ΕΙΔΗΣΕΙΣ

Κλιματική αλλαγή – Σχεδόν η μισή Ελλάδα απειλείται με ερημοποίηση -Μελέτη ΤτΕ

news room 1 λεπτό ανάγνωση
περιβαλλον

Πε­ρί­που το 40% της Ελ­λά­δας, ιδίως τα ανα­το­λι­κά και νότια τμή­μα­τα, κιν­δυ­νεύ­ουν μέχρι το τέλος του αιώνα να ερη­μο­ποι­η­θούν στην πε­ρί­πτω­ση που δεν λη­φθούν πα­γκο­σμί­ως μέτρα για τον πε­ριο­ρι­σμό των θερ­μο­κη­πι­κών αε­ρί­ων.

Αυτό υπο­γραμ­μί­ζε­ται στα πρώτα εν­διά­με­σα απο­τε­λέ­σμα­τα της επι­και­ρο­ποί­η­σης της έκ­θε­σης “Οι πε­ρι­βαλ­λο­ντι­κές, οι­κο­νο­μι­κές και κοι­νω­νι­κές επι­πτώ­σεις της κλι­μα­τι­κής αλ­λα­γής στην Ελ­λά­δα”, που πα­ρου­σί­α­σε στις 15 Δε­κεμ­βρί­ου σε εκ­δή­λω­ση η Τρά­πε­ζα της Ελ­λά­δος.

Όπως επι­ση­μαί­νε­ται, η δε­κα­ε­τία του 2050 πε­ρι­λαμ­βά­νει το ση­μείο κα­μπής, πέραν του οποί­ου η αν­θρω­πο­γε­νής πα­ρέμ­βα­ση στο κλίμα θα είναι μη ανα­στρέ­ψι­μη. Μετά το 2060, η αύ­ξη­ση στη μέση θερ­μο­κρα­σία θα φτά­σει τους 2°C έως και 5°C πε­ρί­που, ανά­λο­γα με το σε­νά­ριο εκ­πο­μπών.

Ανα­λυ­τι­κά, σύμ­φω­να με τις νέες κλι­μα­τι­κές προ­βο­λές:

Η μέση θερ­μο­κρα­σία μέχρι τα μέσα του αιώνα θα ανέ­βει σε σχέση με την πε­ρί­ο­δο ανα­φο­ράς 1971-2000, από 1,2°C έως και 2°C ανά­λο­γα με το σε­νά­ριο εξέ­λι­ξης των εκ­πο­μπών των αε­ρί­ων του θερ­μο­κη­πί­ου, με τις με­γα­λύ­τε­ρες αυ­ξή­σεις να πα­ρα­τη­ρού­νται εάν δεν λη­φθούν μέτρα με­τρια­σμού των εκ­πο­μπών. Η δε­κα­ε­τία του 2050 πε­ρι­λαμ­βά­νει το ση­μείο κα­μπής, πέραν του οποί­ου η αν­θρω­πο­γε­νής πα­ρέμ­βα­ση στο κλίμα θα είναι μη ανα­στρέ­ψι­μη. Μετά το 2060, η αύ­ξη­ση στη μέση θερ­μο­κρα­σία θα φτά­σει τους 2°C έως και 5°C πε­ρί­που, ανά­λο­γα με το σε­νά­ριο εκ­πο­μπών.

Ση­μα­ντι­κή θα είναι η αύ­ξη­ση και του αριθ­μού ημε­ρών με καύ­σω­να στα πε­δι­νά, έως και κατά 10-15 ημέ­ρες μέχρι τα μέσα του αιώνα και έως 30-50 μέρες μέχρι το 2100, εάν δεν λη­φθούν μέτρα πε­ριο­ρι­σμού των εκ­πο­μπών CO2.

H χώρα μας και η ευ­ρύ­τε­ρη πε­ριο­χή της Με­σο­γεί­ου ανή­κουν στις λίγες πε­ριο­χές του πλα­νή­τη όπου ανα­μέ­νε­ται στο μέλ­λον μεί­ω­ση των βρο­χο­πτώ­σε­ων. H βρο­χό­πτω­ση ανα­μέ­νε­ται να μειω­θεί ση­μα­ντι­κά μετά το 2050, ιδιαί­τε­ρα στα νο­τιό­τε­ρα τμή­μα­τα της χώρας.

Η ενί­σχυ­ση της ξη­ρα­σί­ας, λόγω της μεί­ω­σης των βρο­χο­πτώ­σε­ων και του αριθ­μού ημε­ρών βρο­χής σε συν­δυα­σμό με την άνοδο της θερ­μο­κρα­σί­ας, θα έχει ως απο­τέ­λε­σμα τη με­τά­πτω­ση του κλί­μα­τος στη χώρας μας προς το ξη­ρό­τε­ρο. Απο­τέ­λε­σμα αυτού είναι πε­ρί­που το 40% της Ελ­λά­δας, ιδίως τα ανα­το­λι­κά και νότια τμή­μα­τα, να κιν­δυ­νεύ­ουν μέχρι το τέλος του αιώνα να ερη­μο­ποι­η­θούν στην πε­ρί­πτω­ση που δεν λη­φθούν πα­γκο­σμί­ως μέτρα για τον πε­ριο­ρι­σμό των θερ­μο­κη­πι­κών αε­ρί­ων.

Στο μελ­λο­ντι­κό κλίμα ανα­μέ­νε­ται αύ­ξη­ση της συ­χνό­τη­τας των ακραία έντο­νων βρο­χο­πτώ­σε­ων, που θα γί­νε­ται εντο­νό­τε­ρη όσο λι­γό­τε­ρα μέτρα λη­φθούν και όσο οδεύ­ου­με προς το τέλος του 21ου αιώνα.

Αύ­ξη­ση ανα­μέ­νε­ται και στον αριθ­μό των ημε­ρών με αυ­ξη­μέ­νο κίν­δυ­νο πυρ­κα­γιάς: από 10 έως και 20 πε­ρισ­σό­τε­ρες ημέ­ρες πυρ­κα­γιάς μέχρι τα μέσα του αιώνα και από 15 έως και 50 πε­ρισ­σό­τε­ρες ημέ­ρες με αυ­ξη­μέ­νο κίν­δυ­νο πυρ­κα­γιάς προς τα τέλη του αιώνα, ιδιαί­τε­ρα στις πε­ριο­χές που και σή­με­ρα είναι πιο επιρ­ρε­πείς στις δα­σι­κές πυρ­κα­γιές.

Ση­μα­ντι­κές θα είναι, τέλος, και οι επι­πτώ­σεις της ανό­δου της στάθ­μης της θά­λασ­σας. Με βάση τις εκτι­μή­σεις των μο­ντέ­λων, έως τα μέσα του αιώνα ανα­μέ­νε­ται η στάθ­μη της θά­λασ­σας να ανέ­βει κατά 15 έως 20 εκα­το­στά και κατά 20 έως 80 εκα­το­στά μέχρι τα τέλη του αιώνα, ανά­λο­γα με την εξέ­λι­ξη των εκ­πο­μπών θερ­μο­κη­πι­κών αε­ρί­ων, με συ­νέ­πειες με­τα­ξύ άλλων στη γε­ωρ­γία στις πα­ρά­κτιες πε­ριο­χές.

Οι επι­πτώ­σεις της κλι­μα­τι­κής αλ­λα­γής στη γε­ωρ­γία – Η πε­ρί­πτω­ση της Θεσ­σα­λί­ας:

Στη με­λέ­τη πα­ρου­σιά­στη­καν οι εκτι­μώ­με­νες επι­πτώ­σεις της κλι­μα­τι­κής αλ­λα­γής στους εδα­φι­κούς πό­ρους και στις αρο­τραί­ες καλ­λιέρ­γειες για τρεις πε­ριο­χές με­λέ­της (Τρί­κα­λα, Ζάπ­πειο, Σω­τή­ριο) της πε­ρι­φέ­ρειας της Θεσ­σα­λί­ας.

Οι εκτι­μώ­με­νες επι­πτώ­σεις της κλι­μα­τι­κής αλ­λα­γής στην πε­ριο­χή της Θεσ­σα­λί­ας:

Έντα­ση των τά­σε­ων ερη­μο­ποί­η­σης του εδά­φους, με απο­τέ­λε­σμα τον πε­ριο­ρι­σμό και την υπο­βάθ­μι­ση των καλ­λιερ­γή­σι­μων γαιών.

Μεί­ω­ση της πα­ρα­γω­γής αρα­βο­σί­του μέχρι 41,7% και βαμ­βα­κιού μέχρι 34,2% και αύ­ξη­ση της πα­ρα­γω­γής σι­τα­ριού κατά 13,4% στο δυ­σμε­νέ­στε­ρο σε­νά­ριο εκ­πο­μπής έως το τέλος του αιώνα.

Σε βαθιά εδάφη, μεί­ω­ση των απο­δό­σε­ων του αρα­βο­σί­του έως 29,3% και του βαμ­βα­κιού μέχρι 29,6% και αύ­ξη­ση των απο­δό­σε­ων του σι­τα­ριού μέχρι 68,6%, έως το τέλος του αιώνα στο δυ­σμε­νέ­στε­ρο σε­νά­ριο εκ­πο­μπής.

Σε ρηχά και επι­κλι­νή εδάφη, εκ­μη­δέ­νι­ση των απο­δό­σε­ων του βαμ­βα­κιού και του αρα­βο­σί­του και δια­τή­ρη­ση σε χα­μη­λά επί­πε­δα των απο­δό­σε­ων του σι­τα­ριού, στο μέσο και στο δυ­σμε­νέ­στε­ρο σε­νά­ριο εκ­πο­μπής έως το μέσο του αιώνα.

Πε­ραι­τέ­ρω μειώ­σεις στην πα­ρα­γω­γή κατά 3,6% σε όλες τις καλ­λιέρ­γειες σε δια­βρω­μέ­να εδάφη.

Στη με­λέ­τη προ­τεί­νε­ται δέσμη μέ­τρων και πο­λι­τι­κών για την προ­σαρ­μο­γή και τη δια­χεί­ρι­ση των επι­πτώ­σε­ων του φαι­νο­μέ­νου της κλι­μα­τι­κής αλ­λα­γής στην πε­ριο­χή της Θεσ­σα­λί­ας:

Εφαρ­μο­γή καλ­λιερ­γη­τι­κών μέ­τρων δια­τή­ρη­σης του εδά­φους στις επι­κλι­νείς εκτά­σεις και μέ­τρων απο­κα­τά­στα­σης του εδά­φους στις πε­ριο­χές υψη­λού κιν­δύ­νου αλά­τω­σης.

Πε­ριο­ρι­σμός των καλ­λιερ­γειών βαμ­βα­κιού και αρα­βο­σί­του στις πε­δι­νές εκτά­σεις και στα βαθιά εδάφη, ενώ στις επι­κλι­νείς εκτά­σεις προ­τί­μη­ση σε σι­τά­ρι και λει­μώ­νια φυτά.

Τρο­πο­ποί­η­ση του χρό­νου σπο­ράς, οψι­μό­τε­ρα στις χει­μω­νιά­τι­κες και πρω­ι­μό­τε­ρα στις κα­λο­και­ρι­νές καλ­λιέρ­γειες.

Καλ­λιέρ­γεια φυ­τι­κών ειδών και ποι­κι­λιών με βρα­χύ­τε­ρο βιο­λο­γι­κό κύκλο για εξοι­κο­νό­μη­ση νερού.

Νέα στρα­τη­γι­κή χρή­σης αρ­δευ­τι­κού νερού, με έμ­φα­ση στα επι­φα­νεια­κά ύδατα και κα­τα­σκευή κα­τάλ­λη­λων υπο­δο­μών για την αντι­με­τώ­πι­ση των πλημ­μυ­ρών.

Ολο­κλη­ρω­μέ­νη στρα­τη­γι­κή αντι­με­τώ­πι­σης των πλημ­μυ­ρών σε όλη τη λε­κά­νη απορ­ρο­ής της Θεσ­σα­λί­ας.

Επι­και­ρο­ποί­η­ση με­λέ­της επι­πτώ­σε­ων και προ­σαρ­μο­γής στην κλι­μα­τι­κή αλ­λα­γή – Το­μέ­ας με­τα­φο­ρών

Στη με­λέ­τη πα­ρου­σιά­στη­καν οι εκτι­μώ­με­νες επι­πτώ­σεις για τον τομέα των με­τα­φο­ρών και τα προ­τει­νό­με­να μέτρα προ­σαρ­μο­γής στην Ελ­λά­δα. Οι επι­πτώ­σεις της κλι­μα­τι­κής αλ­λα­γής στον τομέα των με­τα­φο­ρών δια­χω­ρί­ζο­νται στο πλαί­σιο της πα­ρού­σας με­λέ­της σε δύο κα­τη­γο­ρί­ες:

Άμε­σες (πρω­το­γε­νείς) επι­πτώ­σεις: Βλά­βες ή φθο­ρές που οδη­γούν στην ανά­γκη ανα­κα­τα­σκευών, επι­διορ­θώ­σε­ων ή επαυ­ξη­μέ­νης ανά­γκης συ­ντή­ρη­σης από την άνοδο της μέσης στάθ­μης της θά­λασ­σας, τις υψη­λές θερ­μο­κρα­σί­ες και τα πλημ­μυ­ρι­κά φαι­νό­με­να (π.χ. φθο­ρές, αυ­ξη­μέ­νη ανά­γκη συ­ντή­ρη­σης ή απο­κα­τά­στα­σης οδι­κών, σι­δη­ρο­δρο­μι­κών, λι­με­νι­κών και αε­ρο­πο­ρι­κών υπο­δο­μών, αυ­ξη­μέ­νη ανά­γκη κα­τα­σκευ­ής ανα­χω­μά­των ή άλλων κα­τα­σκευών, αύ­ξη­ση κό­στους για την προ­στα­σία τους). Επί­σης, προ­βλέ­πε­ται μειω­μέ­νη ανά­γκη ερ­γα­σιών πρό­λη­ψης και συ­ντή­ρη­σης, λόγω της μεί­ω­σης του αριθ­μού πα­γε­τών.

Έμ­με­σες (δευ­τε­ρο­γε­νείς) επι­πτώ­σεις: Κυ­ρί­ως στη λει­τουρ­γία του συ­στή­μα­τος με­τα­φο­ρών, με την αύ­ξη­ση του γε­νι­κευ­μέ­νου κό­στους με­τα­κι­νή­σε­ων ή τη μεί­ω­ση της οδι­κής ασφά­λειας από την άνοδο της μέσης στάθ­μης της θά­λασ­σας, τις υψη­λές θερ­μο­κρα­σί­ες και τα πλημ­μυ­ρι­κά φαι­νό­με­να (π.χ. κα­θυ­στε­ρή­σεις, ανα­βο­λές δρο­μο­λο­γί­ων, κίν­δυ­νος ατυ­χη­μά­των λόγω μειω­μέ­νης πρό­σφυ­σης, απο­κο­πή και μεί­ω­ση προ­σβα­σι­μό­τη­τας πε­ριο­χών από την αδυ­να­μία εκτέ­λε­σης δρο­μο­λο­γί­ων, δια­κο­πή εφο­δια­στι­κής αλυ­σί­δας και αλ­λα­γές στη ζή­τη­ση). Επί­σης, προ­βλέ­πε­ται μεί­ω­ση ατυ­χη­μά­των και κα­θυ­στε­ρή­σε­ων λόγω της μεί­ω­σης του αριθ­μού πα­γε­τών και μεί­ω­ση στην ανά­γκη θέρ­μαν­σης των με­τα­φο­ρι­κών μέσων από την αύ­ξη­ση της μέσης θερ­μο­κρα­σί­ας.

Στη με­λέ­τη προ­τεί­νε­ται δέσμη μέ­τρων και πο­λι­τι­κών για την προ­σαρ­μο­γή του τομέα των με­τα­φο­ρών και τη δια­χεί­ρι­ση των επι­πτώ­σε­ων του φαι­νο­μέ­νου της κλι­μα­τι­κής αλ­λα­γής. Με­τα­ξύ άλλων προ­τεί­νο­νται:

Δη­μιουρ­γία εθνι­κού πα­ρα­τη­ρη­τη­ρί­ου επι­πτώ­σε­ων κλι­μα­τι­κής αλ­λα­γής στις με­τα­φο­ρές (τή­ρη­ση στα­τι­στι­κών στοι­χεί­ων λει­τουρ­γί­ας και επι­πτώ­σε­ων).

Πε­ραι­τέ­ρω ανά­πτυ­ξη ανα­λυ­τι­κών μο­ντέ­λων για την αξιο­λό­γη­ση των με­τα­φο­ρι­κών υπο­δο­μών ως προς: α) τη ση­μα­ντι­κό­τη­τα και β) την τρω­τό­τη­τα.

Ανα­γνώ­ρι­ση και προ­τε­ραιο­ποί­η­ση των έργων με­τα­φο­ρι­κών υπο­δο­μών, που ελα­χι­στο­ποιούν την τρω­τό­τη­τα του εθνι­κού συ­στή­μα­τος με­τα­φο­ρών.

Κα­τάρ­τι­ση εθνι­κών σχε­δί­ων δια­χεί­ρι­σης της κυ­κλο­φο­ρί­ας και σχε­δί­ων εκ­κέ­νω­σης ευά­λω­των πε­ριο­χών.

Υλο­ποί­η­ση έργων προ­στα­σί­ας κρί­σι­μων με­τα­φο­ρι­κών υπο­δο­μών (π.χ. απο­στράγ­γι­ση, ανύ­ψω­ση κρη­πι­δω­μά­των λι­μέ­νων, ανύ­ψω­ση αε­ρο­πο­ρι­κών/οδι­κών/σι­δη­ρο­δρο­μι­κών υπο­δο­μών που είναι εκτε­θει­μέ­νες στο θα­λάσ­σιο μέ­τω­πο κ.ά.).

Ανα­θε­ώ­ρη­ση των υφι­στά­με­νων προ­δια­γρα­φών σχε­δια­σμού με­τα­φο­ρι­κών υπο­δο­μών, λαμ­βά­νο­ντας υπόψη τις πα­ρα­μέ­τρους της κλι­μα­τι­κής αλ­λα­γής.

Υιο­θέ­τη­ση μέ­τρων μεί­ω­σης της με­τα­φο­ρι­κής ζή­τη­σης, όπως η τη­λερ­γα­σία, ο συ­νε­πι­βα­τι­σμός, η δια­χεί­ρι­ση της κι­νη­τι­κό­τη­τας σε επι­χει­ρή­σεις, η κα­τάρ­τι­ση σχε­δί­ων με­τα­φο­ράς μα­θη­τών.

Τρω­τό­τη­τα από την Κλι­μα­τι­κή Αλ­λα­γή στις πε­ρι­φέ­ρειες της Ελ­λά­δος

Η με­λέ­τη υπο­λο­γί­ζει την τρω­τό­τη­τα στις επι­πτώ­σεις της κλι­μα­τι­κής αλ­λα­γής, ώστε να συμ­βά­λει στο σχε­δια­σμό μιας απο­τε­λε­σμα­τι­κής εθνι­κής πο­λι­τι­κής για την προ­σαρ­μο­γή στην κλι­μα­τι­κή αλ­λα­γή. Στη με­λέ­τη ανα­πτύσ­σε­ται με­θο­δο­λο­γία εκτί­μη­σης τρω­τό­τη­τας με συν­δυα­σμό φυ­σι­κών και κοι­νω­νι­κο­οι­κο­νο­μι­κών χα­ρα­κτη­ρι­στι­κών και συμ­βά­ντων που σχε­τί­ζο­νται με την κλι­μα­τι­κή αλ­λα­γή. Ως πρώτα εν­διά­με­σα απο­τε­λέ­σμα­τα πα­ρου­σιά­ζο­νται τα σχε­τι­κά με τις δα­σι­κές πυρ­κα­γιές και τις με­τα­φο­ρές.

Για τις δα­σι­κές πυρ­κα­γιές, για πα­ρά­δειγ­μα, στα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά των συμ­βά­ντων πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται ο αριθ­μός πυρ­κα­γιών που έκα­ψαν 100-500, 500-1.000, 1.000-10.000 και πάνω από 10.000 στρέμ­μα­τα δά­σους και δα­σι­κής έκτα­σης. Ο αριθ­μός πυρ­κα­γιών συ­σχε­τί­στη­κε με την έκτα­ση, τον πλη­θυ­σμό, το Ακα­θά­ρι­στο Εθνι­κό Προ­ϊ­όν (ΑΕΠ), το κατά κε­φα­λήν ΑΕΠ και ένα δεί­κτη ανι­σο­κα­τα­νο­μής ΑΕΠ στην αντί­στοι­χη πε­ρι­φέ­ρεια.

Τα απο­τε­λέ­σμα­τα της με­λέ­της δεί­χνουν ότι για τις δα­σι­κές πυρ­κα­γιές:

Οι σχε­τι­κά υψη­λό­τε­ρες τρω­τό­τη­τες, ανά έκτα­ση, κά­τοι­κο, συ­νο­λι­κό και κατά κε­φα­λήν ΑΕΠ, εμ­φα­νί­ζο­νται στη Στε­ρεά Ελ­λά­δα, τη Δυ­τι­κή Ελ­λά­δα και την Πε­λο­πόν­νη­σο, ενώ η Ανα­το­λι­κή Μα­κε­δο­νία και Θράκη εμ­φα­νί­ζει υψη­λές τρω­τό­τη­τες με βάση την ανι­σο­κα­τα­νο­μή του κατά κε­φα­λήν ΑΕΠ με­τα­ξύ των πε­ρι­φε­ρειών της χώρας. Η Ατ­τι­κή εμ­φα­νί­ζει την υψη­λό­τε­ρη τρω­τό­τη­τα με βάση την έκτα­ση και την πυ­κνό­τη­τα του πλη­θυ­σμού.

Ο ανα­με­νό­με­νος αριθ­μός πυρ­κα­γιών αυ­ξά­νε­ται και για τα δύο σε­νά­ρια της IPCC[5] (RCP 4.5 και 8.5) για την πε­ρί­ο­δο μέχρι το 2100. Αυτό υπο­δη­λώ­νει ότι οι τρω­τό­τη­τες σε από­λυ­τους όρους ανα­μέ­νε­ται να αυ­ξη­θούν, ενώ σε συ­γκρι­τι­κούς όρους, με βάση την έκτα­ση των πε­ρι­φε­ρειών, ανα­μέ­νε­ται να πα­ρα­μεί­νουν στα­θε­ρές. Η εξέ­λι­ξη της τρω­τό­τη­τας με βάση κοι­νω­νι­κο­οι­κο­νο­μι­κές δια­στά­σεις θα εξαρ­τη­θεί από την εξέ­λι­ξη του ΑΕΠ και του πλη­θυ­σμού.

Για τις με­τα­φο­ρές, έγινε ανά­λυ­ση τρω­τό­τη­τας του οδι­κού και σι­δη­ρο­δρο­μι­κού δι­κτύ­ου, βα­σι­σμέ­νη στα απο­τε­λέ­σμα­τα της αντί­στοι­χης με­λέ­της και δεί­χνει ότι:

Η υψη­λό­τε­ρη σχε­τι­κή τρω­τό­τη­τα, τόσο συ­νο­λι­κά όσο και ανά χι­λιό­με­τρο δι­κτύ­ου και για τα δύο σε­νά­ρια της IPCC (RCP 4.5 και 8.5), εμ­φα­νί­ζε­ται στην Ανα­το­λι­κή Ελ­λά­δα και ακο­λου­θεί η Δυ­τι­κή και στη συ­νέ­χεια η Κε­ντρι­κή Ελ­λά­δα.

Το με­θο­δο­λο­γι­κό πλαί­σιο που ανα­πτύ­χθη­κε για τις δα­σι­κές πυρ­κα­γιές και τις με­τα­φο­ρές είναι κα­τάλ­λη­λο για ανά­λυ­ση της πο­λυ­διά­στα­της τρω­τό­τη­τας των πε­ρι­φε­ρειών της χώρας μας σε πε­ρισ­σό­τε­ρες επι­πτώ­σεις της κλι­μα­τι­κής αλ­λα­γής, όπως καύ­σω­νες, πλημ­μυ­ρι­κά φαι­νό­με­να, ερη­μο­ποί­η­ση και δια­χρο­νι­κή απώ­λεια ΑΕΠ. Η απο­τε­λε­σμα­τι­κή πο­λι­τι­κή προ­σαρ­μο­γής σε πε­ρι­φε­ρεια­κό επί­πε­δο, βα­σι­σμέ­νη σε ανά­λυ­ση τρω­τό­τη­τας, μπο­ρεί να απο­τε­λέ­σει ατμο­μη­χα­νή ανά­πτυ­ξης, ει­δι­κά σε πε­ρι­φέ­ρειες υψη­λής κοι­νω­νι­κο­οι­κο­νο­μι­κής τρω­τό­τη­τας και σχε­τι­κά χα­μη­λού κατά κε­φα­λήν ΑΕΠ.

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.