ΕΙΔΗΣΕΙΣ

Λειψοί: κάτοικοι 784, παιδιά 200

news room 18 λεπτά ανάγνωση
Λειψοί-ρεπορτάζ

Η Μαρίνα παίζει με την κούκλα της στην αυλή του σπιτιού της· τη χτε­νί­ζει, της μιλάει. Είναι οκτώ ετών, η μικρό­τερη από τα οκτώ παιδιά της οικο­γέ­νειας Παπα­δέ­λια. Η μητέρα της βγαίνει στο κατώφλι και μας καλη­σπε­ρί­ζει. Μας μιλάει για τα άλλα της παιδιά, για τη Σαββίνα που ονει­ρεύ­ε­ται να γίνει δασκάλα χορού και τη μεγάλη, τη δεκα­ε­ξά­χρονη Φιλίτσα, που θέλει να σπου­δά­σει Βιο­λο­γία· είναι καλή μαθή­τρια, κάνει την προ­σπά­θειά της χωρίς καμιά βοήθεια, χωρίς φρο­ντι­στή­ριο και ιδιαί­τερα μαθή­ματα. Πώς τα φέρνει βόλτα η ίδια με τόσα παιδιά; «Ε, δεν είναι και πολλά. Η προ­για­γιά του άντρα μου είχε γεν­νή­σει 24!»

H Βαρβάρα είναι η νεότερη δημότις Λειψών. Γεν­νή­θηκε πριν από λίγους μήνες, στις 30 Μαΐου, και πήρε το όνομα της Αγίας που στο νησί θεω­ρεί­ται προ­στά­τις των μωρών. Η μητέρα της, Μαρία Κλάψη, κατά­γε­ται από την Κάλυμνο. Είχε συγ­γε­νείς στους Λειψούς, σε ένα από τα ταξίδια της γνώρισε τον εργο­λάβο Χαρά­λα­μπο Μακρή, ερω­τεύ­τη­καν, παντρεύ­τη­καν και από Καλύ­μνια έγινε Λει­ψω­τίνα. «Είναι το πρώτο μας παιδί, αλλά θα κάνουμε κι άλλα, το έχουμε απο­φα­σί­σει – του­λά­χι­στον τρία», λέει γελώ­ντας η 24χρονη κοπέλα. «Αν αυτός ο τόπος δεν είναι ιδα­νι­κός για μια πολυ­μελή οικο­γέ­νεια, τότε ποιος είναι; Και μη μου πείτε κι εσείς αυτά που ακούμε από πολλούς, ότι το χειμώνα το νησί μας είναι ερημιά και δεν αντέ­χε­ται. Τότε είναι καλύ­τερα! Μαζευό­μα­στε τα βράδια στα σπίτια, ψήνουμε, τρα­γου­δάμε, νυχτε­ρεύ­ουμε. Μια τέτοια ζωή, ήρεμη και υγιή, θέλω να έχουν και τα παιδιά μου».

Ο Στράτος παρα­τη­ρεί και ανα­κα­λύ­πτει τον κόσμο από την αγκαλιά της μαμάς του, Ειρήνης Πονήρη. Πέντε μηνών βρέφος, ποζάρει με άνεση στο φακό του φωτο­γρά­φου μας – κάνει σκέρτσα, του γελά. «Είναι ωραίο να μεγα­λώ­νεις παιδιά εδώ», λέει η Ειρήνη. «Μέχρι τη στιγμή που κάποιο πρό­βλημα θα προ­κύ­ψει. Αν τύχει και αρρω­στή­σει ο μικρός, θα πρέπει να ναυ­λώ­σουμε καΐκι για να τον πάμε σε νοσο­κο­μείο. Κι αν είναι κάλμα ο καιρός, θα το αντι­με­τω­πί­σουμε. Αν όχι, τι γίνεται;»

Το πρώτο πράγμα που μου έκανε εντύ­πωση στους Λειψούς ήταν τα πιτσι­ρί­κια. Είναι πολλά! Τα βλέπεις να παίζουν στα σοκάκια, στο λιμάνι, στο Πάρκο (έτσι λένε οι ντόπιοι την κεντρική πλατεία που φτιά­χτηκε με τη συν­δρομή των εν Αμερική και Αυστρα­λία απο­δή­μων συντο­πι­τών τους), στο προ­αύ­λιο της επι­βλη­τι­κής Πανα­γιάς του Χάρου. Και μάλιστα χωρίς φωνές, χωρίς παλιό­λογα (τα συνήθη της ηλικίας), χωρίς… χαλά­σματα. Την ώρα που η Ελλάδα (μαζί με την Ιταλία και τη Γερ­μα­νία) εμφα­νί­ζει τα πιο χαμηλά ποσοστά σε γεν­νή­σεις στην Ευρω­παϊκή Ενωση (8,5 ανά 1.000 κατοί­κους), το μικρό νησί των Δωδε­κα­νή­σων ακο­λου­θεί αντί­στροφη πορεία: κάτοι­κοι 784 (βάσει της απο­γρα­φής του 2011), παιδιά (έως 18 ετών) 200!

Τι συμ­βαί­νει, λοιπόν; «Δύσκολα θα βρείτε εδώ ζευγάρι που να έχει λιγό­τερα από τρία παιδιά», λέει ο νέος δήμαρ­χος Λειψών, Φώτης Μάγγος. Ο ίδιος και η σύζυγός του, Πελαγία Τσαλίκη, έχουν τέσσερα. «Δεν μπορώ να σας δώσω συγκε­κρι­μένη εξήγηση, μόνο εξ ιδίων να μιλήσω. Είναι πιο εύκολη η ζωή σε έναν τόπο όπως ο δικός μας. Ολα είναι λιγό­τερο πολύ­πλοκα. Καθόλου δεν υστε­ρούμε σε σχέση με την Αθήνα και άλλες μεγάλες πόλεις. Και που υπάρ­χουν εκεί περισ­σό­τε­ρες ευκαι­ρίες για μόρφωση και ψυχα­γω­γία, μήπως μπορούν να τις χαρούν οι άνθρω­ποι με την κρίση; Σε πολλές οικο­γέ­νειες δεν περισ­σεύ­ουν χρήματα ούτε για ένα σινεμά. Τα παιδιά πάνω απ’ όλα χρειά­ζο­νται τους γονείς τους. Εγώ ξέρω πως, αν συμβεί κάτι, σε πέντε λεπτά θα είμαι κοντά τους. Και αν θέλετε να μιλή­σουμε για ποιό­τητα ζωής, δεν αλλάζω με τίποτα το γεγονός ότι με την οικο­γέ­νειά μου μπο­ρούμε να απο­λαμ­βά­νουμε τη θάλασσα 160 μέρες το χρόνο…»

Αναφέρω το θέμα της απου­σίας γιατρού – μόνιμης πηγής άγχους για τις οικο­γέ­νειες του νησιού. «Αυτό είναι μεγάλο αγκάθι», λέει ο κ. Μάγγος. «Τα τελευ­ταία χρόνια πολλές ειδι­κό­τη­τες πέρασαν: αναι­σθη­σιο­λό­γος, ΩΡΛ, ακόμη και γυναι­κο­λό­γος. Αλλά παθο­λό­γος όχι. Κι ένας που ήρθε, δεν άντεξε, υπέβαλε παραί­τηση σε λίγους μήνες. Ποιος θα δεχτεί να εφη­με­ρεύει, στην πραγ­μα­τι­κό­τητα, 365 μέρες το χρόνο, όλο το 24ωρο, με 700 ευρώ μισθό; Η Λέρος, που δια­θέ­τει μεγάλο νοσο­κο­μείο και αερο­δρό­μιο, έχει προ­κη­ρύ­ξει 9 θέσεις αγρο­τι­κών γιατρών και δεν έχει ενδια­φερ­θεί κανείς. Θα έρθουν στους Λειψούς;»

«Δεν εγκα­τα­λεί­πουμε τον τόπο μας»

Η Αλε­ξάν­δρα Γαμπιέρη, μαθή­τρια της Β΄ Δημο­τι­κού, είναι πολύ ικα­νο­ποι­η­μένη αυτό το από­γευμα. Πρώτον, γιατί τα έβαλε με δυο γαϊ­δά­ρους, που είχαν μπει στο μπο­στάνι της γιαγιάς της και μασου­λού­σαν τα ζαρ­ζα­βα­τικά της. «Κατά­φερα και τους έδιωξα!» μας ανα­κοι­νώ­νει με υπε­ρη­φά­νεια. Δεύτερη αιτία της χαράς της είναι ότι βλέπει από κοντά πώς είναι ένα εικα­στικό ατελιέ. Περιερ­γά­ζε­ται τα πινέλα, τα σωλη­νά­ρια με τις μπογιές, τους καμ­βά­δες και στέ­κε­ται εκστα­σια­σμένη μπροστά σε έναν μεγάλο πίνακα με έντονα χρώματα. «Είναι σαν ζωντα­νός! Αυτήν τη μέρα θα τη θυμάμαι σε όλη μου τη ζωή», λέει. Βρι­σκό­μα­στε στο Γυμνά­σιο – Λύκειο Λειψών. Σ’ αυτό το μεγάλο κτίριο που βλέπει τη θάλασσα, «κρυμ­μένο» σ’ ένα δωμα­τιάκι βρί­σκε­ται το εργα­στή­ριο της Σοφίας Χάιτα, διευ­θύ­ντριας του σχο­λείου και ζωγρά­φου. Το έστησε εδώ για να διε­ρευ­νούν οι μαθητές τα… μυστή­ρια της καλ­λι­τε­χνι­κής δημιουρ­γίας.

ΕΛΛΑΔΑ 09:15

Λειψοί: κάτοι­κοι 784, παιδιά 200

ΤΑΣΟΥΛΑ ΕΠΤΑΚΟΙΛΗ

Φωτο­γρα­φίες: Βαγ­γέ­λης Ζαβός.3

Φωτο­γρα­φίες: Βαγ­γέ­λης Ζαβός.

Η Μαρίνα παίζει με την κούκλα της στην αυλή του σπιτιού της· τη χτε­νί­ζει, της μιλάει. Είναι οκτώ ετών, η μικρό­τερη από τα οκτώ παιδιά της οικο­γέ­νειας Παπα­δέ­λια. Η μητέρα της βγαίνει στο κατώφλι και μας καλη­σπε­ρί­ζει. Μας μιλάει για τα άλλα της παιδιά, για τη Σαββίνα που ονει­ρεύ­ε­ται να γίνει δασκάλα χορού και τη μεγάλη, τη δεκα­ε­ξά­χρονη Φιλίτσα, που θέλει να σπου­δά­σει Βιο­λο­γία· είναι καλή μαθή­τρια, κάνει την προ­σπά­θειά της χωρίς καμιά βοήθεια, χωρίς φρο­ντι­στή­ριο και ιδιαί­τερα μαθή­ματα. Πώς τα φέρνει βόλτα η ίδια με τόσα παιδιά; «Ε, δεν είναι και πολλά. Η προ­για­γιά του άντρα μου είχε γεν­νή­σει 24!»

H Βαρβάρα είναι η νεότερη δημότις Λειψών. Γεν­νή­θηκε πριν από λίγους μήνες, στις 30 Μαΐου, και πήρε το όνομα της Αγίας που στο νησί θεω­ρεί­ται προ­στά­τις των μωρών. Η μητέρα της, Μαρία Κλάψη, κατά­γε­ται από την Κάλυμνο. Είχε συγ­γε­νείς στους Λειψούς, σε ένα από τα ταξίδια της γνώρισε τον εργο­λάβο Χαρά­λα­μπο Μακρή, ερω­τεύ­τη­καν, παντρεύ­τη­καν και από Καλύ­μνια έγινε Λει­ψω­τίνα. «Είναι το πρώτο μας παιδί, αλλά θα κάνουμε κι άλλα, το έχουμε απο­φα­σί­σει – του­λά­χι­στον τρία», λέει γελώ­ντας η 24χρονη κοπέλα. «Αν αυτός ο τόπος δεν είναι ιδα­νι­κός για μια πολυ­μελή οικο­γέ­νεια, τότε ποιος είναι; Και μη μου πείτε κι εσείς αυτά που ακούμε από πολλούς, ότι το χειμώνα το νησί μας είναι ερημιά και δεν αντέ­χε­ται. Τότε είναι καλύ­τερα! Μαζευό­μα­στε τα βράδια στα σπίτια, ψήνουμε, τρα­γου­δάμε, νυχτε­ρεύ­ουμε. Μια τέτοια ζωή, ήρεμη και υγιή, θέλω να έχουν και τα παιδιά μου».

Ο Στράτος παρα­τη­ρεί και ανα­κα­λύ­πτει τον κόσμο από την αγκαλιά της μαμάς του, Ειρήνης Πονήρη. Πέντε μηνών βρέφος, ποζάρει με άνεση στο φακό του φωτο­γρά­φου μας – κάνει σκέρτσα, του γελά. «Είναι ωραίο να μεγα­λώ­νεις παιδιά εδώ», λέει η Ειρήνη. «Μέχρι τη στιγμή που κάποιο πρό­βλημα θα προ­κύ­ψει. Αν τύχει και αρρω­στή­σει ο μικρός, θα πρέπει να ναυ­λώ­σουμε καΐκι για να τον πάμε σε νοσο­κο­μείο. Κι αν είναι κάλμα ο καιρός, θα το αντι­με­τω­πί­σουμε. Αν όχι, τι γίνεται;»

Το πρώτο πράγμα που μου έκανε εντύ­πωση στους Λειψούς ήταν τα πιτσι­ρί­κια. Είναι πολλά! Τα βλέπεις να παίζουν στα σοκάκια, στο λιμάνι, στο Πάρκο (έτσι λένε οι ντόπιοι την κεντρική πλατεία που φτιά­χτηκε με τη συν­δρομή των εν Αμερική και Αυστρα­λία απο­δή­μων συντο­πι­τών τους), στο προ­αύ­λιο της επι­βλη­τι­κής Πανα­γιάς του Χάρου. Και μάλιστα χωρίς φωνές, χωρίς παλιό­λογα (τα συνήθη της ηλικίας), χωρίς… χαλά­σματα. Την ώρα που η Ελλάδα (μαζί με την Ιταλία και τη Γερ­μα­νία) εμφα­νί­ζει τα πιο χαμηλά ποσοστά σε γεν­νή­σεις στην Ευρω­παϊκή Ενωση (8,5 ανά 1.000 κατοί­κους), το μικρό νησί των Δωδε­κα­νή­σων ακο­λου­θεί αντί­στροφη πορεία: κάτοι­κοι 784 (βάσει της απο­γρα­φής του 2011), παιδιά (έως 18 ετών) 200!

Τι συμ­βαί­νει, λοιπόν; «Δύσκολα θα βρείτε εδώ ζευγάρι που να έχει λιγό­τερα από τρία παιδιά», λέει ο νέος δήμαρ­χος Λειψών, Φώτης Μάγγος. Ο ίδιος και η σύζυγός του, Πελαγία Τσαλίκη, έχουν τέσσερα. «Δεν μπορώ να σας δώσω συγκε­κρι­μένη εξήγηση, μόνο εξ ιδίων να μιλήσω. Είναι πιο εύκολη η ζωή σε έναν τόπο όπως ο δικός μας. Ολα είναι λιγό­τερο πολύ­πλοκα. Καθόλου δεν υστε­ρούμε σε σχέση με την Αθήνα και άλλες μεγάλες πόλεις. Και που υπάρ­χουν εκεί περισ­σό­τε­ρες ευκαι­ρίες για μόρφωση και ψυχα­γω­γία, μήπως μπορούν να τις χαρούν οι άνθρω­ποι με την κρίση; Σε πολλές οικο­γέ­νειες δεν περισ­σεύ­ουν χρήματα ούτε για ένα σινεμά. Τα παιδιά πάνω απ’ όλα χρειά­ζο­νται τους γονείς τους. Εγώ ξέρω πως, αν συμβεί κάτι, σε πέντε λεπτά θα είμαι κοντά τους. Και αν θέλετε να μιλή­σουμε για ποιό­τητα ζωής, δεν αλλάζω με τίποτα το γεγονός ότι με την οικο­γέ­νειά μου μπο­ρούμε να απο­λαμ­βά­νουμε τη θάλασσα 160 μέρες το χρόνο…»

Αναφέρω το θέμα της απου­σίας γιατρού – μόνιμης πηγής άγχους για τις οικο­γέ­νειες του νησιού. «Αυτό είναι μεγάλο αγκάθι», λέει ο κ. Μάγγος. «Τα τελευ­ταία χρόνια πολλές ειδι­κό­τη­τες πέρασαν: αναι­σθη­σιο­λό­γος, ΩΡΛ, ακόμη και γυναι­κο­λό­γος. Αλλά παθο­λό­γος όχι. Κι ένας που ήρθε, δεν άντεξε, υπέβαλε παραί­τηση σε λίγους μήνες. Ποιος θα δεχτεί να εφη­με­ρεύει, στην πραγ­μα­τι­κό­τητα, 365 μέρες το χρόνο, όλο το 24ωρο, με 700 ευρώ μισθό; Η Λέρος, που δια­θέ­τει μεγάλο νοσο­κο­μείο και αερο­δρό­μιο, έχει προ­κη­ρύ­ξει 9 θέσεις αγρο­τι­κών γιατρών και δεν έχει ενδια­φερ­θεί κανείς. Θα έρθουν στους Λειψούς;»

«Δεν εγκα­τα­λεί­πουμε τον τόπο μας»

Η Αλε­ξάν­δρα Γαμπιέρη, μαθή­τρια της Β΄ Δημο­τι­κού, είναι πολύ ικα­νο­ποι­η­μένη αυτό το από­γευμα. Πρώτον, γιατί τα έβαλε με δυο γαϊ­δά­ρους, που είχαν μπει στο μπο­στάνι της γιαγιάς της και μασου­λού­σαν τα ζαρ­ζα­βα­τικά της. «Κατά­φερα και τους έδιωξα!» μας ανα­κοι­νώ­νει με υπε­ρη­φά­νεια. Δεύτερη αιτία της χαράς της είναι ότι βλέπει από κοντά πώς είναι ένα εικα­στικό ατελιέ. Περιερ­γά­ζε­ται τα πινέλα, τα σωλη­νά­ρια με τις μπογιές, τους καμ­βά­δες και στέ­κε­ται εκστα­σια­σμένη μπροστά σε έναν μεγάλο πίνακα με έντονα χρώματα. «Είναι σαν ζωντα­νός! Αυτήν τη μέρα θα τη θυμάμαι σε όλη μου τη ζωή», λέει. Βρι­σκό­μα­στε στο Γυμνά­σιο – Λύκειο Λειψών. Σ’ αυτό το μεγάλο κτίριο που βλέπει τη θάλασσα, «κρυμ­μένο» σ’ ένα δωμα­τιάκι βρί­σκε­ται το εργα­στή­ριο της Σοφίας Χάιτα, διευ­θύ­ντριας του σχο­λείου και ζωγρά­φου. Το έστησε εδώ για να διε­ρευ­νούν οι μαθητές τα… μυστή­ρια της καλ­λι­τε­χνι­κής δημιουρ­γίας.

Η γλυκιά Σοφία δεν κατά­γε­ται από το νησί. Γεν­νή­θηκε από Ελληνες γονείς στο Γιο­χά­νε­σμπουργκ της Νότιας Αφρικής και ήρθε εδώ πριν από δεκαέξι χρόνια. Για λίγο – έτσι νόμιζε. «Αλλά έγινα Λει­ψω­τίνα από επιλογή», λέει. Δεν είναι η μονα­δική. Παρό­μοια ήταν και η πορεία της Σερ­ραίας Ελένης Γερ­μα­νί­δου, διευ­θύ­ντριας του Δημο­τι­κού Σχο­λείου. «Τα πρώτα χρόνια που διο­ρί­στηκα στους Λειψούς ήταν δύσκολα. Εμπαινε ο χει­μώ­νας και πνι­γό­μουν», παρα­δέ­χε­ται. «Τώρα πια έχω βρει τις ισορ­ρο­πίες μου. Απο­λαμ­βάνω και τη ζωή μου εδώ, και τη δουλειά μου. Τα περισ­σό­τερα παιδιά είναι πανέ­ξυ­πνα – έχουν εξαι­ρε­τικό μυαλό. Και είναι πολύ δεμένα με τον τόπο τους. Στην ελλη­νική επαρχία κάτι τέτοιο δεν είναι καθόλου δεδο­μένο». Πράγ­ματι. Η δεύτερη μεγάλη έκπληξη που μου επε­φύ­λαξε το νησί ήταν όταν συνει­δη­το­ποί­ησα ότι οι νέοι του θέλουν να φύγουν από τον τόπο τους, να μορ­φω­θούν, να απο­κτή­σουν δεξιό­τη­τες και εμπει­ρίες – μόνο και μόνο για να επι­στρέ­ψουν και να δημιουρ­γή­σουν κάτι δικό τους.

Στο ουζερί-εστιατόριο «Καλυψώ» μάς σερ­βί­ρει η Ισιδώρα Γρύλλη: έτσι μαζεύει χρήματα για το χειμώνα, καθώς σπου­δά­ζει τοπο­γρά­φος στην Αθήνα. Δεν ήταν κάτι που ανέ­κα­θεν ήθελε να κάνει. Αλλά στο νησί δεν υπάρχει τοπο­γρά­φος. Κι εκείνη απο­φά­σισε να δώσει προ­τε­ραιό­τητα στην επαγ­γελ­μα­τική της απο­κα­τά­σταση. Ποτέ δεν της πέρασε από το μυαλό να ζήσει κάπου αλλού; «Οχι», απαντά χωρίς να το σκεφτεί. «Πρέπει να στη­ρί­ξουμε τον τόπο μας. Αν τον εγκα­τα­λεί­ψουμε στην τύχη του, θα μας αφήσει κι αυτός». Την επόμενη μέρα, συναντώ την Ευαγ­γε­λία Γρύλλη. Ο πατέρας της, με τον συνε­ταίρο του Μανώλη Βαβουλά, είναι ιδιο­κτή­τες του μονα­δι­κού οινο­ποιείου του νησιού. Φέτος, η Ευαγ­γε­λία θα φύγει για σπουδές στο ΤΕΙ Οινο­λο­γίας, ώστε με το πτυχίο πια στα χέρια της να γυρίσει και να ανα­λά­βει δράση στην οικο­γε­νειακή επι­χεί­ρηση.

ΕΛΛΑΔΑ 09:15

Λειψοί: κάτοι­κοι 784, παιδιά 200

ΤΑΣΟΥΛΑ ΕΠΤΑΚΟΙΛΗ

Φωτο­γρα­φίες: Βαγ­γέ­λης Ζαβός.3

Φωτο­γρα­φίες: Βαγ­γέ­λης Ζαβός.

Η Μαρίνα παίζει με την κούκλα της στην αυλή του σπιτιού της· τη χτε­νί­ζει, της μιλάει. Είναι οκτώ ετών, η μικρό­τερη από τα οκτώ παιδιά της οικο­γέ­νειας Παπα­δέ­λια. Η μητέρα της βγαίνει στο κατώφλι και μας καλη­σπε­ρί­ζει. Μας μιλάει για τα άλλα της παιδιά, για τη Σαββίνα που ονει­ρεύ­ε­ται να γίνει δασκάλα χορού και τη μεγάλη, τη δεκα­ε­ξά­χρονη Φιλίτσα, που θέλει να σπου­δά­σει Βιο­λο­γία· είναι καλή μαθή­τρια, κάνει την προ­σπά­θειά της χωρίς καμιά βοήθεια, χωρίς φρο­ντι­στή­ριο και ιδιαί­τερα μαθή­ματα. Πώς τα φέρνει βόλτα η ίδια με τόσα παιδιά; «Ε, δεν είναι και πολλά. Η προ­για­γιά του άντρα μου είχε γεν­νή­σει 24!»

H Βαρβάρα είναι η νεότερη δημότις Λειψών. Γεν­νή­θηκε πριν από λίγους μήνες, στις 30 Μαΐου, και πήρε το όνομα της Αγίας που στο νησί θεω­ρεί­ται προ­στά­τις των μωρών. Η μητέρα της, Μαρία Κλάψη, κατά­γε­ται από την Κάλυμνο. Είχε συγ­γε­νείς στους Λειψούς, σε ένα από τα ταξίδια της γνώρισε τον εργο­λάβο Χαρά­λα­μπο Μακρή, ερω­τεύ­τη­καν, παντρεύ­τη­καν και από Καλύ­μνια έγινε Λει­ψω­τίνα. «Είναι το πρώτο μας παιδί, αλλά θα κάνουμε κι άλλα, το έχουμε απο­φα­σί­σει – του­λά­χι­στον τρία», λέει γελώ­ντας η 24χρονη κοπέλα. «Αν αυτός ο τόπος δεν είναι ιδα­νι­κός για μια πολυ­μελή οικο­γέ­νεια, τότε ποιος είναι; Και μη μου πείτε κι εσείς αυτά που ακούμε από πολλούς, ότι το χειμώνα το νησί μας είναι ερημιά και δεν αντέ­χε­ται. Τότε είναι καλύ­τερα! Μαζευό­μα­στε τα βράδια στα σπίτια, ψήνουμε, τρα­γου­δάμε, νυχτε­ρεύ­ουμε. Μια τέτοια ζωή, ήρεμη και υγιή, θέλω να έχουν και τα παιδιά μου».

Ο Στράτος παρα­τη­ρεί και ανα­κα­λύ­πτει τον κόσμο από την αγκαλιά της μαμάς του, Ειρήνης Πονήρη. Πέντε μηνών βρέφος, ποζάρει με άνεση στο φακό του φωτο­γρά­φου μας – κάνει σκέρτσα, του γελά. «Είναι ωραίο να μεγα­λώ­νεις παιδιά εδώ», λέει η Ειρήνη. «Μέχρι τη στιγμή που κάποιο πρό­βλημα θα προ­κύ­ψει. Αν τύχει και αρρω­στή­σει ο μικρός, θα πρέπει να ναυ­λώ­σουμε καΐκι για να τον πάμε σε νοσο­κο­μείο. Κι αν είναι κάλμα ο καιρός, θα το αντι­με­τω­πί­σουμε. Αν όχι, τι γίνεται;»

Το πρώτο πράγμα που μου έκανε εντύ­πωση στους Λειψούς ήταν τα πιτσι­ρί­κια. Είναι πολλά! Τα βλέπεις να παίζουν στα σοκάκια, στο λιμάνι, στο Πάρκο (έτσι λένε οι ντόπιοι την κεντρική πλατεία που φτιά­χτηκε με τη συν­δρομή των εν Αμερική και Αυστρα­λία απο­δή­μων συντο­πι­τών τους), στο προ­αύ­λιο της επι­βλη­τι­κής Πανα­γιάς του Χάρου. Και μάλιστα χωρίς φωνές, χωρίς παλιό­λογα (τα συνήθη της ηλικίας), χωρίς… χαλά­σματα. Την ώρα που η Ελλάδα (μαζί με την Ιταλία και τη Γερ­μα­νία) εμφα­νί­ζει τα πιο χαμηλά ποσοστά σε γεν­νή­σεις στην Ευρω­παϊκή Ενωση (8,5 ανά 1.000 κατοί­κους), το μικρό νησί των Δωδε­κα­νή­σων ακο­λου­θεί αντί­στροφη πορεία: κάτοι­κοι 784 (βάσει της απο­γρα­φής του 2011), παιδιά (έως 18 ετών) 200!

Τι συμ­βαί­νει, λοιπόν; «Δύσκολα θα βρείτε εδώ ζευγάρι που να έχει λιγό­τερα από τρία παιδιά», λέει ο νέος δήμαρ­χος Λειψών, Φώτης Μάγγος. Ο ίδιος και η σύζυγός του, Πελαγία Τσαλίκη, έχουν τέσσερα. «Δεν μπορώ να σας δώσω συγκε­κρι­μένη εξήγηση, μόνο εξ ιδίων να μιλήσω. Είναι πιο εύκολη η ζωή σε έναν τόπο όπως ο δικός μας. Ολα είναι λιγό­τερο πολύ­πλοκα. Καθόλου δεν υστε­ρούμε σε σχέση με την Αθήνα και άλλες μεγάλες πόλεις. Και που υπάρ­χουν εκεί περισ­σό­τε­ρες ευκαι­ρίες για μόρφωση και ψυχα­γω­γία, μήπως μπορούν να τις χαρούν οι άνθρω­ποι με την κρίση; Σε πολλές οικο­γέ­νειες δεν περισ­σεύ­ουν χρήματα ούτε για ένα σινεμά. Τα παιδιά πάνω απ’ όλα χρειά­ζο­νται τους γονείς τους. Εγώ ξέρω πως, αν συμβεί κάτι, σε πέντε λεπτά θα είμαι κοντά τους. Και αν θέλετε να μιλή­σουμε για ποιό­τητα ζωής, δεν αλλάζω με τίποτα το γεγονός ότι με την οικο­γέ­νειά μου μπο­ρούμε να απο­λαμ­βά­νουμε τη θάλασσα 160 μέρες το χρόνο…»

Αναφέρω το θέμα της απου­σίας γιατρού – μόνιμης πηγής άγχους για τις οικο­γέ­νειες του νησιού. «Αυτό είναι μεγάλο αγκάθι», λέει ο κ. Μάγγος. «Τα τελευ­ταία χρόνια πολλές ειδι­κό­τη­τες πέρασαν: αναι­σθη­σιο­λό­γος, ΩΡΛ, ακόμη και γυναι­κο­λό­γος. Αλλά παθο­λό­γος όχι. Κι ένας που ήρθε, δεν άντεξε, υπέβαλε παραί­τηση σε λίγους μήνες. Ποιος θα δεχτεί να εφη­με­ρεύει, στην πραγ­μα­τι­κό­τητα, 365 μέρες το χρόνο, όλο το 24ωρο, με 700 ευρώ μισθό; Η Λέρος, που δια­θέ­τει μεγάλο νοσο­κο­μείο και αερο­δρό­μιο, έχει προ­κη­ρύ­ξει 9 θέσεις αγρο­τι­κών γιατρών και δεν έχει ενδια­φερ­θεί κανείς. Θα έρθουν στους Λειψούς;»

«Δεν εγκα­τα­λεί­πουμε τον τόπο μας»

Η Αλε­ξάν­δρα Γαμπιέρη, μαθή­τρια της Β΄ Δημο­τι­κού, είναι πολύ ικα­νο­ποι­η­μένη αυτό το από­γευμα. Πρώτον, γιατί τα έβαλε με δυο γαϊ­δά­ρους, που είχαν μπει στο μπο­στάνι της γιαγιάς της και μασου­λού­σαν τα ζαρ­ζα­βα­τικά της. «Κατά­φερα και τους έδιωξα!» μας ανα­κοι­νώ­νει με υπε­ρη­φά­νεια. Δεύτερη αιτία της χαράς της είναι ότι βλέπει από κοντά πώς είναι ένα εικα­στικό ατελιέ. Περιερ­γά­ζε­ται τα πινέλα, τα σωλη­νά­ρια με τις μπογιές, τους καμ­βά­δες και στέ­κε­ται εκστα­σια­σμένη μπροστά σε έναν μεγάλο πίνακα με έντονα χρώματα. «Είναι σαν ζωντα­νός! Αυτήν τη μέρα θα τη θυμάμαι σε όλη μου τη ζωή», λέει. Βρι­σκό­μα­στε στο Γυμνά­σιο – Λύκειο Λειψών. Σ’ αυτό το μεγάλο κτίριο που βλέπει τη θάλασσα, «κρυμ­μένο» σ’ ένα δωμα­τιάκι βρί­σκε­ται το εργα­στή­ριο της Σοφίας Χάιτα, διευ­θύ­ντριας του σχο­λείου και ζωγρά­φου. Το έστησε εδώ για να διε­ρευ­νούν οι μαθητές τα… μυστή­ρια της καλ­λι­τε­χνι­κής δημιουρ­γίας.

Η γλυκιά Σοφία δεν κατά­γε­ται από το νησί. Γεν­νή­θηκε από Ελληνες γονείς στο Γιο­χά­νε­σμπουργκ της Νότιας Αφρικής και ήρθε εδώ πριν από δεκαέξι χρόνια. Για λίγο – έτσι νόμιζε. «Αλλά έγινα Λει­ψω­τίνα από επιλογή», λέει. Δεν είναι η μονα­δική. Παρό­μοια ήταν και η πορεία της Σερ­ραίας Ελένης Γερ­μα­νί­δου, διευ­θύ­ντριας του Δημο­τι­κού Σχο­λείου. «Τα πρώτα χρόνια που διο­ρί­στηκα στους Λειψούς ήταν δύσκολα. Εμπαινε ο χει­μώ­νας και πνι­γό­μουν», παρα­δέ­χε­ται. «Τώρα πια έχω βρει τις ισορ­ρο­πίες μου. Απο­λαμ­βάνω και τη ζωή μου εδώ, και τη δουλειά μου. Τα περισ­σό­τερα παιδιά είναι πανέ­ξυ­πνα – έχουν εξαι­ρε­τικό μυαλό. Και είναι πολύ δεμένα με τον τόπο τους. Στην ελλη­νική επαρχία κάτι τέτοιο δεν είναι καθόλου δεδο­μένο». Πράγ­ματι. Η δεύτερη μεγάλη έκπληξη που μου επε­φύ­λαξε το νησί ήταν όταν συνει­δη­το­ποί­ησα ότι οι νέοι του θέλουν να φύγουν από τον τόπο τους, να μορ­φω­θούν, να απο­κτή­σουν δεξιό­τη­τες και εμπει­ρίες – μόνο και μόνο για να επι­στρέ­ψουν και να δημιουρ­γή­σουν κάτι δικό τους.

Στο ουζερί-εστιατόριο «Καλυψώ» μάς σερ­βί­ρει η Ισιδώρα Γρύλλη: έτσι μαζεύει χρήματα για το χειμώνα, καθώς σπου­δά­ζει τοπο­γρά­φος στην Αθήνα. Δεν ήταν κάτι που ανέ­κα­θεν ήθελε να κάνει. Αλλά στο νησί δεν υπάρχει τοπο­γρά­φος. Κι εκείνη απο­φά­σισε να δώσει προ­τε­ραιό­τητα στην επαγ­γελ­μα­τική της απο­κα­τά­σταση. Ποτέ δεν της πέρασε από το μυαλό να ζήσει κάπου αλλού; «Οχι», απαντά χωρίς να το σκεφτεί. «Πρέπει να στη­ρί­ξουμε τον τόπο μας. Αν τον εγκα­τα­λεί­ψουμε στην τύχη του, θα μας αφήσει κι αυτός». Την επόμενη μέρα, συναντώ την Ευαγ­γε­λία Γρύλλη. Ο πατέρας της, με τον συνε­ταίρο του Μανώλη Βαβουλά, είναι ιδιο­κτή­τες του μονα­δι­κού οινο­ποιείου του νησιού. Φέτος, η Ευαγ­γε­λία θα φύγει για σπουδές στο ΤΕΙ Οινο­λο­γίας, ώστε με το πτυχίο πια στα χέρια της να γυρίσει και να ανα­λά­βει δράση στην οικο­γε­νειακή επι­χεί­ρηση.

«Να μας ξανα­θυ­μη­θείτε…»

Τελευ­ταίο βράδυ του ταξι­διού μας, σού­ρουπο. Μαζί με δεκάδες Λει­ψιώ­τες κάθε ηλικίας ανη­φο­ρί­ζουμε προς το Δημο­τικό Σχολείο. Στο υπαί­θριο θεα­τράκι του θα γίνει η παρου­σί­αση του βιβλίου «Μύθος, λατρεία, ταυ­τό­τη­τες: στο νησί της Καλυψώς» της Μαρι­λέ­νας Παπα­χρι­στο­φό­ρου, επί­κου­ρης καθη­γή­τριας στο Τμήμα Ιστο­ρίας και Αρχαιο­λο­γίας του Πανε­πι­στη­μίου Ιωαν­νί­νων. Η κυκλο­φο­ρία του έδωσε μεγάλη χαρά στους ντό­πιους, καθώς είναι η πρώτη εκτε­τα­μένη επι­στη­μο­νική έρευνα που δημο­σιεύ­ε­ται για το νησί τους (εκδό­σεις Παπα­ζήση). Αφη­γεί­ται την ιστορία του από το 1088 μ.Χ., έτος κατά το οποίο παρα­χω­ρή­θηκε από τον Βυζα­ντινό αυτο­κρά­τορα Αλέξιο Α΄ Κομνηνό στον όσιο Χρι­στό­δουλο, ιδρυτή της Μονής Πάτμου, έως σήμερα. Με τις ρίζες της αφή­γη­σης να φτάνουν πολύ πιο μακριά: στη μυθική Ωγυγία, την επι­κρά­τεια της θεάς Καλυψώς, η οποία σύμφωνα με το μύθο ζούσε εκεί…

Μετά το τέλος της παρου­σί­α­σης, μια μικρή γιορτή στή­νε­ται. Με παρα­δο­σια­κούς χορούς από τα παιδικά συγκρο­τή­ματα, με φιλικά πηγα­δά­κια, γέλια και μπόλικο γλυκό κόκκινο κρασί – από Φωκιανό, την κυρί­αρχη ποι­κι­λία των Λειψών. Χωρίς να ξέρω καλά-καλά γιατί, αισθά­νο­μαι συγκι­νη­μένη. Νιώθω τον παλμό ενός τόπου τον οποίο μέχρι πρό­τι­νος δεν γνώριζα και των ανθρώ­πων του· που σε μεγάλο βαθμό κρατούν τις παρα­δό­σεις και την πίστη τους, που αγω­νί­ζο­νται να επι­βιώ­σουν σε δύσκο­λες συγκυ­ρίες, που ακόμα ονει­ρεύ­ο­νται. Μια μαυ­ρο­ντυ­μένη γριούλα με πλη­σιά­ζει. Είναι η Θεο­λο­γία Πετρά­ντη, σχεδόν 80 ετών. Παίρνει τα χέρια μου και τα κρατάει σφιχτά ανάμεσα στα δικά της. «Να είσαι καλά, κόρη μου. Ευχα­ρι­στούμε που ήρθατε στο νησί μας. Να μας ξανα­θυ­μη­θείτε…».

Τι έχουν, τι τους λείπει

Η οικο­νο­μία των Λειψών είναι μεικτή. Οι περισ­σό­τε­ροι κάτοι­κοι έχουν δωμάτια που νοι­κιά­ζουν το καλο­καίρι ή εργά­ζο­νται σε του­ρι­στι­κές επι­χει­ρή­σεις. Παράλ­ληλα, έχουν μια βάρκα και ψαρεύ­ουν, εκτρέ­φουν αιγο­πρό­βατα για γάλα και κρέας, καλ­λιερ­γούν τα κτήματά τους για λάδι και λαχα­νικά. Οι δημό­σιοι υπάλ­λη­λοι, μαζί με τους δημο­τι­κούς, δεν ξεπερ­νούν τους 45.

Το νησί ευτύ­χησε, επί 28 χρόνια, να έχει δήμαρχο τον Μπενέτο Σπύρου, έναν άνθρωπο που μότο του έχει το «Δεν υπάρ­χουν άγονα νησιά, αλλά άγονα μυαλά» και έχει πολ­λά­κις εκφρά­σει την αντί­θεσή του «στη μονο­καλ­λιέρ­γεια του του­ρι­σμού». Στόχος του ήταν ο τόπος να ανα­πτυ­χθεί χωρίς να χάσει το χαρα­κτήρα του. Πολλοί ίσως απορούν που σε καμία παραλία δεν επι­τρέ­πο­νται ομπρέ­λες, ξαπλώ­στρες και καντί­νες. Ηταν μια επιλογή του που δικαιώ­θηκε. Αυτό που εκτιμά ο επι­σκέ­πτης στους Λειψούς είναι η δια­φο­ρε­τική προ­σέγ­γιση στο «του­ρι­στικό πακέτο», η αυθε­ντι­κό­τητα. «Δεν ζηλεύ­ουμε κανέναν, δεν θέλουμε να μοιά­σουμε σε κανέναν, επι­διώ­κουμε να ανα­δεί­ξουμε το δικό μας πρόσωπο, επι­ζη­τούμε ανά­πτυξη και οικο­νο­μία που να βασί­ζο­νται στην ιστορία της παρα­γω­γής του νησιού μας», λέει ο κ. Μπε­νέ­τος.

Με τον ίδιο επι­κε­φα­λής της δημο­τι­κής αρχής, οι Λειψοί κατά­φε­ραν να έχουν καλύψει σε υπο­δο­μές το 80% των βασικών τους αναγκών. Δια­θέ­τουν λιμνο­δε­ξα­μενή, πλήρες απο­χε­τευ­τικό δίκτυο, ασφαλ­το­στρω­μέ­νους δρόμους που εξα­σφα­λί­ζουν πρό­σβαση στις βασικές παρα­λίες, μαρίνα, σύστημα δια­χεί­ρι­σης στερεών και υγρών απο­βλή­των με βιο­λο­γικό καθα­ρι­σμό και χώρο υγειο­νο­μι­κής ταφής υπο­λειμ­μά­των, καθώς και ανα­κύ­κλωση (συγκα­τα­λέ­γο­νται, μάλιστα, ανάμεσα στους πέντε δήμους της χώρας με τα μεγα­λύ­τερα ποσοστά ανα­κύ­κλω­σης: γύρω στο 80%).

Ομως, δεν είναι όλα ρόδινα. Η οικο­νο­μική κρίση και η παρά­λογη συχνά νομο­θε­σία βάζουν τις δικές τους τρι­κλο­πο­διές… «Μετά τον “Καλ­λι­κράτη”, όταν η χρη­μα­το­δό­τηση από το κράτος έπεσε στο 1/3, άρχισαν τα προ­βλή­ματα», λέει ο νέος δήμαρ­χος, Φώτης Μάγγος. «Ο βιο­λο­γι­κός καθα­ρι­σμός χρειά­ζε­ται συντή­ρηση. Και η ανα­κύ­κλωση ανθρώ­πους που θα συγκε­ντρώ­σουν τα ανα­κυ­κλώ­σιμα υλικά και θα τα στεί­λουν εκεί που πρέπει. Το κόστος για όλα αυτά είναι μεγάλο. Και εκτός από την έλλειψη χρη­μά­των, αντι­με­τω­πί­ζουμε και τις αγκυ­λώ­σεις ενός κράτους που δεν μπορεί να κατα­λά­βει ότι μικρά νησιά όπως το δικό μας χρειά­ζο­νται ειδική μετα­χεί­ριση. Εδώ και χρόνια δια­θέ­τουμε δημο­τική συγκοι­νω­νία. Αλλά, σύμφωνα με το νόμο, δεν μπορεί το ίδιο άτομο να υπο­γρά­ψει δεύτερη δίμηνη σύμβαση σε μία χρονιά. Στους Λειψούς, δίπλωμα Δ΄ Κατη­γο­ρίας έχουν μόνο δύο άνθρω­ποι. Και πρό­σφατα ο ένας έφυγε, γιατί βρήκε αλλού δουλειά. Τι θα κάνουμε, λοιπόν; Θα κυκλο­φο­ρεί το λεω­φο­ρειάκι μας μόνο δύο μήνες το χρόνο;»

Καθη­με­ρινή

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.