ΑΠΟΨΕΙΣ

Απολείπειν ο Θεός Αντώνιον

3 λεπτά ανάγνωση
Μέγεθος γραμμάτων

Σαν έξαφ­να, ώρα με­σά­νυχτ´ ακου­στεί

αό­ρα­τος θί­α­σος να περνά

με μου­σι­κές εξαί­σιες, με φωνές

την τύχη σου που εν­δί­δει παί­ζει, τα έργα σου

πού απέ­τυ­χαν, τα σχέ­δια της ζωής σου

πού βγή­καν όλα πλά­νες, μη ανο­φέ­λε­τα

θρη­νή­σεις.

Μην θρη­νείς, μην κλαίς και μην οδύ­ρε­σαι, για όλα αυτά που κά­ποιοι άλλοι που δήθεν για σένα θα έπρε­πε να εν­δια­φέ­ρο­νται, με λόγια πολλά και όμορ­φα, με μου­σι­κές εξαί­σιες, να σε πεί­σουν προ­σπα­θούν, πως τα έργα σου πήγαν στρά­φι, τα όνει­ρα σου ήταν ψεύ­τι­κα, τα σχέ­δια σου τα πήρε το ρέμα και μαύρη νύχτα, της ζωής σου τον ήλιο σκο­τεί­νια­σε.

Μην θρη­νή­σεις, το κε­φά­λι μην το σκύ­ψεις, στις μου­σι­κές τους κλεί­σε τα αυτιά σου και στα λόγια τους πίστη καμιά μην δί­νεις.

Της Αλε­ξάν­δρειας το λυ­κό­φως, την ομορ­φιά την Χάρι και την δύ­να­μη που χά­νο­νται θρη­νεί, ο με­γά­λος Αλε­ξαν­δρι­νός ποι­η­τής, την πόλη που χά­νε­ται, της Κοι­νω­νί­ας τον χα­μέ­νο βη­μα­τι­σμό, τον αρ­γό­συρ­το θά­να­το της, το πα­ρελ­θόν το δικό του και της πόλης που ατι­μώ­ρη­τα οι δήθεν ει­δι­κοί ατι­μά­ζουν, να μην το θρη­νή­σου­με προ­τρέ­πει και την δικιά μας λύπη, να μην επι­τρέ­ψου­με δικιά τους χαρά να την κά­νουν.

Σάν έτοι­μος από καιρό, σα θαρ­ρα­λέ­ος,

απο­χαι­ρέ­τα την, την Αλε­ξάν­δρεια που φεύ­γει.

πρό πά­ντων να μη γε­λα­σθείς, μην πείς πώς

ήταν

ένα όνει­ρο, πώς απα­τή­θη­κε η ακοή σου,

μά­ταιες ελ­πί­δες τέ­τοιες μην κα­τα­δε­χθείς.

Πέ­τα­ξε μα­κριά τις ψευ­δαι­σθή­σεις σου, μην τρέ­φεις κού­φιες ελ­πί­δες, ούτε για μια στιγ­μή μην πι­στέ­ψεις ότι αυτά που βλέ­πεις και ακούς, αυτά που αφου­γκρά­ζε­σαι, αυτά να πι­στέ­ψεις και όχι αυτά που οι επι­τή­δειοι σου σερ­βί­ρουν, τα λόγια τους από καιρό καμιά σχέση με την πραγ­μα­τι­κό­τη­τα δεν έχουν, μην πι­στέ­ψεις ότι σε γέ­λα­σαν τα αυτιά και τα μάτια σου, μην γε­λα­σθείς ότι πι­θα­νόν να υπάρ­χει πι­σω­γύ­ρι­σμα, μην αφή­σεις να πνι­γείς σε όνει­ρα ψεύ­τι­κα, πι­στεύ­εις ή δεν πι­στεύ­εις ότι και δικές σου επι­λο­γές έδω­σαν το δι­καί­ω­μα να ανοί­ξει ο δρό­μος της φυγής, στά­σου ορθός, στά­σου με θάρ­ρος μπρο­στά στην σκλη­ρή και μαύρη πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, πάρε την από­φα­ση και απο­χαι­ρέ­τα, την δικιά τους την Αλε­ξάν­δρεια που φεύ­γει.

Σάν έτοι­μος από καιρό, σα θαρ­ρα­λέ­ος,

σάν που ται­ριά­ζει σε πού αξιώ­θη­κες μια τέ­τοια

πόλι

πλη­σί­α­σε στα­θε­ρά προς το πα­ρά­θυ­ρο,

κι άκου­σε με συ­γκί­νη­σιν, άλλ´ όχι

με των δει­λών τα πα­ρα­κά­λια και πα­ρά­πο­να,

ως τε­λαυ­ταία από­λαυ­ση τούς ήχους,

τα εξαί­σια όρ­γα­να του μυ­στι­κού θιά­σου,

κι απο­χαι­ρέ­τα την, την Αλε­ξάν­δρεια πού

χά­νεις.

Και αν ακόμα δεν ήσουν έτοι­μος από καιρό και αν ακόμα να πι­στέ­ψεις δεν μπο­ρού­σες, πως σε αυ­τούς που την ζωή και την τύχη σου εμπι­στεύ­θη­κες, ότι στα βρά­χια θα την ρί­ξουν, το πα­ρελ­θόν σου και τα έργα σου βράχο πί­στης να τα κά­νεις και σαν έτοι­μος από καιρό, σε εσένα που τα καλά και όμορ­φα ται­ρια­στά πάντα ήταν πάνω σου, την πόλη την δικιά σου μέσα κρά­τη­σε και θαρ­ρα­λέ­ος από καιρό την πόλη που σου προ­σφέ­ρουν, με δύ­να­μη και πίστη, απο­χαι­ρέ­τα την.

Των δει­λών τα πα­ρα­κά­λια και πα­ρά­πο­να στην άκρη να τα βά­λεις, τους ήχους τούς μου­σι­κούς της δι­κιάς σου καρ­διάς να ακούς, αυτοί τον ρυθμό και τον δρόμο να σου δεί­χνουν, την δικιά τους, την προ­σφε­ρό­με­νη από αυ­τούς Αλε­ξάν­δρεια απο­χαι­ρέ­τα και με χα­μό­γε­λο πίστη και ελ­πί­δα, πά­λε­ψε και νι­κη­τής υπο­δέ­ξου την δικιά σου Αλε­ξάν­δρεια.

Πα­ρα­σκευάς Γιάν­νης

Ρόδος 14/5/2021

ΥΓ. Ο οποιο­δή­πο­τε πα­ραλ­λη­λι­σμός με πρό­σω­πα και κα­τα­στά­σεις είναι στην δια­κρι­τι­κή ευ­χέ­ρεια του ανα­γνώ­στη.

Σχολιασμός Άρθρου

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται.

Προσθέστε ένα σχόλιο

Το E-mail δεν θα δημοσιευτεί.
Πρέπει να συμπληρωθούν όλα τα πεδία για την υποβολή του σχολίου.