όμως κατά τα άλλα η Φιν­λαν­δία, κι αν φημί­ζε­ται για κάτι πέρα από τα Νόκια και τα καλο­και­ρινά πιόματα των κατοί­κων της στις ακτές της Μεσο­γείου, αυτό είναι σίγουρα το ‘‘αψεγάδιαστο’’ εκπαι­δευ­τικό της σύστημα. Ή μήπως όχι και τόσο αψε­γά­δια­στο; Το φιν­λαν­δικό μοντέλο είναι σίγουρα ένα μοντέλο το οποίο είναι σταθερό, αξιό­πι­στο και βάζει πάντοτε-πάντοτε όμως-πρώτα τον μαθητή. Το ακριβώς αντί­θετο από το δικό μας σαν να λέμε δηλαδή. Σαφώς πρό­κει­ται για ένα άκρως πιο επι­τυ­χη­μένο σύστημα από τον δικό μας πάτο, ωστόσο δεν πρέπει να παρα­βλέ­πει κανείς όταν το εξε­τά­ζει και σημα­ντι­κές του αστο­χίες. Παρα­δείγ­μα­τος χάριν, η Φιν­λαν­δία ανα­κη­ρύ­χτηκε η πιο ευτυ­χι­σμένη χώρα του κόσμου για το 2019. Ευτυ­χι­σμένη; Νομίζω ότι όποιος έχει μιλήσει ποτέ σε Φιν­λανδό από κοντά μπορεί να επι­βε­βαιώ­σει ότι η ζωή στην Φιν­λαν­δία δεν είναι μια ζωή ‘‘ευτυχίας’’, για τους περισ­σό­τε­ρους του­λά­χι­στον. Είναι μια ζωή ‘‘ικανοποίησης’’, όπου κανείς ζει άνετα και ήρεμα. Πολύ ήρεμα, χωρίς την περι­πέ­τεια και τις συγκι­νή­σεις που έχει ανάγκη ένας Βαλ­κά­νιος Μεσό­γειος Χόμο Φρα­πο­τυ­ρό­πι­τους.

Αυτή η ηρεμία, είναι που διέπει και το εκπαι­δευ­τικό σύστημα της χώρας βέβαια. Ο Φιν­λαν­δός πολίτης του αύριο πρέπει να γνω­ρί­ζει τα απο­λύ­τως απα­ραί­τητα. Τα πρα­κτικά πράγ­ματα. Και ως εκ τούτου διευ­κο­λύ­νε­ται κατά πολύ και η εφαρ­μογή του δόγ­μα­τος ‘‘ο μαθητής να έχει ελεύ­θερο χρόνο, δίχως απαρ­χαιω­μέ­νες εργα­σίες για

το σπίτι και να καλ­λιερ­γεί τον εαυτό του’’. Άμα η ύλη δεν είναι ιδιαί­τερα μεγάλη, τότε δεν υπάρχει κανένας λόγος και τα παιδιά να πιέ­ζο­νται. Επίσης, ο μέσος μαθητής δεν καί­γε­ται να περάσει στο πανε­πι­στή­μιο (κι εδώ είναι που ο Έλληνας επί­δο­ξος διδά­σκα­λος του γένους, μόλις έκοψε αυτή την σελίδα και την πέταξε με σουτάκι άγγιχτο στον παρα­κεί­μενο κάδο απορ­ριμ­μά­των). Περίπου οι μισοί μαθητές του φιν­λαν­δι­κού σχο­λείου επι­λέ­γουνε να πάνε σε μια τεχνική σχολή, ενώ ένα ακόμα μικρό­τερο ποσοστό παιδιών κατα­λή­γει τελικά σε κάποιο πανε­πι­στή­μιο, γεγονός που στην Ελλάδα φαντά­ζει εντελώς αταί­ρια­στο με την έννοια της επι­τυ­χίας.

Στην ελλη­νική νοο­τρο­πία από αρχαιο­τά­των χρόνων ακόμα υπήρχε η ανάγκη της υπε­ρο­χής και της αρι­στείας. Αυτό, οδήγησε ωστόσο στην εποχή μας, σε μια παρά­ξενη ισότητα των ανάξιων. Η αρι­στεία από αδιαμ­φι­σβή­τητη ανάγκη για την εξα­σφά­λιση της αξιο­κρα­τίας, μετα­τρά­πηκε σε εργα­λείο πολι­τι­κής, και όλοι επι­θύ­μη­σαν για τα παιδιά τους να γίνουνε ‘‘πετυχημένοι’’. Να γίνουνε γραμ­μα­τι­ζού­με­νοι. Να γίνουνε γιατροί, δικη­γό­ροι, αρχι­τέ­κτο­νες, ψυχο­λό­γοι. Ό,τι ακού­γε­ται ψαρω­τικό στα αφτιά του συγγενή, του φίλου, του γείτονα, του συνά­δελ­φου, ακόμη και του άγνω­στου βρε αδερφέ. Είναι όμως κι η φιν­λαν­δική προ­σέγ­γιση καλύ­τερη απ’ τη δική μας; Όχι ακριβώς. Η Ελλάδα παράγει λαμπρούς επι­στή­μο­νες. Το πρό­βλημα είναι ότι παράγει ΜΌΝΟ λαμπρούς επι­στή­μο­νες, ένα σημα­ντικό ποσοστό των οποίων, μια μικρή χώρα, σχετικά περιο­ρι­σμέ­νων δυνα­το­τή­των, προ­φα­νώς δεν χρειά­ζε­ται. Η Φιν­λαν­δία από την άλλη είναι μια χώρα η οποία είναι αφο­σιω­μένη στην παρα­γωγή κυρίως επαγ­γελ­μα­τιών με τεχνική κατάρ­τιση. Δηλαδή, στην Φιν­λαν­δία, δεν είναι ντροπή να είσαι ψυκτι­κός. Και να σας πω και κάτι, δεν κατα­λα­βαίνω γιατί η στε­νο­μυα­λιά του συλ­λο­γι­κού ελλη­νι­κού υπο­συ­νεί­δη­του, θεωρεί ότι είναι ντροπή αν ένα παιδί θελήσει να γίνει ψυκτι­κός, ή ηλε­κτρο­λό­γος, ή υδραυ­λι­κός, ή αγρότης, ή οτι­δή­ποτε άλλο. Ούτως ή άλλως, πιο άμεση και πιο καλή επαγ­γελ­μα­τική απο­κα­τά­σταση μπορεί να προ­σφέ­ρει μια τεχνική κατάρ­τιση, ειδικά σε μια χώρα με τόσο μεγάλη έλλειψη στον συγκε­κρι­μένο χώρο, όπως είναι η Ελλάδα.

Και τώρα η Πραγ­μα­τι­κό­τητα της Ελλάδας

Αχ…η Ελλάδα. Μια μικρή χώρα της νοτιο­α­να­το­λι­κής Ευρώπης, με ιστορία, τρομερά χρέη, πρό­σφυ­γες και φτηνό αλκοόλ για τον του­ρί­στα. Οι επι­δό­σεις της Ελλα­δί­τσας μας στην μέτρηση της PISA επου­δενί δεν θα έλεγε κάποιος ότι είναι και οι καλύ­τε­ρες. Και όταν λέω δεν είναι οι καλύ­τε­ρες, εννοώ βασικά ότι είναι φρικτές προ­φα­νώς. Το ελλη­νικό εκπαι­δευ­τικό σύστημα είναι ένα συνον­θύ­λευμα άστοχων πολι­τι­κών απο­φά­σεων, άγνοιας για τις ανάγκες των παιδιών και φυσικά καθαρής δια­φθο­ράς. Οπότε ας ξεκι­νή­σουμε να συλ­λέ­γουμε ένα-ένα τα λάθη του ελλη­νι­κού σχο­λείου και τις λύσεις τους.

Στο ελλη­νικό σύστημα λοιπόν, πρώτα απ’ όλα έχουμε το εξής παρά­δοξο. Σημασία δεν έχει η βάση, αλλά η κορυφή του σχο­λείου. Όλες οι αλλαγές πέφτουν στην δευ­τε­ρο­βάθ­μια και τρι­το­βάθ­μια εκπαί­δευση. Καθαρή ένδειξη της νοο­τρο­πίας

που έχει η εκά­στοτε ηγεσία της χώρας για την παιδεία. Σημασία δεν έχει μια μακρο­πρό­θε­σμη αλλαγή από την βάση, ώστε να δια­πι­στω­θεί η ουσια­στική αξία ενός συστή­μα­τος, αλλά οι επι­φα­νεια­κές αλλαγές στην κορυφή, ώστε η βρα­χύ­χρονη θητεία του κάθε υπουρ­γί­σκου να χαρα­κτη­ρι­στεί ως ‘‘περί­ο­δος μεγάλων και ριζο­σπα­στι­κών αλλαγών’’. Άλλωστε όπως προ­α­να­φέρ­θηκε, όλα μπορούν να εφαρ­μο­στούν στην παιδεία αυτής της χώρας στον βωμό της υστε­ρο­φη­μίας και της δόξας.

Έπειτα, σαν απευ­θείας συνέ­χεια της έλλει­ψης συντο­νι­σμέ­νου πλάνου αλλαγής, τίθεται κι ένα άλλο σημα­ντικό ζήτημα. Η στε­νο­μυα­λιά των επι­κε­φα­λής του υπουρ­γείου, τους ωθεί στο να κάνουν αλλαγές, οι οποίες ωστόσο δεν απο­λαμ­βά­νουν καθο­λι­κής ή έστω ευρείας απο­δο­χής φυσικά. Σαφώς, τίποτε δεν μπορεί να είναι αρεστό σε όλους. Ωστόσο, το φάντα­σμα του δικομ­μα­τι­σμού, που τόσο γλαφυρά (sic) είναι δοσμένο στο βιβλίο της Ιστο­ρίας της Γ’ Λυκείου, στοι­χειώ­νει και την παιδεία αυτού του τόπου. Οι μεν υπο­στη­ρί­ζουν την μια προ­σέγ­γιση ως προς την παιδεία, και οι δε την άλλη. Η ομορφιά του δημο­κρα­τι­κού πολι­τεύ­μα­τος δοσμένη σε μια φράση; Σίγουρα. Ωστόσο, η παιδεία κατ’ εμέ είναι ένα πεδίο, στο οποίο του­λά­χι­στον τα περισ­σό­τερα κόμματα του ελλη­νι­κού κοι­νο­βου­λίου, και σίγουρα τα δύο μεγα­λύ­τερα, θα έπρεπε να συμ­φω­νούν. Γιατί η παιδεία είναι σαν τη μάνικα που γεμίζει με νερό την κοι­νω­νική μας στάμνα. Όσο καλύ­τε­ρης ποιό­τη­τας νερό, δηλαδή μαθητές, μπο­ρούμε να εξα­σφα­λί­σουμε, τόσο το καλύ­τερο. Μια συλ­λο­γική συμ­φω­νία λοιπόν, ένα μνη­μό­νιο συνερ­γα­σίας για την παιδεία αν προ­τι­μάτε, μεταξύ των πολι­τι­κών αρχηγών, θα ήταν μια καλή αρχή για την βελ­τί­ωση του εκπαι­δευ­τι­κού συστή­μα­τος.

Αυτά σε ό,τι έχει να κάνει με την πολι­τική. Τώρα, τις πταίει λοιπόν; Ποια είναι τα προ­βλή­ματα σε πρα­κτικό επίπεδο; Ωραία, ας ξεκι­νή­σουμε από τα βασικά και ας επι­στρέ­ψουμε λίγο στην έλλειψη πλάνου. Δεν ξέρουμε τι θέλουμε σαν χώρα. Γιατί πέρα από τις απλές ιδε­ο­λο­γι­κές δια­φο­ρές μεταξύ των πολι­τι­κών κομ­μά­των για το θέμα της παι­δείας, γενικώς ούτε οι ίδιοι οι ιθύ­νο­ντες του υπουρ­γείου γνω­ρί­ζουν ακριβώς τι θέλουν. Από την μια προ­ω­θεί­ται μια εξι­δα­νι­κευ­μένη σφαι­ρι­κό­τητα. «Το παιδί πρέπει να γνω­ρί­ζει τόσο Ιστορία, όσο και Μαθη­μα­τικά!». Εξαι­ρε­τικά! Όμως, τι ακριβώς είναι αυτή η σφαι­ρι­κό­τητα στον 21ο αιώνα;

Και πριν απα­ντη­θεί αυτό, ας δούμε τι είναι και αυτή η άμοιρη η εξει­δί­κευση. Η εξει­δί­κευση απο­τε­λεί ανα­πό­σπα­στο τμήμα του ελλη­νι­κού εκπαι­δευ­τι­κού συστή­μα­τος κατά τις τελευ­ταίες δεκα­ε­τίες. Πρώτα με τα εξα­τά­ξια Γυμνά­σια, όπου υπήρχαν το πρα­κτικό, το οικο­νο­μικό και το κλασικό, έπειτα με τις τέσ­σε­ρις δέσμες στα Λύκεια και τέλος από την μεταρ­ρύθ­μιση του Αρσένη με τις κατευ­θύν­σεις ως σήμερα στα ΓΕΛ. Οι αλλαγές πολλές, ωστόσο η έννοια της εξει­δί­κευ­σης πάντοτε υπήρχε, του­λά­χι­στον στον τελευ­ταίο, ή τα τελευ­ταία χρόνια του σχο­λείου. Κατά την τελευ­ταία εικο­σα­ε­τία ωστόσο υπήρχε έντονα, παράλ­ληλα με την εξει­δί­κευση, και η έννοια της ‘‘σφαι­ρι­κό­τη­τας στη γνώση’’ από την μεριά του υπουρ­γείου. Είναι υγιές αυτό εντέλει; Όχι ιδιαί­τερα.

Η υπο­τι­θέ­μενη ανάγκη για μαθή­ματα ‘‘γενικής’’ και ‘‘κόντρα’’ στις τελευ­ταίες φάσεις του σχο­λείου, για άλλη μια φορά, δεν είναι τίποτα περισ­σό­τερο από ένα παι­χνίδι εντυ­πώ­σεων. Εάν έμπαινε σε εφαρ­μογή κάποια ουσια­στική μεταρ­ρύθ­μιση, δεν θα χρεια­ζό­ταν καν να τίθεται σε αμφι­σβή­τηση το γεγονός ότι από κάποια στιγμή και έπειτα τα παιδιά πρέπει να μπορούν να δια­λέ­γουνε προς τα που θα επι­κε­ντρω­θούν. Η γνώση που θα οδη­γούσε σε καθο­λι­κούς ανθρώ­πους του 21ου αιώνα, θα έπρεπε να μετα­δί­δε­ται στο Γυμνά­σιο και σε κάποιο βαθμό στις πρώτες δύο τάξεις του λυκείου. Κι αυτό, διότι εκ των πραγ­μά­των δεν γίνεται να περι­μέ­νει το υπουρ­γείο και οι καθη­γη­τές και οι γονείς από ένα παιδί, όταν κάνει ταυ­τό­χρονα μαθή­ματα γενικής και κατεύ­θυν­σης, να δίνει σημασία και στα δύο. Και αυτό δεν είναι υπόθεση, αλλά η καθη­με­ρι­νό­τητα του μέσου μαθητή λυκείου της χώρας αυτή τη στιγμή.

Οπότε, τι πρό­γραμμα θα μπο­ρού­σαμε να εφαρ­μό­σουμε στο ελλη­νικό σχολείο; Για να το βρούμε αυτό, θα πρέπει να σκε­φτούμε ποια είναι τα θεμέλια και ποιοι στόχοι της δευ­τε­ρο­βάθ­μιας εκπαί­δευ­σης. Έχει αρχίσει να γίνεται ενδια­φέ­ρον. Τα θεμέλια λοιπόν είναι οι ανθρω­πι­στι­κές επι­στή­μες. Από την απαρχή του ελλη­νι­κού κράτους ήταν δηλαδή για να είμαστε ειλι­κρι­νείς. Η Ιστορία, τα Αρχαία Ελλη­νικά και τα Λατι­νικά υπήρξαν πάντοτε ψηλά στην λίστα των μαθη­μά­των του εκπαι­δευ­τι­κού μας συστή­μα­τος, σε αντί­θεση με άλλες χώρες οι οποίες προ­τί­μη­σαν να βασι­στούν στα πιο ‘‘πρακτικά’’ ή ‘‘τεχνικά μαθήματα’’. Ας μην ξεχνάμε άλλωστε, ότι η Έκθεση και πλέον και η Λογο­τε­χνία (ευτυχώς!), είναι μαθή­ματα τα οποία καλού­νται και καλού­νταν να δώσουν όλοι οι μαθητές κατά τις Πανελ­λή­νιες.

Και κάπως έτσι φτά­νουμε επι­τέ­λους και στο ζουμί της υπό­θε­σης. Τους στόχους του συστή­μα­τος μας. Τις Πανελ­λή­νιες, Πανελ­λα­δι­κές ή Πανε­λελέ όπως συνη­θί­ζει να τις ακούει κάθε μέρα της λυκεια­κής του ζωής ο μέσος Έλλην μαθητής. Σαφώς, το σύστημα εισα­γω­γής στην τρι­το­βάθ­μια εκπαί­δευση στη χώρα μας υπήρξε εξε­τα­σιο­κε­ντρικό ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα, και αυτό δεν ήταν απα­ραί­τητα κακό. Οι εξε­τά­σεις ήταν και είναι ο μόνος τρόπος για να είναι εξα­σφα­λι­σμένη η δια­φά­νεια, η αξιο­κρα­τία και ισότητα μεταξύ των υπο­ψη­φίων, ειδικά στην Ελλάδα. Ωστόσο, σ’ αυτό το σημείο, εισβά­λει για άλλη μια φορά η πραγ­μα­τι­κό­τητα στη συζή­τηση. Γιατί οι πανελ­λή­νιες μπορεί να είναι ένα απο­τε­λε­σμα­τικό σύστημα ώστε τα παιδιά να εισά­γο­νται στο πανε­πι­στή­μιο, ωστόσο είναι ένα φρικτό σύστημα για να εξέρ­χο­νται από το σχολείο. Η δια­δι­κα­σία είναι εξαι­ρε­τικά βάρβαρη και ψυχο­φθόρα για τους περισ­σό­τε­ρους υπο­ψη­φί­ους, ειδικά για όσους στο­χεύ­ουνε στις υψη­λό­τε­ρες βαθ­μο­λο­γικά σχολές. Και επειδή ακριβώς σχεδόν όλοι σε αυτή την χώρα θέλουν να πιάσουν την υψη­λό­τερη σχολή που τους βρήκαν για να πάνε, τα φρο­ντι­στή­ρια και τα ιδιαί­τερα θησαυ­ρί­ζουν, αφαι­ρώ­ντας από το μέσο ελλη­νικό νοι­κο­κυ­ριό χιλιά­δες, αν όχι δεκάδες χιλιά­δες ευρώ στην διάρ­κεια των τελευ­ταίων ετών φοί­τη­σης ενός παιδιού στο σχολείο. Και εδώ όπως κατα­λα­βαί­νει κανείς ελλο­χεύ­ουν διά­φο­ροι λόγοι.

Οι τρείς κυριό­τε­ροι ωστόσο, είναι οι εξής. 1)Η διάρ­θρωση του προ­γράμ­μα­τος σπουδών από το Δημο­τικό, μέχρι το Λύκειο, το οποίο δεν προάγει την ατομική βελ­τί­ωση και την ουσια­στική αρι­στεία, αλλά την βαθ­μο­θη­ρία και την παπα­γα­λία. Οι μαθητές από την βάση του σχο­λείου γαλου­χού­νται στην ιδέα ότι η δημιουρ­γική και η κριτική σκέψη προ­κα­λούν προ­βλή­ματα. Και κάπως έτσι, στον βωμό του παι­δευ­τι­κού κομ­φορ­μι­σμού, τίθε­νται οι βάσεις για την κατα­στροφή. 2)Η ύλη και ο τρόπος που είναι δοσμένη, ειδικά όσο προ­χω­ράει κανείς στην δευ­τε­ρο­βάθ­μια εκπαί­δευση, είναι εντελώς λάθος. Πρώτα απ’ όλα, δεν έχει καμία συνοχή, ως απόρ­ροια της έλλει­ψης συντο­νι­σμέ­νου σχεδίου. Ανάμεσα στις χρονιές και στα βιβλία του κάθε μαθή­μα­τος, υπάρ­χουνε κενά στη γνώση. Κενά τα οποία το σύστημα φυσικά θεωρεί ότι επα­φί­ε­ται στον κάθε μαθητή να καλύψει. Σε μαθή­ματα όπως η Ιστορία όμως, κάτι τέτοιο δεν προ­κα­λεί απλώς σύγχυση στα παιδιά, αλλά δημιουρ­γεί και λειψούς αυρια­νούς πολίτες. Γιατί ελά­χι­στοι καθη­γη­τές θα δοκι­μά­σουν να μετα­δώ­σουν στα παιδιά μια ολο­κλη­ρω­μένη εικόνα για τα πράγ­ματα. Πόσο μάλλον να κάνουν κάτι τέτοιο σε ένα ιστο­ρικό εύρος από την προϊ­στο­ρία, μέχρι και την δεύτερη δεκα­ε­τία του 21ου αιώνα, όπως το σύστημα θα όφειλε. Ας κάτσουν λοιπόν οι επα­ΐ­ο­ντες της παι­δείας κι ας

σκε­φτούν για λίγο όλ’ αυτά καθώς, σαν κερα­σάκι της προ­βλη­μα­τι­κής μας τούρτας, επι­τρέ­πουν μέχρι και σήμερα η Ιστορία να είναι το μάθημα στις Πανελ­λή­νιες, στο οποίο όχι απλά ενθαρ­ρύ­νε­ται, αλλά επι­βάλ­λε­ται η παπα­γα­λία αν κάποιος θέλει να γράψει.

3)Και τέλος φυσικά, το καλύ­τερο απ’ όλα. Γιατί ας μην ξεχνάμε ότι υπάρ­χουνε πάντοτε δύο σε αυτόν τον αέναο χορό από κατα­λή­ψεις, ατε­λεί­ω­τες ανιαρές ώρες μαθή­μα­τος και πεντα­ή­με­ρες (πεν­θή­με­ρες με δασεία στο η αν σε πονάνε τα ματάκια γουό­να­μπι Μπα­μπι­νιώτη). Οι καθη­γη­τές είναι οι πρώτοι οι οποίοι φέρουν την ευθύνη για την κατά­σταση της παι­δείας. Όμως δεν φταίνε αυτοί και σίγουρα δεν ανα­φέ­ρο­μαι σε όλους τους καθη­γη­τές. Παρα­δό­ξως υπάρ­χουν ακόμα κάποιοι χαρι­σμα­τι­κοί άνθρω­ποι στην παιδεία. Και λέω παρα­δό­ξως, γιατί στα πανε­πι­στή­μια που βγά­ζουνε καθη­γη­τές, πολλές φορές οι φοι­τη­τές δεν έρχο­νται καν σε επαφή με έννοιες όπως η διδα­κτική ή τα παι­δα­γω­γικά. Οι περισ­σό­τε­ροι καθη­γη­τές αυτο­σχε­διά­ζουν στον τρόπο διδα­σκα­λίας τους από μνήμες δικών τους καθη­γη­τών. Και αυτό δεν είναι καν το κυριό­τερο πρό­βλημα. Όταν ένας καθη­γη­τής κατα­φέ­ρει να διο­ρι­στεί, πλέον σε αρκετά μεγάλη ηλικία κιόλας, είναι που ξεκι­νάει το κακό. Η διε­φθαρ­μένη πραγ­μα­τι­κό­τητα του ελλη­νι­κού δημο­σίου, απλώς αρχίζει να κατα­πί­νει αδηφάγα κάθε επι­θυ­μία για δημιουρ­γι­κό­τητα και απο­δο­τι­κό­τητα. Ό,τι συμ­βαί­νει και με τους υπό­λοι­πους δημό­σιους υπαλ­λή­λους γενι­κό­τερα δηλαδή. Και από πού προ­κα­λεί­ται αυτή η δια­φθορά; Από την έλλειψη κεντρι­κού ελέγχου και αξιο­λό­γη­σης. Οπότε πώς διορ­θώ­νε­ται η κατά­σταση; Έλεγχος. Αδιά­βλη­τος και ανε­ξάρ­τη­τος έλεγχος ικα­νό­τη­τας του κάθε καθη­γητή να διδά­σκει, αλλά και της ψυχικής του υγείας. Μια ιδιω­τική εταιρία μπορεί να κάνει αυτή την δουλειά με βάση τα διεθνή πρότυπα και να βελ­τιώ­σει αμέσως την καθη­με­ρι­νό­τητα μαθητών και καθη­γη­τών. Σ’ αυτή την περί­πτωση θα πρέπει να επι­ση­μαν­θεί φυσικά, ότι δεν μιλάμε για μια παρα­βί­αση του αμε­τά­κλη­του των δημο­σίων υπαλ­λή­λων, αλλά για μια αξιο­λό­γηση τους, η οποία ακο­λού­θως θα απο­σκο­πεί στην στήριξη και την επι­μόρ­φωση των εκπαι­δευ­τι­κών από την πολι­τεία. Στο κάτω-κάτω, κάπως έτσι θα έπρεπε να λει­τουρ­γεί και η αξιο­λό­γηση των μαθητών. Εποι­κο­δο­μη­τικά.

Όμως εδώ λείπει και κάτι άλλο. Ναι λείπει κάτι, έτσι δεν είναι; Κάτι σημα­ντικό. Ο κατα­λύ­της. Α, ναι. Ο αλη­θι­νός επαγ­γελ­μα­τι­κός προ­σα­να­το­λι­σμός διάολε! Τα πιο καίρια σημεία απο­τυ­χίας του συστή­μα­τος των πανελ­λη­νίων πηγά­ζουν σε μεγάλο βαθμό απ’ αυτό. Αφήστε με να εξηγήσω. Σίγουρα, όπως έχει επι­ση­μαν­θεί πολ­λά­κις, είμαστε ένας λαός επιρ­ρε­πής στην κομπορ­ρη­μο­σύνη και την δηθενιά, αλλά αυτό από μόνο του δεν φτάνει για να προ­κα­λέ­σει μια τέτοια ζημιά. Η μεγα­λο­μα­νία του γονιού και του καθη­γητή δεν είναι αρκετή. Ένα τερά­στιο ποσοστό παιδιών δεν έχει ιδέα για το τι θέλει να κάνει στη ζωή του. Του­λά­χι­στον όχι ουσια­στικά. «Θα πάω Ψυχο­λο­γία γιατί θα πάει η κολλητή μου!», «Θα πάω Ιατρική γιατί το θέλει ο πατέρας μου!», «Θα πάω Μαθη­μα­τικό γιατί θα δουλέψω σε φρο­ντι­στή­ριο!». Στάνταρ εκφρά­σεις πραγ­μα­τικά. Εφόσον δεν υπάρχει απο­τε­λε­σμα­τική καθο­δή­γηση από την μεριά του κράτους για να ‘‘κατευθύνει’’ τους μαθητές σχετικά με το μέλλον τους, όλα είναι πάνω στα ίδια τα παιδιά και το περι­βάλ­λον τους. Έτσι δημιουρ­γού­νται και οι τάσεις στις Σχολές. Δικη­γό­ροι, Γιατροί, Αρχι­τέ­κτο­νες, Οικο­νο­μο­λό­γοι. Υπέροχα επαγ­γέλ­ματα και από τα τέσσερα πεδία των Πανελ­λη­νίων. Τι γίνεται όμως με τα υπό­λοιπα τμήματα; Δεν βγά­ζουνε κι εκείνα εξαι­ρε­τι­κούς επαγ­γελ­μα­τίες και ανθρώ­πους; Σαφώς και βγάζουν, όμως, παρ’ όλα αυτά δεκάδες χιλιά­δες παιδιά κάθε χρόνο δια­λέ­γουνε λάθος σχολή ή ακόμα χει­ρό­τερα δεν πάνε σε κάποια σχολή, μόνο και μόνο επειδή δεν πέρασαν στις ‘‘λαμπερές’’ Σχολές του πεδίου τους. Μετά την

μεταρ­ρύθ­μιση του Αρσένη, το να ξανα­δώ­σει κάποιος Πανελ­λή­νιες είναι εξαι­ρε­τικά δύσκολο. Μαθή­ματα δεν μπορεί να κρα­τή­σει για την επόμενη χρονιά, ούτε φυσικά να κάνει ευθεία μετα­κί­νηση από ένα τμήμα σε ένα άλλο, με τα μόρια που έγραψε στις εξε­τά­σεις. Τρα­γω­δία!

Και όλα αυτά να φαντα­στεί κανείς ότι γίνο­νται για τις κορε­σμέ­νες σχολές εξαι­ρε­τικά καταρ­τι­σμέ­νου και εξει­δι­κευ­μέ­νου εργα­τι­κού δυνα­μι­κού. Γιατί φυσικά, για ένα παιδί με καλές επι­δό­σεις στα μαθή­ματα και κοι­νω­νικό στάτους, μόνο αυτές υπάρ­χουν. «Τα τεχνικά επαγ­γέλ­ματα, δεν υπάρ­χουν και η τεχνική εκπαί­δευση είναι μόνο για τα παιδιά που δεν ήτανε καλά στο σχολείο!». Ατόφια νοο­τρο­πία τυπικού νεο­έλ­ληνα γονιού. Γι’ αυτό και στην Ελλάδα έχουμε το μεγα­λύ­τερο ποσοστό συμ­βο­λαιο­γρά­φων στην Ευρώπη και το δεύτερο μεγα­λύ­τερο γιατρών στον κόσμο. Και ιδού η βασική αιτία του brain drain. Το γεγονός ότι η χώρα δια­θέ­τει πάρα πολλούς και πάρα πολύ μορ­φω­μέ­νους εργα­ζό­με­νους, ναι απο­τε­λεί σοβαρό πρό­βλημα. Γιατί αφενός η Ελλάδα δεν μπορεί να κατα­να­λώ­σει τόσους πολλούς καταρ­τι­σμέ­νους ανθρώ­πους, και αφε­τέ­ρου δεν υπάρ­χουν αρκετοί νέοι άνθρω­ποι να στε­λε­χώ­σουν τους τεχνι­κούς κλάδους στο μέλλον.

Στην τελική όμως τι μπορεί να γίνει; Να ληφθούν υπόψιν όλα τα παρα­πάνω προ­φα­νώς. Και κάτι ακόμα, πολύ σημα­ντικό. Το υπουρ­γείο και ο όποιος ή η όποια υπουρ­γός πρέπει να κατα­λά­βει κάτι. Αν υπάρχει κάτι που λείπει από τον Έλληνα μαθητή, αυτό είναι ο χρόνος. Τα παιδιά χρειά­ζο­νται ελεύ­θε­ρες ώρες καθ’ όλη τη διάρ­κεια της μαθη­τι­κής τους ζωής. Και χρειά­ζο­νται και οδηγίες για το πώς να τις αξιο­ποιούν. Κατά την διάρ­κεια της καρα­ντί­νας παρα­κο­λου­θού­σαμε όλοι το υπουρ­γείο να προ­σπα­θεί να ξανα­νοί­ξει τα σχολεία, εκτός από την Γ’ Λυκείου, και για τις υπό­λοι­πες τάξεις της δευ­τε­ρο­βάθ­μιας εκπαί­δευ­σης, αντί να προ­τεί­νει τρόπους τα παιδιά να καλ­λιερ­γή­σουνε το πνεύμα και τον νου τους, σε κάτι πέρα από τα παρω­χη­μένα σχολικά μαθή­ματα. Και το χει­ρό­τερο απ’ όλα ήταν, ότι πολλά παιδιά όντως είχανε ανάγκη από αυτά ακριβώς τα παρω­χη­μένα μαθή­ματα, γιατί δεν είχαν μάθει ποτέ να κάνουν πράγ­ματα έξω από την σχολική τους ρουτίνα. Σε μοντέλα άλλων χωρών τα παιδιά αγχώ­νο­νται και παι­δεύ­ο­νται από τις πολλές δρα­στη­ριό­τη­τες ώστε να εμπλου­τί­σουν το βιο­γρα­φικό τους μέχρι να πάνε στο πανε­πι­στή­μιο, ενώ στην χώρα μας συμ­βαί­νει το ακριβώς αντί­θετο. Στην Ελλάδα, το πρότυπο του μαθητή, είναι ο φιμω­μέ­νος και ακι­νη­το­ποι­η­μέ­νος στη σχολική και φρο­ντι­στη­ριακή τάξη, κι όχι ο δρα­στή­ριος κι ενεργός. Είμαι πλέον τελειό­φοι­τος Μου­σι­κού Σχο­λείου και Πρό­ε­δρος του 15μελούς του σχο­λείου μου και ειλι­κρινά αν έχω μάθει κάτι είναι ότι κυβερ­νή­σεις πέφτουν, κυβερ­νή­σεις ανε­βαί­νουν και οτι­δή­ποτε δημιουρ­γικό χωλαί­νει μες στην παιδεία. Όμως υπάρχει ακόμα ελπίδα; Σαφώς. Η προη­γού­με­νοι από εμάς μπορεί να μην τα πήγανε και τόσο καλά, αλλά εμείς θα τα κατα­φέ­ρουμε. Κλεί­νο­ντας λοιπόν θα πω, δώστε στα παιδιά δρα­στη­ριό­τη­τες, όχι εργα­σίες για το σπίτι. Δώστε τους τέχνες και αθλη­τι­σμό, αντί για άγχος. Και πρώτα απ’ όλα, δώστε τους προ­ο­πτική, αντί για ανα­σφά­λεια.

Ευχα­ρι­στώ.

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.