ΡΕΠΟΡΤΑΖ

Τι λένε αυτοί που υπέγραψαν το «λουκέτο» στη Συνεταιριστική Τράπεζα Δωδεκανήσου

Δαμιανός Αθανασίου 1 λεπτό ανάγνωση
Τράπεζα Δωδεκανήσου

Στην Αντει­σαγ­γε­λέα Πλημ­με­λειο­δι­κών Ρόδου κ. Μαρία Σοφία Βα­ΐ­τση χρε­ώ­θη­κε από τον Ει­σαγ­γε­λέα Πλημ­με­λειο­δι­κών Ρόδου κ. Κώστα Μπού­τσι­κο η ογκώ­δης δι­κο­γρα­φία που σχη­μα­τί­στη­κε, στα πλαί­σια κα­τε­πεί­γου­σας προ­κα­ταρ­κτι­κής εξέ­τα­σης για τη δια­πί­στω­ση τυχόν τε­λέ­σε­ως του αδι­κή­μα­τος της πα­ρά­βα­σης κα­θή­κο­ντος από τα μέλη της Επι­τρο­πής Πι­στω­τι­κών Ασφα­λι­στι­κών Θε­μά­των της Τρά­πε­ζας της Ελ­λά­δος, που απο­φά­σι­σαν την ανά­κλη­ση της άδειας λει­τουρ­γί­ας της Συ­νε­ται­ρι­στι­κής Τρά­πε­ζας Δω­δε­κα­νή­σου, την εκ­κα­θά­ρι­σή της και το διο­ρι­σμό ει­δι­κού εκ­κα­θα­ρι­στή.

Για την υπό­θε­ση, όπως έγρα­ψε η «δη­μο­κρα­τι­κή», έχουν κα­τα­θέ­σει, με­τα­ξύ άλλων, οι πέντε Βου­λευ­τές Δω­δε­κα­νή­σου, που προ­τά­θη­καν ως μάρ­τυ­ρες κα­τη­γο­ρί­ας στη δή­λω­ση πα­ρά­στα­σης πο­λι­τι­κής αγω­γής, που υπέ­βα­λαν ενώ­πιον του Ει­σαγ­γε­λέα Πλημ­με­λειο­δι­κών Ρόδου και οι δι­κη­γό­ροι κ.κ. Γ. Χα­ρί­τος και Στ. Στε­φα­νί­δης, με­ρι­διού­χοι.

Αφορ­μή για την προ­κα­ταρ­κτι­κή έρευ­να προ­κά­λε­σαν δη­μο­σιεύ­μα­τα από τα οποία προ­έ­κυ­πτε ότι η Τρά­πε­ζα της Ελ­λά­δος επέ­λε­ξε το επα­χθέ­στε­ρο για την Συ­νε­ται­ρι­στι­κή Τρά­πε­ζα Δω­δε­κα­νή­σου μέτρο, πα­ρό­τι είχε λη­φθεί μέ­ρι­μνα για την ανα­βάθ­μι­ση του δεί­κτη κε­φα­λαια­κής της επάρ­κειας στο 9% και για την πλήρη εξυ­γί­αν­σή της.

Ελή­φθη­σαν κα­τα­θέ­σεις από τους κ.κ. Γε­ώρ­γιο Φρόνα, πρό­ε­δρο, Κων­στα­ντί­νο Κω­στα­ρί­δη, Α’ αντι­προ­έ­δρο, και Αντ. Μα­γκα­φά, γε­νι­κό διευ­θυ­ντή.

Ανω­μο­τί κα­τα­θέ­σεις με τις οποί­ες αντι­κρού­ουν, τους ισχυ­ρι­σμούς των μελών του διοι­κη­τι­κού συμ­βου­λί­ου της τρά­πε­ζας έδω­σαν ο πρώην πρό­ε­δρος της Επι­τρο­πής κ. Γ. Προ­βό­που­λος και τα μέλη κ.κ Ιω­άν­νης Πα­πα­δά­κης, Υπο­διοι­κη­τής, Βα­σι­λι­κή Ζάκκα, προϊ­στα­μέ­νη της Διεύ­θυν­σης Επο­πτεί­ας Πι­στω­τι­κού Συ­στή­μα­τος, Σπυ­ρί­δων Ζάρ­κος, προϊ­στά­με­νος της Διεύ­θυν­σης Επο­πτεί­ας Ιδιω­τι­κής Ασφά­λι­σης και Μι­χα­ήλ Μι­χα­λό­που­λος, προϊ­στά­με­νος της Διεύ­θυν­σης Ερ­γα­σιών Δη­μο­σί­ου.

Τα όσα κα­τέ­θε­σαν οι ανω­τέ­ρω έχουν εξαι­ρε­τι­κό εν­δια­φέ­ρον:

Οι 5 ύπο­πτοι για κα­τη­γο­ρού­με­νοι, εκ­προ­σω­πού­με­νοι από τους δι­κη­γό­ρους Αθη­νών κ.κ. Ευάγ­γε­λο Πουρ­νά­ρα και Αντώ­νιο Πα­πα­δη­μη­τρό­που­λο, με πο­λυ­σέ­λι­δο υπό­μνη­μά τους αρ­νή­θη­καν την κα­τη­γο­ρία της πα­ρά­βα­σης κα­θή­κο­ντος, που τους απο­δί­δε­ται, επι­ση­μαί­νο­ντας ότι η Τρά­πε­ζα της Ελ­λά­δος λει­τουρ­γεί με μόνο γνώ­μο­να τη δια­φύ­λα­ξη της στα­θε­ρό­τη­τας του χρη­μα­το­πι­στω­τι­κού συ­στή­μα­τος και της εμπι­στο­σύ­νης των κα­τα­θε­τών σε αυτό.

Υπο­στη­ρί­ζουν πα­ρα­πέ­ρα ότι η ανά­κλη­ση της άδειας της Συ­νε­ται­ρι­στι­κής Τρά­πε­ζας Δω­δε­κα­νή­σου και η θέση της σε εκ­κα­θά­ρι­ση, στο χρο­νι­κό ση­μείο που αυτή έλαβε χώρα, ήταν επι­βε­βλη­μέ­νη καθώς, με­τα­ξύ άλλων, η αδυ­να­μία της να ανα­λά­βει πρω­το­βου­λί­ες για την απο­κα­τά­στα­ση της δια­πι­στω­μέ­νης από την Τρά­πε­ζα της Ελ­λά­δος κε­φα­λαια­κής ανε­πάρ­κειάς της, σε συν­δυα­σμό με τη ση­μα­ντι­κή επι­δεί­νω­ση του χαρ­το­φυ­λα­κί­ου της, κα­θι­στού­σε δυ­σχε­ρή και προ­βλη­μα­τι­κή τη συ­νέ­χι­ση λει­τουρ­γί­ας του ίδιου του πι­στω­τι­κού ιδρύ­μα­τος.

Ισχυ­ρί­ζο­νται μά­λι­στα ότι η συ­νέ­χι­ση λει­τουρ­γί­ας του πι­στω­τι­κού ιδρύ­μα­τος θα δη­μιουρ­γού­σε άμεσα προ­βλή­μα­τα όχι μόνον στους κα­τα­θέ­τες, αλλά θα ενεί­χε και κιν­δύ­νους συ­στη­μι­κής φύσης για τα υπό­λοι­πα δρα­στη­ριο­ποιού­με­να πι­στω­τι­κά ιδρύ­μα­τα στην πε­ριο­χή, λόγω της άμε­σης αλ­λη­λε­ξάρ­τη­σης με­τα­ξύ τους.

Ισχυ­ρί­ζο­νται μά­λι­στα ότι με την ανά­κλη­ση της άδειας λει­τουρ­γί­ας της Συ­νε­ται­ρι­στι­κής Τρά­πε­ζας προ­στα­τεύ­τη­κε και η το­πι­κή οι­κο­νο­μία από τις δυ­σμε­νείς συ­νέ­πειες που θα είχε η συ­νε­χι­ζό­με­νη λει­τουρ­γία του πι­στω­τι­κού ιδρύ­μα­τος υπό κα­θε­στώς ανε­πάρ­κειας κε­φα­λαί­ων!.

Εν­δια­φέ­ρον έχει ακόμη και ο ισχυ­ρι­σμός των ίδιων ότι στο πλαί­σιο της προ­λη­πτι­κής επο­πτεί­ας από την Τρά­πε­ζα της Ελ­λά­δος, τα προ­βλή­μα­τα της Συ­νε­ται­ρι­στι­κής Τρά­πε­ζας είχαν, ήδη προ και­ρού δια­πι­στω­θεί στο πλαί­σιο της διε­νέρ­γειας επι­τό­πιων ει­δι­κών ελέγ­χων και, είχαν συ­ντα­χθεί σχε­τι­κά πο­ρί­σμα­τα ελέγ­χου των οποί­ων είχε λάβει γνώση.

Γί­νε­ται συ­γκε­κρι­μέ­να μνεία σε πό­ρι­σμα ελέγ­χου τον Αύ­γου­στο του 2012 και υπο­στη­ρί­ζε­ται ότι τα προ­βλή­μα­τα κε­φα­λαια­κής ανε­πάρ­κειας της τρά­πε­ζας δεν ήταν και­νού­ρια.

Υπο­στη­ρί­ζε­ται έτσι ότι η Τρά­πε­ζα της Ελ­λά­δος, από το 2011 και μετά, οπότε η Συ­νε­ται­ρι­στι­κή Τρά­πε­ζα εμ­φά­νι­σε προ­βλή­μα­τα στην κε­φα­λαια­κή της επάρ­κεια μέσω των εγ­γρά­φων της, αλλά και μέσω επα­φών με τους εκ­προ­σώ­πους της, ζη­τού­σε τη λήψη των ανα­γκαί­ων μέ­τρων.

Δια­τεί­νο­νται επι­πλέ­ον ότι μετά τον επι­τό­πιο έλεγ­χο που διε­νήρ­γη­σε τον Ιού­νιο του 2012 ζη­τή­θη­κε από την Συ­νε­ται­ρι­στι­κή να υπο­βά­λει ανα­λυ­τι­κό χρο­νο­διά­γραμ­μα ενερ­γειών για την απο­κα­τά­στα­ση των κε­φα­λαί­ων.

Ισχυ­ρί­ζο­νται πα­ρα­πέ­ρα ότι τυχόν συ­νέ­χι­ση της λει­τουρ­γί­ας του πι­στω­τι­κού ιδρύ­μα­τος θα είχε ως συ­νέ­πεια, σε πε­ρί­πτω­ση, που σε μικρό χρο­νι­κό διά­στη­μα τριών ή έξι μηνών ή ενός έτους η Συ­νε­ται­ρι­στι­κή ήταν αδύ­να­μη κε­φα­λαια­κά και ανα­κα­λεί­το η άδεια λει­τουρ­γί­ας της, να χα­θούν τα χρή­μα­τα που οι επεν­δυ­τές ει­σέ­φε­ραν κατά την αύ­ξη­ση του κε­φα­λαί­ου.

Διευ­κρι­νί­ζουν μά­λι­στα ότι τα χρή­μα­τα τα οποία θα είχαν επεν­δυ­θεί για την αγορά συ­νε­ται­ρι­στι­κών με­ρί­δων κατά την αύ­ξη­ση του συ­νε­ται­ρι­στι­κού κε­φα­λαί­ου θα συ­μπε­ρι­λαμ­βά­νο­νταν στα ίδια κε­φά­λαια της Τρά­πε­ζας και θα πα­ρέ­με­ναν στην πε­ριου­σία του υπό εκ­κα­θά­ρι­ση πι­στω­τι­κού ιδρύ­μα­τος σε πε­ρί­πτω­ση ανά­κλη­σης της άδειας λει­τουρ­γί­ας του.

Κατά συ­νέ­πεια για την ικα­νο­ποί­η­ση της σχε­τι­κής απαί­τη­σης των συ­νε­ταί­ρων από την πτω­χευ­τι­κή πε­ριου­σία, εφαρ­μό­ζο­νται στις πε­ρι­πτώ­σεις αυτές, οι κα­νό­νες του Πτω­χευ­τι­κού Δι­καί­ου.

Επί­σης, δια­τεί­νο­νται ότι στην υπο­θε­τι­κή πε­ρί­πτω­ση που δεν ανα­κα­λεί­το αμέ­σως η άδεια λει­τουρ­γί­ας του πι­στω­τι­κού ιδρύ­μα­τος, για το χρο­νι­κό διά­στη­μα της λει­τουρ­γί­ας του, οι συ­νε­ταί­ροι δεν θα μπο­ρού­σαν ου­σια­στι­κά να απο­χω­ρή­σουν από αυτό αφού δεν θα εξο­φλού­ντο οι συ­νε­ται­ρι­στι­κές τους με­ρί­δες.

Ιδιαί­τε­ρη μνεία γί­νε­ται επί­σης στο σχέ­διο εν­δε­χό­με­νης συγ­χώ­νευ­σης με την Πα­γκρή­τια Συ­νε­ται­ρι­στι­κή Τρά­πε­ζα και με τη Συ­νε­ται­ρι­στι­κή Τρά­πε­ζα Δρά­μας.

Υπο­στη­ρί­ζουν ότι η Τρά­πε­ζα της Ελ­λά­δος κα­τέ­στη­σε σαφές ότι δεν μπο­ρεί να εξε­τα­σθεί στην πα­ρού­σα συ­γκυ­ρία, δε­δο­μέ­νου ότι και οι δύο ανα­φε­ρό­με­νες τρά­πε­ζες κα­λύ­πτουν ορια­κά τις ελά­χι­στες κε­φα­λαια­κές απαι­τή­σεις. Κατά συ­νέ­πεια, η με­τα­ξύ τους συγ­χώ­νευ­ση θα οδη­γού­σε σε έναν τρα­πε­ζι­κό ορ­γα­νι­σμό του οποί­ου τα ίδια κε­φά­λαια δεν θα ήταν επαρ­κή σύμ­φω­να με το ισχύ­ον θε­σμι­κό πλαί­σιο.

Ανα­φε­ρό­με­νοι στον ισχυ­ρι­σμό της Συ­νε­ται­ρι­στι­κής ότι δεν της δό­θη­κε χρό­νος λίγων ημε­ρών για να αυ­ξή­σει την κε­φα­λαια­κή της επάρ­κεια με 4,8 εκατ. ευρώ από επεν­δυ­τές που ήταν πρό­θυ­μοι να βοη­θή­σουν, υπο­στη­ρί­ζουν ότι τα ονό­μα­τα των επεν­δυ­τών αυτών δεν γνω­στο­ποι­ή­θη­καν στην Τρά­πε­ζα της Ελ­λά­δος.

Ισχυ­ρί­ζο­νται συ­γκε­κρι­μέ­να ότι σε τη­λε­φω­νι­κή επι­κοι­νω­νία στε­λε­χών της Τρά­πε­ζας της Ελ­λά­δος με στε­λέ­χη της Συ­νε­ται­ρι­στι­κής ζη­τή­θη­κε να απο­στα­λούν πιο επί­ση­μα και δε­σμευ­τι­κά στοι­χεία των εν­δια­φε­ρο­μέ­νων εντός της 7ης Δε­κεμ­βρί­ου (εν­δει­κτι­κώς υπο­γε­γραμ­μέ­νες δη­λώ­σεις προ­θέ­σε­ων και υπό­λοι­πα σε κα­τα­θε­τι­κούς λο­γα­ρια­σμούς των υπο­ψή­φιων επεν­δυ­τών καθώς και τα στοι­χεία ταυ­τό­τη­τας αυτών), προ­κει­μέ­νου να αξιο­λο­γη­θεί η ακρί­βεια των ισχυ­ρι­σμών της και η σο­βα­ρό­τη­τα των προ­θέ­σε­ων των υπο­ψή­φιων επεν­δυ­τών και τέλος να τεθεί υπόψη των αρ­μο­δί­ων ορ­γά­νων της Τρά­πε­ζα της Ελ­λά­δος το σχε­τι­κό αί­τη­μα πα­ρά­τα­σης λει­τουρ­γί­ας της Συ­νε­ται­ρι­στι­κής Τρά­πε­ζας.

Ισχυ­ρί­ζο­νται κα­τη­γο­ρη­μα­τι­κώς ότι εκ­πρό­σω­ποι της Συ­νε­ται­ρι­στι­κής δεν απέ­στει­λαν ούτε προ­σκό­μι­σαν οποιο­δή­πο­τε συ­γκε­κρι­μέ­νο στοι­χείο που να απο­δει­κνύ­ει ότι πραγ­μα­τι­κά υπήρ­χαν εν­δια­φε­ρό­με­νοι επεν­δυ­τές, ούτως ώστε αυτό να τεθεί υπόψη της αρ­μό­διας Επι­τρο­πής και να εξε­τα­στεί το εν­δε­χό­με­νο της χο­ρή­γη­σης πε­ραι­τέ­ρω πεν­θή­με­ρης πα­ρά­τα­σης για τη συ­γκέ­ντρω­ση των κε­φα­λαί­ων.

Με το ίδιο υπό­μνη­μα τους και με επί­κλη­ση απο­σπα­σμά­των από το ενη­με­ρω­τι­κό δελ­τίο της Συ­νε­ται­ρι­στι­κής Τρά­πε­ζας του 2013 υπο­στη­ρί­ζουν ότι το πι­στω­τι­κό ίδρυ­μα γνώ­ρι­ζε πολύ καλά, και μά­λι­στα πολύ καιρό πριν από την ανά­κλη­ση της άδειας λει­τουρ­γί­ας του, αφε­νός το σο­βα­ρό πρό­βλη­μα της υπο­κε­φα­λαιο­ποί­η­σής του και αφε­τέ­ρου το εν­δε­χό­με­νο ανά­κλη­σης της άδειας λει­τουρ­γί­ας του.

Η Συ­νε­ται­ρι­στι­κή φέ­ρε­ται μά­λι­στα να δέ­χε­ται ότι στις 30.6.2013 ο δεί­κτης των ρευ­στών δια­θε­σί­μων ανερ­χό­ταν σε 5,99% αντί 20%, που είναι ο ελά­χι­στος απο­δε­κτός δεί­κτης με βάση το ισχύ­ον θε­σμι­κό πλαί­σιο.

Θε­ω­ρούν πα­ρα­πέ­ρα ότι ενώ ήταν γνω­στά τα οι­κο­νο­μι­κά προ­βλή­μα­τα, αυτά αντι­με­τω­πί­στη­καν με τρόπο ανα­πο­τε­λε­σμα­τι­κό, ενώ ισχυ­ρί­ζο­νται ότι έγινε χρήση και «λο­γι­στι­κών τρίκ».

Επα­να­λαμ­βά­νουν ότι η από­φα­ση της Τρά­πε­ζας της Ελ­λά­δος για την ανά­κλη­ση της άδειας λει­τουρ­γί­ας της Συ­νε­ται­ρι­στι­κής Τρά­πε­ζας, ήταν το μόνο πρό­σφο­ρο και ανα­γκαίο μέτρο για τη δια­σφά­λι­ση του δη­μο­σί­ου συμ­φέ­ρο­ντος.

Δια­τεί­νο­νται επι­πλέ­ον ότι ελή­φθη υπό­ψιν η αδυ­να­μία αύ­ξη­σης των ιδίων κε­φα­λαί­ων, το υψηλό πο­σο­στό κα­θυ­στε­ρή­σε­ων καθώς και η ανα­πο­τε­λε­σμα­τι­κό­τη­τα της Συ­νε­ται­ρι­στι­κής Τρά­πε­ζας να πα­ρα­μεί­νει βιώ­σι­μη.

Τα ως άνω δε­δο­μέ­να, σε συν­δυα­σμό με την πα­ρο­χή εκ μέ­ρους της Τρά­πε­ζας της Ελ­λά­δος εύ­λο­γου -στο βαθμό που να μην τί­θε­νται σε κίν­δυ­νο τα συμ­φέ­ρο­ντα των κα­τα­θε­τών- χρό­νου για την απο­κα­τά­στα­ση των προ­βλη­μά­των, η πα­ρά­λει­ψη λήψης απο­τε­λε­σμα­τι­κών μέ­τρων για την αντι­με­τώ­πι­ση της υπο­κε­φα­λαιο­ποί­η­σης εκ μέ­ρους της Συ­νε­ται­ρι­στι­κής αλλά κυ­ρί­ως και οι μη δια­φαι­νό­με­νες θε­τι­κές προ­ο­πτι­κές στην ποιό­τη­τα του δα­νεια­κού της χαρ­το­φυ­λα­κί­ου και στην εύ­ρε­ση κε­φα­λαί­ων, που θα μπο­ρού­σαν να ανα­τρέ­ψουν τη δυ­σμε­νή και μη βιώ­σι­μη θέση της, οδή­γη­σαν, όπως υπο­στη­ρί­ζουν, την Τρά­πε­ζα της Ελ­λά­δος να λάβει την από­φα­ση για ανά­κλη­ση της αδεί­ας της.

Το­νί­ζουν ακόμη ότι συ­νε­κτι­μή­θη­κε επί­σης ότι υπό το πρί­σμα των συν­θη­κών η απο­κα­τά­στα­ση της κε­φα­λαια­κής επάρ­κειας ή η λήψη άλλων ισο­δύ­να­μων μέ­τρων σε εύ­λο­γο χρο­νι­κό διά­στη­μα ήταν αδύ­να­τη, ενώ ο διο­ρι­σμός Επι­τρό­που δεν θα μπο­ρού­σε να ωφε­λή­σει παρά μόνο την προ­ε­τοι­μα­σία της για την ανά­κλη­ση της άδειας λει­τουρ­γί­ας του πι­στω­τι­κού ιδρύ­μα­τος.

Σχολιασμός Άρθρου

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται.

Προσθέστε ένα σχόλιο

Το E-mail δεν θα δημοσιευτεί.
Πρέπει να συμπληρωθούν όλα τα πεδία για την υποβολή του σχολίου.