Ρεπορτάζ

Τι λένε αυτοί που υπέγραψαν το «λουκέτο» στη Συνεταιριστική Τράπεζα Δωδεκανήσου

Στην Αντεισαγγελέα Πλημμελειοδικών Ρόδου κ. Μαρία Σοφία Βαΐτση χρεώθηκε από τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Ρόδου κ. Κώστα Μπούτσικο η ογκώδης δικογραφία που σχηματίστηκε, στα πλαίσια κατεπείγουσας προκαταρκτικής εξέτασης για τη διαπίστωση τυχόν τελέσεως του αδικήματος της παράβασης καθήκοντος από τα μέλη της Επιτροπής Πιστωτικών Ασφαλιστικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος, που αποφάσισαν την ανάκληση της άδειας λειτουργίας της Συνεταιριστικής Τράπεζας Δωδεκανήσου, την εκκαθάρισή της και το διορισμό ειδικού εκκαθαριστή.

Για την υπόθεση, όπως έγραψε η «δημοκρατική», έχουν καταθέσει, μεταξύ άλλων, οι πέντε Βουλευτές Δωδεκανήσου, που προτάθηκαν ως μάρτυρες κατηγορίας στη δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής, που υπέβαλαν ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Ρόδου και οι δικηγόροι κ.κ. Γ. Χαρίτος και Στ. Στεφανίδης, μεριδιούχοι.

Αφορμή για την προκαταρκτική έρευνα προκάλεσαν δημοσιεύματα από τα οποία προέκυπτε ότι η Τράπεζα της Ελλάδος επέλεξε το επαχθέστερο για την Συνεταιριστική Τράπεζα Δωδεκανήσου μέτρο, παρότι είχε ληφθεί μέριμνα για την αναβάθμιση του δείκτη κεφαλαιακής της επάρκειας στο 9% και για την πλήρη εξυγίανσή της.
Ελήφθησαν καταθέσεις από τους κ.κ. Γεώργιο Φρόνα, πρόεδρο, Κωνσταντίνο Κωσταρίδη, Α’ αντιπροέδρο, και Αντ. Μαγκαφά, γενικό διευθυντή.

Ανωμοτί καταθέσεις με τις οποίες αντικρούουν, τους ισχυρισμούς των μελών του διοικητικού συμβουλίου της τράπεζας έδωσαν ο πρώην πρόεδρος της Επιτροπής κ. Γ. Προβόπουλος και τα μέλη κ.κ Ιωάννης Παπαδάκης, Υποδιοικητής, Βασιλική Ζάκκα, προϊσταμένη της Διεύθυνσης Εποπτείας Πιστωτικού Συστήματος, Σπυρίδων Ζάρκος, προϊστάμενος της Διεύθυνσης Εποπτείας Ιδιωτικής Ασφάλισης και Μιχαήλ Μιχαλόπουλος, προϊστάμενος της Διεύθυνσης Εργασιών Δημοσίου.

Τα όσα κατέθεσαν οι ανωτέρω έχουν εξαιρετικό ενδιαφέρον:
Οι 5 ύποπτοι για κατηγορούμενοι, εκπροσωπούμενοι από τους δικηγόρους Αθηνών κ.κ. Ευάγγελο Πουρνάρα και Αντώνιο Παπαδημητρόπουλο, με πολυσέλιδο υπόμνημά τους αρνήθηκαν την κατηγορία της παράβασης καθήκοντος, που τους αποδίδεται, επισημαίνοντας ότι η Τράπεζα της Ελλάδος λειτουργεί με μόνο γνώμονα τη διαφύλαξη της σταθερότητας του χρηματοπιστωτικού συστήματος και της εμπιστοσύνης των καταθετών σε αυτό.

Υποστηρίζουν παραπέρα ότι η ανάκληση της άδειας της Συνεταιριστικής Τράπεζας Δωδεκανήσου και η θέση της σε εκκαθάριση, στο χρονικό σημείο που αυτή έλαβε χώρα, ήταν επιβεβλημένη καθώς, μεταξύ άλλων, η αδυναμία της να αναλάβει πρωτοβουλίες για την αποκατάσταση της διαπιστωμένης από την Τράπεζα της Ελλάδος κεφαλαιακής ανεπάρκειάς της, σε συνδυασμό με τη σημαντική επιδείνωση του χαρτοφυλακίου της, καθιστούσε δυσχερή και προβληματική τη συνέχιση λειτουργίας του ίδιου του πιστωτικού ιδρύματος.
Ισχυρίζονται μάλιστα ότι η συνέχιση λειτουργίας του πιστωτικού ιδρύματος θα δημιουργούσε άμεσα προβλήματα όχι μόνον στους καταθέτες, αλλά θα ενείχε και κινδύνους συστημικής φύσης για τα υπόλοιπα δραστηριοποιούμενα πιστωτικά ιδρύματα στην περιοχή, λόγω της άμεσης αλληλεξάρτησης μεταξύ τους.
Ισχυρίζονται μάλιστα ότι με την ανάκληση της άδειας λειτουργίας της Συνεταιριστικής Τράπεζας προστατεύτηκε και η τοπική οικονομία από τις δυσμενείς συνέπειες που θα είχε η συνεχιζόμενη λειτουργία του πιστωτικού ιδρύματος υπό καθεστώς ανεπάρκειας κεφαλαίων!.

Ενδιαφέρον έχει ακόμη και ο ισχυρισμός των ίδιων ότι στο πλαίσιο της προληπτικής εποπτείας από την Τράπεζα της Ελλάδος, τα προβλήματα της Συνεταιριστικής Τράπεζας είχαν, ήδη προ καιρού διαπιστωθεί στο πλαίσιο της διενέργειας επιτόπιων ειδικών ελέγχων και, είχαν συνταχθεί σχετικά πορίσματα ελέγχου των οποίων είχε λάβει γνώση.

Γίνεται συγκεκριμένα μνεία σε πόρισμα ελέγχου τον Αύγουστο του 2012 και υποστηρίζεται ότι τα προβλήματα κεφαλαιακής ανεπάρκειας της τράπεζας δεν ήταν καινούρια.
Υποστηρίζεται έτσι ότι η Τράπεζα της Ελλάδος, από το 2011 και μετά, οπότε η Συνεταιριστική Τράπεζα εμφάνισε προβλήματα στην κεφαλαιακή της επάρκεια μέσω των εγγράφων της, αλλά και μέσω επαφών με τους εκπροσώπους της, ζητούσε τη λήψη των αναγκαίων μέτρων.

Διατείνονται επιπλέον ότι μετά τον επιτόπιο έλεγχο που διενήργησε τον Ιούνιο του 2012 ζητήθηκε από την Συνεταιριστική να υποβάλει αναλυτικό χρονοδιάγραμμα ενεργειών για την αποκατάσταση των κεφαλαίων.
Ισχυρίζονται παραπέρα ότι τυχόν συνέχιση της λειτουργίας του πιστωτικού ιδρύματος θα είχε ως συνέπεια, σε περίπτωση, που σε μικρό χρονικό διάστημα τριών ή έξι μηνών ή ενός έτους η Συνεταιριστική ήταν αδύναμη κεφαλαιακά και ανακαλείτο η άδεια λειτουργίας της, να χαθούν τα χρήματα που οι επενδυτές εισέφεραν κατά την αύξηση του κεφαλαίου.

Διευκρινίζουν μάλιστα ότι τα χρήματα τα οποία θα είχαν επενδυθεί για την αγορά συνεταιριστικών μερίδων κατά την αύξηση του συνεταιριστικού κεφαλαίου θα συμπεριλαμβάνονταν στα ίδια κεφάλαια της Τράπεζας και θα παρέμεναν στην περιουσία του υπό εκκαθάριση πιστωτικού ιδρύματος σε περίπτωση ανάκλησης της άδειας λειτουργίας του.

Κατά συνέπεια για την ικανοποίηση της σχετικής απαίτησης των συνεταίρων από την πτωχευτική περιουσία, εφαρμόζονται στις περιπτώσεις αυτές, οι κανόνες του Πτωχευτικού Δικαίου.
Επίσης, διατείνονται ότι στην υποθετική περίπτωση που δεν ανακαλείτο αμέσως η άδεια λειτουργίας του πιστωτικού ιδρύματος, για το χρονικό διάστημα της λειτουργίας του, οι συνεταίροι δεν θα μπορούσαν ουσιαστικά να αποχωρήσουν από αυτό αφού δεν θα εξοφλούντο οι συνεταιριστικές τους μερίδες.
Ιδιαίτερη μνεία γίνεται επίσης στο σχέδιο ενδεχόμενης συγχώνευσης με την Παγκρήτια Συνεταιριστική Τράπεζα και με τη Συνεταιριστική Τράπεζα Δράμας.

Υποστηρίζουν ότι η Τράπεζα της Ελλάδος κατέστησε σαφές ότι δεν μπορεί να εξετασθεί στην παρούσα συγκυρία, δεδομένου ότι και οι δύο αναφερόμενες τράπεζες καλύπτουν οριακά τις ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις. Κατά συνέπεια, η μεταξύ τους συγχώνευση θα οδηγούσε σε έναν τραπεζικό οργανισμό του οποίου τα ίδια κεφάλαια δεν θα ήταν επαρκή σύμφωνα με το ισχύον θεσμικό πλαίσιο.
Αναφερόμενοι στον ισχυρισμό της Συνεταιριστικής ότι δεν της δόθηκε χρόνος λίγων ημερών για να αυξήσει την κεφαλαιακή της επάρκεια με 4,8 εκατ. ευρώ από επενδυτές που ήταν πρόθυμοι να βοηθήσουν, υποστηρίζουν ότι τα ονόματα των επενδυτών αυτών δεν γνωστοποιήθηκαν στην Τράπεζα της Ελλάδος.

Ισχυρίζονται συγκεκριμένα ότι σε τηλεφωνική επικοινωνία στελεχών της Τράπεζας της Ελλάδος με στελέχη της Συνεταιριστικής ζητήθηκε να αποσταλούν πιο επίσημα και δεσμευτικά στοιχεία των ενδιαφερομένων εντός της 7ης Δεκεμβρίου (ενδεικτικώς υπογεγραμμένες δηλώσεις προθέσεων και υπόλοιπα σε καταθετικούς λογαριασμούς των υποψήφιων επενδυτών καθώς και τα στοιχεία ταυτότητας αυτών), προκειμένου να αξιολογηθεί η ακρίβεια των ισχυρισμών της και η σοβαρότητα των προθέσεων των υποψήφιων επενδυτών και τέλος να τεθεί υπόψη των αρμοδίων οργάνων της Τράπεζα της Ελλάδος το σχετικό αίτημα παράτασης λειτουργίας της Συνεταιριστικής Τράπεζας.

Ισχυρίζονται κατηγορηματικώς ότι εκπρόσωποι της Συνεταιριστικής δεν απέστειλαν ούτε προσκόμισαν οποιοδήποτε συγκεκριμένο στοιχείο που να αποδεικνύει ότι πραγματικά υπήρχαν ενδιαφερόμενοι επενδυτές, ούτως ώστε αυτό να τεθεί υπόψη της αρμόδιας Επιτροπής και να εξεταστεί το ενδεχόμενο της χορήγησης περαιτέρω πενθήμερης παράτασης για τη συγκέντρωση των κεφαλαίων.

Με το ίδιο υπόμνημα τους και με επίκληση αποσπασμάτων από το ενημερωτικό δελτίο της Συνεταιριστικής Τράπεζας του 2013 υποστηρίζουν ότι το πιστωτικό ίδρυμα γνώριζε πολύ καλά, και μάλιστα πολύ καιρό πριν από την ανάκληση της άδειας λειτουργίας του, αφενός το σοβαρό πρόβλημα της υποκεφαλαιοποίησής του και αφετέρου το ενδεχόμενο ανάκλησης της άδειας λειτουργίας του.

Η Συνεταιριστική φέρεται μάλιστα να δέχεται ότι στις 30.6.2013 ο δείκτης των ρευστών διαθεσίμων ανερχόταν σε 5,99% αντί 20%, που είναι ο ελάχιστος αποδεκτός δείκτης με βάση το ισχύον θεσμικό πλαίσιο.
Θεωρούν παραπέρα ότι ενώ ήταν γνωστά τα οικονομικά προβλήματα, αυτά αντιμετωπίστηκαν με τρόπο αναποτελεσματικό, ενώ ισχυρίζονται ότι έγινε χρήση και «λογιστικών τρίκ».

Επαναλαμβάνουν ότι η απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος για την ανάκληση της άδειας λειτουργίας της Συνεταιριστικής Τράπεζας, ήταν το μόνο πρόσφορο και αναγκαίο μέτρο για τη διασφάλιση του δημοσίου συμφέροντος.
Διατείνονται επιπλέον ότι ελήφθη υπόψιν η αδυναμία αύξησης των ιδίων κεφαλαίων, το υψηλό ποσοστό καθυστερήσεων καθώς και η αναποτελεσματικότητα της Συνεταιριστικής Τράπεζας να παραμείνει βιώσιμη.

Τα ως άνω δεδομένα, σε συνδυασμό με την παροχή εκ μέρους της Τράπεζας της Ελλάδος εύλογου -στο βαθμό που να μην τίθενται σε κίνδυνο τα συμφέροντα των καταθετών- χρόνου για την αποκατάσταση των προβλημάτων, η παράλειψη λήψης αποτελεσματικών μέτρων για την αντιμετώπιση της υποκεφαλαιοποίησης εκ μέρους της Συνεταιριστικής αλλά κυρίως και οι μη διαφαινόμενες θετικές προοπτικές στην ποιότητα του δανειακού της χαρτοφυλακίου και στην εύρεση κεφαλαίων, που θα μπορούσαν να ανατρέψουν τη δυσμενή και μη βιώσιμη θέση της, οδήγησαν, όπως υποστηρίζουν, την Τράπεζα της Ελλάδος να λάβει την απόφαση για ανάκληση της αδείας της.

Τονίζουν ακόμη ότι συνεκτιμήθηκε επίσης ότι υπό το πρίσμα των συνθηκών η αποκατάσταση της κεφαλαιακής επάρκειας ή η λήψη άλλων ισοδύναμων μέτρων σε εύλογο χρονικό διάστημα ήταν αδύνατη, ενώ ο διορισμός Επιτρόπου δεν θα μπορούσε να ωφελήσει παρά μόνο την προετοιμασία της για την ανάκληση της άδειας λειτουργίας του πιστωτικού ιδρύματος.

Σχολιασμός Άρθρου

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται.

Σχολιασμός άρθρου