ΕΙΔΗΣΕΙΣ

Κλιματική αλλαγή – Σχεδόν η μισή Ελλάδα απειλείται με ερημοποίηση -Μελέτη ΤτΕ

news room 8 λεπτά ανάγνωση
περιβαλλον

Περίπου το 40% της Ελλάδας, ιδίως τα ανα­το­λικά και νότια τμήματα, κιν­δυ­νεύ­ουν μέχρι το τέλος του αιώνα να ερη­μο­ποι­η­θούν στην περί­πτωση που δεν ληφθούν παγκο­σμίως μέτρα για τον περιο­ρι­σμό των θερ­μο­κη­πι­κών αερίων.

Αυτό υπο­γραμ­μί­ζε­ται στα πρώτα ενδιά­μεσα απο­τε­λέ­σματα της επι­και­ρο­ποί­η­σης της έκθεσης “Οι περι­βαλ­λο­ντι­κές, οικο­νο­μι­κές και κοι­νω­νι­κές επι­πτώ­σεις της κλι­μα­τι­κής αλλαγής στην Ελλάδα”, που παρου­σί­ασε στις 15 Δεκεμ­βρίου σε εκδή­λωση η Τράπεζα της Ελλάδος.

Όπως επι­ση­μαί­νε­ται, η δεκα­ε­τία του 2050 περι­λαμ­βά­νει το σημείο καμπής, πέραν του οποίου η ανθρω­πο­γε­νής παρέμ­βαση στο κλίμα θα είναι μη ανα­στρέ­ψιμη. Μετά το 2060, η αύξηση στη μέση θερ­μο­κρα­σία θα φτάσει τους 2°C έως και 5°C περίπου, ανάλογα με το σενάριο εκπο­μπών.

Ανα­λυ­τικά, σύμφωνα με τις νέες κλι­μα­τι­κές προ­βο­λές:

Η μέση θερ­μο­κρα­σία μέχρι τα μέσα του αιώνα θα ανέβει σε σχέση με την περίοδο ανα­φο­ράς 1971-2000, από 1,2°C έως και 2°C ανάλογα με το σενάριο εξέ­λι­ξης των εκπο­μπών των αερίων του θερ­μο­κη­πίου, με τις μεγα­λύ­τε­ρες αυξή­σεις να παρα­τη­ρού­νται εάν δεν ληφθούν μέτρα μετρια­σμού των εκπο­μπών. Η δεκα­ε­τία του 2050 περι­λαμ­βά­νει το σημείο καμπής, πέραν του οποίου η ανθρω­πο­γε­νής παρέμ­βαση στο κλίμα θα είναι μη ανα­στρέ­ψιμη. Μετά το 2060, η αύξηση στη μέση θερ­μο­κρα­σία θα φτάσει τους 2°C έως και 5°C περίπου, ανάλογα με το σενάριο εκπο­μπών.

Σημα­ντική θα είναι η αύξηση και του αριθμού ημερών με καύσωνα στα πεδινά, έως και κατά 10-15 ημέρες μέχρι τα μέσα του αιώνα και έως 30-50 μέρες μέχρι το 2100, εάν δεν ληφθούν μέτρα περιο­ρι­σμού των εκπο­μπών CO2.

H χώρα μας και η ευρύ­τερη περιοχή της Μεσο­γείου ανήκουν στις λίγες περιο­χές του πλανήτη όπου ανα­μέ­νε­ται στο μέλλον μείωση των βρο­χο­πτώ­σεων. H βρο­χό­πτωση ανα­μέ­νε­ται να μειωθεί σημα­ντικά μετά το 2050, ιδιαί­τερα στα νοτιό­τερα τμήματα της χώρας.

Η ενί­σχυση της ξηρα­σίας, λόγω της μείωσης των βρο­χο­πτώ­σεων και του αριθμού ημερών βροχής σε συν­δυα­σμό με την άνοδο της θερ­μο­κρα­σίας, θα έχει ως απο­τέ­λε­σμα τη μετά­πτωση του κλί­μα­τος στη χώρας μας προς το ξηρό­τερο. Απο­τέ­λε­σμα αυτού είναι περίπου το 40% της Ελλάδας, ιδίως τα ανα­το­λικά και νότια τμήματα, να κιν­δυ­νεύ­ουν μέχρι το τέλος του αιώνα να ερη­μο­ποι­η­θούν στην περί­πτωση που δεν ληφθούν παγκο­σμίως μέτρα για τον περιο­ρι­σμό των θερ­μο­κη­πι­κών αερίων.

Στο μελ­λο­ντικό κλίμα ανα­μέ­νε­ται αύξηση της συχνό­τη­τας των ακραία έντονων βρο­χο­πτώ­σεων, που θα γίνεται εντο­νό­τερη όσο λιγό­τερα μέτρα ληφθούν και όσο οδεύ­ουμε προς το τέλος του 21ου αιώνα.

Αύξηση ανα­μέ­νε­ται και στον αριθμό των ημερών με αυξη­μένο κίνδυνο πυρ­κα­γιάς: από 10 έως και 20 περισ­σό­τε­ρες ημέρες πυρ­κα­γιάς μέχρι τα μέσα του αιώνα και από 15 έως και 50 περισ­σό­τε­ρες ημέρες με αυξη­μένο κίνδυνο πυρ­κα­γιάς προς τα τέλη του αιώνα, ιδιαί­τερα στις περιο­χές που και σήμερα είναι πιο επιρ­ρε­πείς στις δασικές πυρ­κα­γιές.

Σημα­ντι­κές θα είναι, τέλος, και οι επι­πτώ­σεις της ανόδου της στάθμης της θάλασ­σας. Με βάση τις εκτι­μή­σεις των μοντέ­λων, έως τα μέσα του αιώνα ανα­μέ­νε­ται η στάθμη της θάλασ­σας να ανέβει κατά 15 έως 20 εκα­το­στά και κατά 20 έως 80 εκα­το­στά μέχρι τα τέλη του αιώνα, ανάλογα με την εξέλιξη των εκπο­μπών θερ­μο­κη­πι­κών αερίων, με συνέ­πειες μεταξύ άλλων στη γεωργία στις παρά­κτιες περιο­χές.

Οι επι­πτώ­σεις της κλι­μα­τι­κής αλλαγής στη γεωργία – Η περί­πτωση της Θεσ­σα­λίας:

Στη μελέτη παρου­σιά­στη­καν οι εκτι­μώ­με­νες επι­πτώ­σεις της κλι­μα­τι­κής αλλαγής στους εδα­φι­κούς πόρους και στις αρο­τραίες καλ­λιέρ­γειες για τρεις περιο­χές μελέτης (Τρίκαλα, Ζάππειο, Σωτήριο) της περι­φέ­ρειας της Θεσ­σα­λίας.

Οι εκτι­μώ­με­νες επι­πτώ­σεις της κλι­μα­τι­κής αλλαγής στην περιοχή της Θεσ­σα­λίας:

Ένταση των τάσεων ερη­μο­ποί­η­σης του εδάφους, με απο­τέ­λε­σμα τον περιο­ρι­σμό και την υπο­βάθ­μιση των καλ­λιερ­γή­σι­μων γαιών.

Μείωση της παρα­γω­γής αρα­βο­σί­του μέχρι 41,7% και βαμ­βα­κιού μέχρι 34,2% και αύξηση της παρα­γω­γής σιτα­ριού κατά 13,4% στο δυσμε­νέ­στερο σενάριο εκπο­μπής έως το τέλος του αιώνα.

Σε βαθιά εδάφη, μείωση των απο­δό­σεων του αρα­βο­σί­του έως 29,3% και του βαμ­βα­κιού μέχρι 29,6% και αύξηση των απο­δό­σεων του σιτα­ριού μέχρι 68,6%, έως το τέλος του αιώνα στο δυσμε­νέ­στερο σενάριο εκπο­μπής.

Σε ρηχά και επι­κλινή εδάφη, εκμη­δέ­νιση των απο­δό­σεων του βαμ­βα­κιού και του αρα­βο­σί­του και δια­τή­ρηση σε χαμηλά επίπεδα των απο­δό­σεων του σιτα­ριού, στο μέσο και στο δυσμε­νέ­στερο σενάριο εκπο­μπής έως το μέσο του αιώνα.

Περαι­τέρω μειώ­σεις στην παρα­γωγή κατά 3,6% σε όλες τις καλ­λιέρ­γειες σε δια­βρω­μένα εδάφη.

Στη μελέτη προ­τεί­νε­ται δέσμη μέτρων και πολι­τι­κών για την προ­σαρ­μογή και τη δια­χεί­ριση των επι­πτώ­σεων του φαι­νο­μέ­νου της κλι­μα­τι­κής αλλαγής στην περιοχή της Θεσ­σα­λίας:

Εφαρ­μογή καλ­λιερ­γη­τι­κών μέτρων δια­τή­ρη­σης του εδάφους στις επι­κλι­νείς εκτά­σεις και μέτρων απο­κα­τά­στα­σης του εδάφους στις περιο­χές υψηλού κιν­δύ­νου αλά­τω­σης.

Περιο­ρι­σμός των καλ­λιερ­γειών βαμ­βα­κιού και αρα­βο­σί­του στις πεδινές εκτά­σεις και στα βαθιά εδάφη, ενώ στις επι­κλι­νείς εκτά­σεις προ­τί­μηση σε σιτάρι και λει­μώ­νια φυτά.

Τρο­πο­ποί­ηση του χρόνου σποράς, οψι­μό­τερα στις χει­μω­νιά­τι­κες και πρω­ι­μό­τερα στις καλο­και­ρι­νές καλ­λιέρ­γειες.

Καλ­λιέρ­γεια φυτικών ειδών και ποι­κι­λιών με βρα­χύ­τερο βιο­λο­γικό κύκλο για εξοι­κο­νό­μηση νερού.

Νέα στρα­τη­γική χρήσης αρδευ­τι­κού νερού, με έμφαση στα επι­φα­νειακά ύδατα και κατα­σκευή κατάλ­λη­λων υπο­δο­μών για την αντι­με­τώ­πιση των πλημ­μυ­ρών.

Ολο­κλη­ρω­μένη στρα­τη­γική αντι­με­τώ­πι­σης των πλημ­μυ­ρών σε όλη τη λεκάνη απορ­ροής της Θεσ­σα­λίας.

Επι­και­ρο­ποί­ηση μελέτης επι­πτώ­σεων και προ­σαρ­μο­γής στην κλι­μα­τική αλλαγή – Τομέας μετα­φο­ρών

Στη μελέτη παρου­σιά­στη­καν οι εκτι­μώ­με­νες επι­πτώ­σεις για τον τομέα των μετα­φο­ρών και τα προ­τει­νό­μενα μέτρα προ­σαρ­μο­γής στην Ελλάδα. Οι επι­πτώ­σεις της κλι­μα­τι­κής αλλαγής στον τομέα των μετα­φο­ρών δια­χω­ρί­ζο­νται στο πλαίσιο της παρού­σας μελέτης σε δύο κατη­γο­ρίες:

Άμεσες (πρω­το­γε­νείς) επι­πτώ­σεις: Βλάβες ή φθορές που οδηγούν στην ανάγκη ανα­κα­τα­σκευών, επι­διορ­θώ­σεων ή επαυ­ξη­μέ­νης ανάγκης συντή­ρη­σης από την άνοδο της μέσης στάθμης της θάλασ­σας, τις υψηλές θερ­μο­κρα­σίες και τα πλημ­μυ­ρικά φαι­νό­μενα (π.χ. φθορές, αυξη­μένη ανάγκη συντή­ρη­σης ή απο­κα­τά­στα­σης οδικών, σιδη­ρο­δρο­μι­κών, λιμε­νι­κών και αερο­πο­ρι­κών υπο­δο­μών, αυξη­μένη ανάγκη κατα­σκευής ανα­χω­μά­των ή άλλων κατα­σκευών, αύξηση κόστους για την προ­στα­σία τους). Επίσης, προ­βλέ­πε­ται μειω­μένη ανάγκη εργα­σιών πρό­λη­ψης και συντή­ρη­σης, λόγω της μείωσης του αριθμού παγετών.

Έμμεσες (δευ­τε­ρο­γε­νείς) επι­πτώ­σεις: Κυρίως στη λει­τουρ­γία του συστή­μα­τος μετα­φο­ρών, με την αύξηση του γενι­κευ­μέ­νου κόστους μετα­κι­νή­σεων ή τη μείωση της οδικής ασφά­λειας από την άνοδο της μέσης στάθμης της θάλασ­σας, τις υψηλές θερ­μο­κρα­σίες και τα πλημ­μυ­ρικά φαι­νό­μενα (π.χ. καθυ­στε­ρή­σεις, ανα­βο­λές δρο­μο­λο­γίων, κίν­δυ­νος ατυ­χη­μά­των λόγω μειω­μέ­νης πρό­σφυ­σης, αποκοπή και μείωση προ­σβα­σι­μό­τη­τας περιο­χών από την αδυ­να­μία εκτέ­λε­σης δρο­μο­λο­γίων, διακοπή εφο­δια­στι­κής αλυ­σί­δας και αλλαγές στη ζήτηση). Επίσης, προ­βλέ­πε­ται μείωση ατυ­χη­μά­των και καθυ­στε­ρή­σεων λόγω της μείωσης του αριθμού παγετών και μείωση στην ανάγκη θέρ­μαν­σης των μετα­φο­ρι­κών μέσων από την αύξηση της μέσης θερ­μο­κρα­σίας.

Στη μελέτη προ­τεί­νε­ται δέσμη μέτρων και πολι­τι­κών για την προ­σαρ­μογή του τομέα των μετα­φο­ρών και τη δια­χεί­ριση των επι­πτώ­σεων του φαι­νο­μέ­νου της κλι­μα­τι­κής αλλαγής. Μεταξύ άλλων προ­τεί­νο­νται:

Δημιουρ­γία εθνικού παρα­τη­ρη­τη­ρίου επι­πτώ­σεων κλι­μα­τι­κής αλλαγής στις μετα­φο­ρές (τήρηση στα­τι­στι­κών στοι­χείων λει­τουρ­γίας και επι­πτώ­σεων).

Περαι­τέρω ανά­πτυξη ανα­λυ­τι­κών μοντέ­λων για την αξιο­λό­γηση των μετα­φο­ρι­κών υπο­δο­μών ως προς: α) τη σημα­ντι­κό­τητα και β) την τρω­τό­τητα.

Ανα­γνώ­ριση και προ­τε­ραιο­ποί­ηση των έργων μετα­φο­ρι­κών υπο­δο­μών, που ελα­χι­στο­ποιούν την τρω­τό­τητα του εθνικού συστή­μα­τος μετα­φο­ρών.

Κατάρ­τιση εθνικών σχεδίων δια­χεί­ρι­σης της κυκλο­φο­ρίας και σχεδίων εκκέ­νω­σης ευά­λω­των περιο­χών.

Υλο­ποί­ηση έργων προ­στα­σίας κρί­σι­μων μετα­φο­ρι­κών υπο­δο­μών (π.χ. απο­στράγ­γιση, ανύψωση κρη­πι­δω­μά­των λιμένων, ανύψωση αερο­πο­ρι­κών/οδικών/σιδη­ρο­δρο­μι­κών υπο­δο­μών που είναι εκτε­θει­μέ­νες στο θαλάσ­σιο μέτωπο κ.ά.).

Ανα­θε­ώ­ρηση των υφι­στά­με­νων προ­δια­γρα­φών σχε­δια­σμού μετα­φο­ρι­κών υπο­δο­μών, λαμ­βά­νο­ντας υπόψη τις παρα­μέ­τρους της κλι­μα­τι­κής αλλαγής.

Υιο­θέ­τηση μέτρων μείωσης της μετα­φο­ρι­κής ζήτησης, όπως η τηλερ­γα­σία, ο συνε­πι­βα­τι­σμός, η δια­χεί­ριση της κινη­τι­κό­τη­τας σε επι­χει­ρή­σεις, η κατάρ­τιση σχεδίων μετα­φο­ράς μαθητών.

Τρω­τό­τητα από την Κλι­μα­τική Αλλαγή στις περι­φέ­ρειες της Ελλάδος

Η μελέτη υπο­λο­γί­ζει την τρω­τό­τητα στις επι­πτώ­σεις της κλι­μα­τι­κής αλλαγής, ώστε να συμ­βά­λει στο σχε­δια­σμό μιας απο­τε­λε­σμα­τι­κής εθνικής πολι­τι­κής για την προ­σαρ­μογή στην κλι­μα­τική αλλαγή. Στη μελέτη ανα­πτύσ­σε­ται μεθο­δο­λο­γία εκτί­μη­σης τρω­τό­τη­τας με συν­δυα­σμό φυσικών και κοι­νω­νι­κο­οι­κο­νο­μι­κών χαρα­κτη­ρι­στι­κών και συμ­βά­ντων που σχε­τί­ζο­νται με την κλι­μα­τική αλλαγή. Ως πρώτα ενδιά­μεσα απο­τε­λέ­σματα παρου­σιά­ζο­νται τα σχετικά με τις δασικές πυρ­κα­γιές και τις μετα­φο­ρές.

Για τις δασικές πυρ­κα­γιές, για παρά­δειγμα, στα χαρα­κτη­ρι­στικά των συμ­βά­ντων περι­λαμ­βά­νε­ται ο αριθμός πυρ­κα­γιών που έκαψαν 100-500, 500-1.000, 1.000-10.000 και πάνω από 10.000 στρέμ­ματα δάσους και δασικής έκτασης. Ο αριθμός πυρ­κα­γιών συσχε­τί­στηκε με την έκταση, τον πλη­θυ­σμό, το Ακα­θά­ρι­στο Εθνικό Προϊόν (ΑΕΠ), το κατά κεφαλήν ΑΕΠ και ένα δείκτη ανι­σο­κα­τα­νο­μής ΑΕΠ στην αντί­στοιχη περι­φέ­ρεια.

Τα απο­τε­λέ­σματα της μελέτης δεί­χνουν ότι για τις δασικές πυρ­κα­γιές:

Οι σχετικά υψη­λό­τε­ρες τρω­τό­τη­τες, ανά έκταση, κάτοικο, συνο­λικό και κατά κεφαλήν ΑΕΠ, εμφα­νί­ζο­νται στη Στερεά Ελλάδα, τη Δυτική Ελλάδα και την Πελο­πόν­νησο, ενώ η Ανα­το­λική Μακε­δο­νία και Θράκη εμφα­νί­ζει υψηλές τρω­τό­τη­τες με βάση την ανι­σο­κα­τα­νομή του κατά κεφαλήν ΑΕΠ μεταξύ των περι­φε­ρειών της χώρας. Η Αττική εμφα­νί­ζει την υψη­λό­τερη τρω­τό­τητα με βάση την έκταση και την πυκνό­τητα του πλη­θυ­σμού.

Ο ανα­με­νό­με­νος αριθμός πυρ­κα­γιών αυξά­νε­ται και για τα δύο σενάρια της IPCC[5] (RCP 4.5 και 8.5) για την περίοδο μέχρι το 2100. Αυτό υπο­δη­λώ­νει ότι οι τρω­τό­τη­τες σε από­λυ­τους όρους ανα­μέ­νε­ται να αυξη­θούν, ενώ σε συγκρι­τι­κούς όρους, με βάση την έκταση των περι­φε­ρειών, ανα­μέ­νε­ται να παρα­μεί­νουν στα­θε­ρές. Η εξέλιξη της τρω­τό­τη­τας με βάση κοι­νω­νι­κο­οι­κο­νο­μι­κές δια­στά­σεις θα εξαρ­τη­θεί από την εξέλιξη του ΑΕΠ και του πλη­θυ­σμού.

Για τις μετα­φο­ρές, έγινε ανάλυση τρω­τό­τη­τας του οδικού και σιδη­ρο­δρο­μι­κού δικτύου, βασι­σμένη στα απο­τε­λέ­σματα της αντί­στοι­χης μελέτης και δείχνει ότι:

Η υψη­λό­τερη σχετική τρω­τό­τητα, τόσο συνο­λικά όσο και ανά χιλιό­με­τρο δικτύου και για τα δύο σενάρια της IPCC (RCP 4.5 και 8.5), εμφα­νί­ζε­ται στην Ανα­το­λική Ελλάδα και ακο­λου­θεί η Δυτική και στη συνέ­χεια η Κεντρική Ελλάδα.

Το μεθο­δο­λο­γικό πλαίσιο που ανα­πτύ­χθηκε για τις δασικές πυρ­κα­γιές και τις μετα­φο­ρές είναι κατάλ­ληλο για ανάλυση της πολυ­διά­στα­της τρω­τό­τη­τας των περι­φε­ρειών της χώρας μας σε περισ­σό­τε­ρες επι­πτώ­σεις της κλι­μα­τι­κής αλλαγής, όπως καύ­σω­νες, πλημ­μυ­ρικά φαι­νό­μενα, ερη­μο­ποί­ηση και δια­χρο­νική απώλεια ΑΕΠ. Η απο­τε­λε­σμα­τική πολι­τική προ­σαρ­μο­γής σε περι­φε­ρειακό επίπεδο, βασι­σμένη σε ανάλυση τρω­τό­τη­τας, μπορεί να απο­τε­λέ­σει ατμο­μη­χανή ανά­πτυ­ξης, ειδικά σε περι­φέ­ρειες υψηλής κοι­νω­νι­κο­οι­κο­νο­μι­κής τρω­τό­τη­τας και σχετικά χαμηλού κατά κεφαλήν ΑΕΠ.

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.