ΕΙΔΗΣΕΙΣ

Αντισυνταγματικός ο Δημοτικός Φόρος Δωδ/σου! – Ανακοίνωση του ΕΒΕΔ

Δαμιανός Αθανασίου 1 λεπτό ανάγνωση
Διοικητικό Πρωτοδικείο
Μέγεθος γραμμάτων

Από­φα­ση «βόμβα» του Μο­νο­με­λούς Διοι­κη­τι­κού Πρω­το­δι­κεί­ου Ρόδου, που θε­ω­ρή­θη­κε μόλις χθες, ακυ­ρώ­νει την επι­βο­λή ΔΗ­ΦΟ­ΔΩ σε ερ­γο­λα­βι­κή εται­ρεία, που είχε ανα­λά­βει το έργο της κα­τα­σκευ­ής του λι­μέ­να της Ακα­ντιάς ως αντι­συ­νταγ­μα­τι­κό, πα­ρό­τι το θέμα εξα­κο­λου­θεί να εκ­κρε­μεί ενώ­πιον της Ολο­μέ­λειας του Συμ­βου­λί­ου της Επι­κρα­τεί­ας!

Η συ­νταγ­μα­τι­κό­τη­τα του ΔΗ­ΦΟ­ΔΩ θα εξε­τα­στεί σε προ­γραμ­μα­τι­σμέ­νη, μετά από ανα­βο­λή, συ­νε­δρί­α­ση της Ολο­μέ­λειας του ΣτΕ την 14η Οκτω­βρί­ου 2014.

Όπως απο­κά­λυ­ψε η “δη­μο­κρα­τι­κή”, το ανώ­τα­το ακυ­ρω­τι­κό διοι­κη­τι­κό δι­κα­στή­ριο με τις υπ΄α­ριθμ. 3930 και 3931/2013 απο­φά­σεις του Β’ Τμή­μα­τος του σε επτα­με­λή σύν­θε­ση έκρι­νε κατά πλειο­ψη­φία αντι­συ­νταγ­μα­τι­κό τον φόρο.

Οι απο­φά­σεις του δι­κα­στη­ρί­ου δεν είναι αμε­τά­κλη­τες, δεν πα­ρά­γουν δε­δι­κα­σμέ­νο και φυ­σι­κά δεν έχουν έν­νο­μα απο­τε­λέ­σμα­τα.

Πλην όμως οι θέ­σεις της επτα­με­λούς σύν­θε­σης βρή­καν σύμ­φω­νο δι­κα­στή του Μο­νο­με­λούς Διοι­κη­τι­κού Πρω­το­δι­κεί­ου, που με την υπ’ αρίθμ.160/2014 από­φα­σή του έκρι­νε άκυρη την επι­βο­λή του φόρου σε επι­χεί­ρη­ση του νη­σιού!

Η εξέ­λι­ξη δη­μιουρ­γεί νέα δε­δο­μέ­να, αφού μέχρι σή­με­ρα με πάγια νο­μο­λο­γία του Διοι­κη­τι­κού Πρω­το­δι­κεί­ου Ρόδου και του Διοι­κη­τι­κού Εφε­τεί­ου Πει­ραιά, έχουν απορ­ρι­φθεί όλα τα έν­δι­κα βοη­θή­μα­τα και μέσα κατά βε­βαιω­τι­κών πρά­ξε­ων του ΔΗ­ΦΟ­ΔΩ, ο οποί­ος εθε­ω­ρεί­το από­λυ­τα συμ­βα­τός με το Ευ­ρω­παϊ­κό Δί­καιο και το Σύ­νταγ­μα.

Εν πάση πε­ρι­πτώ­σει η δι­κα­στής κ. Ελένη Ηλιου, Πρω­το­δί­κης Δ. Δ., εξέ­τα­σε την προ­σφυ­γή της ανώ­νυ­μης εται­ρεί­ας με την επω­νυ­μία «ΜΕΤΡΟ Α.Ε.», που εδρεύ­ει στο Μα­ρού­σι Ατ­τι­κής, η οποία πα­ρα­στά­θη­κε διά του δι­κη­γό­ρου, κ. Νι­κο­λά­ου Σκορ­δί­λη κατά του Ελ­λη­νι­κού Δη­μο­σί­ου, το οποίο εκ­προ­σω­πεί­ται από τον Υπουρ­γό Οι­κο­νο­μι­κών και του Δήμου Ρόδου, που πα­ρα­στά­θη­κε διά του δι­κη­γό­ρου κ. Θε­ό­δω­ρου Φρα­ρά­κη.

Στο δια­τα­κτι­κό της από­φα­σης ανα­φέ­ρο­νται με­τα­ξύ άλλων και τα εξής:

«Επει­δή, κατά το άρθρο 4 παρ. 5 του Συ­ντάγ­μα­τος, οι Έλ­λη­νες πο­λί­τες συ­νει­σφέ­ρουν χωρίς δια­κρί­σεις στα δη­μό­σια βάρη, ανά­λο­γα με τις δυ­νά­μεις τους». Από τη διά­τα­ξη αυτή, με την οποία θε­σπί­ζε­ται η αρχή της φο­ρο­λο­γι­κής ισό­τη­τας και της κα­θο­λι­κό­τη­τας του φόρου, δεν απο­κλεί­ε­ται η δια­φο­ρε­τι­κή φο­ρο­λο­γι­κή με­τα­χεί­ρι­ση κα­τη­γο­ριών φο­ρο­λο­γου­μέ­νων, εφ’ όσον όμως η με­τα­χεί­ρι­ση αυτή δεν είναι αυ­θαί­ρε­τη αλλά στη­ρί­ζε­ται σε γε­νι­κά και αντι­κει­με­νι­κά κρι­τή­ρια που δι­καιο­λο­γού­νται από τις ιδιαί­τε­ρες συν­θή­κες κάθε κα­τη­γο­ρί­ας, ενό­ψει και των εκά­στο­τε κοι­νω­νι­κο­οι­κο­νο­μι­κών συν­θη­κών. Στο πλαί­σιο αυτό πα­ρέ­χε­ται στον κοινό νο­μο­θέ­τη ευ­ρεία ευ­χέ­ρεια να δια­μορ­φώ­νει το κα­τάλ­λη­λο, κατά την εκτί­μη­ση του, φο­ρο­λο­γι­κό σύ­στη­μα.

Επει­δή, μετά την ένωση της Δω­δε­κα­νή­σου με την Ελ­λά­δα, στις 31-3-1947, με τις δια­τά­ξεις των άρ­θρων 2 του α.ν. 798/1948 (Α’ 248) δια­τη­ρή­θη­καν «προ­σω­ρι­νώς» σε ισχύ οι δια­τά­ξεις των 187/1938 και 132/1939 Το­πι­κών Κυ­βερ­νη­τι­κών Δια­ταγ­μά­των της Ιτα­λι­κής Διοι­κή­σε­ως περί επι­βο­λής το­πι­κού φόρου κα­τα­νά­λω­σης υπέρ των δήμων και κοι­νο­τή­των της Δω­δε­κα­νή­σου επί των ει­σα­γο­μέ­νων σ’ αυτήν εμπο­ρευ­μά­των, καθώς και των εξα­γο­μέ­νων από αυτήν (πρβλ. ΣΕ 2956/1981), ανα­στελ­λο­μέ­νης της ισχύ­ος των αντι­στοί­χων δια­τά­ξε­ων του Κω­δι­κός Δήμων και Κοι­νο­τή­των.

Στη συ­νέ­χεια, όταν, με τις δια­τά­ξεις του α.ν. 1910/1951 (Α’ 221) ρυθ­μί­σθη­καν τα των εσό­δων όλων των δήμων και κοι­νο­τή­των της χώρας, πε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νης, συ­νε­πώς, και της Δω­δε­κα­νή­σου, με το άρθρο 79 ορί­σθη­κε ει­δι­κό­τε­ρα ότι δια­τη­ρού­νταν σε ισχύ οι υπέρ των Δήμων και Κοι­νο­τή­των της Γεν. Διοι­κή­σε­ως Δω­δε­κα­νή­σου ει­σπρατ­τό­με­νοι φόροι, τέλη και δι­καιώ­μα­τα, περί των οποί­ων δεν προ­έ­βλε­πε ο νόμος αυτός, και οι οποί­οι επι­τρε­πό­ταν να κα­ταρ­γη­θούν με βα­σι­λι­κό διά­ταγ­μα, το οποίο, πά­ντως, ποτέ δεν εκ­δό­θη­κε.

Συ­νε­πώς, υπό το κα­θε­στώς αυτό, οι ορ­γα­νι­σμοί το­πι­κής αυ­το­διοί­κη­σης της Δω­δε­κα­νή­σου, επι­πλέ­ον των προ­βλε­πό­με­νων από τις πά­γιες ρυθ­μί­σεις περί δήμων και κοι­νο­τή­των εσό­δων, συ­νέ­χι­ζαν να απο­λαμ­βά­νουν και του προ­α­να­φερ­θέ­ντος ει­δι­κού το­πι­κού φόρου κα­τα­νά­λω­σης, κρί­θη­κε δε ότι η δια­τή­ρη­ση αυτή σε ισχύ των εν λόγω δια­τά­ξε­ων, όπως, άλ­λω­στε, και άλλες φο­ρο­λο­γι­κές απο­κλί­σεις σχε­τι­κά με τη Δω­δε­κά­νη­σο, δεν πα­ρα­βί­α­ζαν τις συ­νταγ­μα­τι­κές δια­τά­ξεις περί ισό­τη­τας και συ­νει­σφο­ράς των Ελ­λή­νων αδια­κρί­τως στα δη­μό­σια βάρη ανα­λό­γως των δυ­νά­με­ών τους, ενό­ψει, με­τα­ξύ άλλων, των «δια­φό­ρων συν­θη­κών» υπό τις οποί­ες τε­λού­σαν οι φο­ρο­λο­γού­με­νοι στη Δω­δε­κά­νη­σο σε σχέση με τους φο­ρο­λο­γού­με­νους στη λοιπή Ελ­λά­δα (ΣΕ 2956/1981).

Αρ­γό­τε­ρα, όμως, ύστε­ρα από την έντα­ξη της Ελ­λά­δας στην Ευ­ρω­παϊ­κή Οι­κο­νο­μι­κή Κοι­νό­τη­τα, όταν εγέρ­θη­καν αμ­φι­σβη­τή­σεις σχε­τι­κά με τη συμ­φω­νία των πιο πάνω δια­τά­ξε­ων προς το κοι­νο­τι­κό δί­καιο (βλ. συ­ζη­τή­σεις στη Βουλή, συ­νε­δρί­α­ση ΡΔ/21-4-1994) και απέ­λη­ξαν σε απο­φα­τι­κή κρίση του ΔΕΚ (βλ. από­φα­ση της 14/9/1995, συ­νεκ­δι­κα­σθεί­σες υπο­θέ­σεις C-485/93 και 486/93, Σι­μι­τζή κατά Δήμου Κω), αυτές κα­ταρ­γή­θη­καν από 1-7-1994 με την πα­ρά­γρα­φο 2 του άρ­θρου 65 του ν. 2214/1994 «Αντι­κει­με­νι­κό σύ­στη­μα φο­ρο­λο­γί­ας ει­σο­δή­μα­τος και άλλες δια­τά­ξεις» (Α’ 75)».

Επι­ση­μαί­νε­ται πα­ρα­κά­τω ότι από τις σχε­τι­κές συ­ζη­τή­σεις στη Βουλή, προ­κύ­πτει ότι ο επί­δι­κος φόρος, που επι­βλή­θη­κε δίχως με­λέ­τη και επί­κλη­ση ει­δι­κών συν­θη­κών δια­φο­ρο­ποί­η­σης της Δω­δε­κα­νή­σου ένα­ντι των λοι­πών πε­ρι­φε­ρειών του Κρά­τους, προ­ο­ρί­σθη­κε να απο­τε­λέ­σει, και μά­λι­στα μό­νι­μα και όχι προ­σω­ρι­νά, «υπο­κα­τά­στα­το» του κα­ταρ­γη­θέ­ντος με την προ­α­να­φερ­θεί­σα διά­τα­ξη του άρ­θρου 65 παρ. 2 του ίδιου νο­μο­θε­τή­μα­τος φόρου, προς ανά­πτυ­ξη της το­πι­κής οι­κο­νο­μί­ας…

Το­νί­ζο­νται έτσι στην από­φα­ση και τα εξής:

«Επει­δή, οι κοι­νω­νι­κο­οι­κο­νο­μι­κές συν­θή­κες του χρό­νου επι­βο­λής του επι­δί­κου φόρου, 50 πε­ρί­που χρό­νια μετά την ένωση της Δω­δε­κα­νή­σου με την Ελ­λά­δα, είναι, προ­φα­νώς, δια­φο­ρε­τι­κές εκεί­νων που υπήρ­χαν κατά τα αμέ­σως επό­με­να της ένω­σης αυτής έτη και δι­καιο­λο­γού­σαν μιαν ει­δι­κή, ένα­ντι άλλων πε­ριο­χών της χώρας με τα αυτά χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά, με­τα­χεί­ρι­ση.

Τούτο προ­κύ­πτει άλ­λω­στε και από τη δια­φαι­νό­με­νη σε σειρά νε­ό­τε­ρων φο­ρο­λο­γι­κών ρυθ­μί­σε­ων με­τα­βο­λή της ου­σια­στι­κής εκτί­μη­σης του νο­μο­θέ­τη, σύμ­φω­να με την οποία η Δω­δε­κά­νη­σος δεν αντι­με­τω­πί­ζε­ται με­μο­νω­μέ­να, αλλά μαζί με άλλες πε­ριο­χές με τα αυτά χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά, ενιαία. Ει­δι­κό­τε­ρα, α) προ­βλέ­φθη­κε υπό προ­ϋ­πο­θέ­σεις (άρθρο 17 παρ. 4 ν. 1642/1986, Α’ 125, όπως αντι­κα­τα­στά­θη­κε με άρθρο 1 παρ. 26 ν. 2093/1992, Α’ 181, άρθρο 21 παρ. 4 ν. 2859/2000, Α’ 248) κατά ενιαίο τρόπο για τα νησιά των νομών Λέ­σβου, Χίου, Σάμου, Δω­δε­κα­νή­σου, Κυ­κλά­δων και τα νησιά του Αι­γαί­ου Θάσο, Σα­μο­θρά­κη, Βό­ρειες Σπο­ρά­δες και Σκύρο, μεί­ω­ση κατά 30% των συ­ντε­λε­στών φ.π.α., αφού, με το άρθρο 8 του ν. 1881/1990 (Α’ 42) όπως τρο­πο­ποι­ή­θη­κε με το άρθρο 10 του ν. 1884/1990 (Α’ 81), είχε εγκα­τα­λει­φθεί η πρό­βλε­ψη σχε­τι­κής μεί­ω­σης μόνο για τη Δω­δε­κά­νη­σο (άρθρο 17 εδ. β’ ν. 1642/1986, άρθρο 2 ν. 1676/1986, Α’ 204), β) ο νο­μο­θέ­της, ο οποί­ος είχε αρ­χι­κώς ορί­σει ει­δι­κά για τη Δω­δε­κά­νη­σο ότι η κατ’ άρθρο 9 παρ. 1 ν.δ. 3323/1955 (Α’ 214) κλί­μα­κα φο­ρο­λο­γι­κών συ­ντε­λε­στών και ο κατά την παρ. 2 του ίδιου άρ­θρου συ­μπλη­ρω­μα­τι­κός φόρος εφαρ­μό­ζο­νται μειω­μέ­νοι στο ήμισυ, από το ποσό δε του φόρου αυτού πο­σο­στό 20% απο­τε­λεί έσοδο υπέρ των Δήμων και Κοι­νο­τή­των της Δω­δε­κα­νή­σου, προ­έ­βη ακο­λού­θως σε ει­δι­κές ευ­νοϊ­κές ρυθ­μί­σεις ως προς τη φο­ρο­λο­γία ει­σο­δή­μα­τος που ανα­φέ­ρο­νταν μεν στη Δω­δε­κά­νη­σο, μαζί, όμως, με άλλες πε­ριο­χές (νο­μούς Ξάν­θης, Ρο­δό­πης, Έβρου, Λέ­σβου, Χίου, Σάμου και Δω­δε­κα­νή­σου, καθώς και πε­ριο­χές των νομών Θε­σπρω­τί­ας, Ιω­αν­νί­νων, Κα­στο­ριάς, Φλώ­ρι­νας, Πέλ­λης, Κιλ­κίς, Σερ­ρών και Δρά­μας, πε­ρι­λαμ­βα­νό­με­νες σε ζώνη βά­θους 20 χι­λιο­μέ­τρων από τη με­θο­ρια­κή γραμ­μή), ενώ, εξάλ­λου, με το άρθρο 118 του Κώ­δι­κα Φο­ρο­λο­γί­ας Ει­σο­δή­μα­τος (ν. 2238/1994, Α’ 151, που προ­στέ­θη­κε με το άρθρο 8 του ν. 2459/1997, Α’ 17) προ­έ­βη σε φο­ρο­λο­γι­κές απαλ­λα­γές και μειώ­σεις στη φο­ρο­λο­γία ει­σο­δή­μα­τος, καθώς και σε λοι­πές φο­ρο­λο­γί­ες (ει­δι­κό φόρο τρα­πε­ζι­κών ερ­γα­σιών, φόρο με­τα­βί­βα­σης ακι­νή­των), για λό­γους ανα­πτυ­ξια­κούς και εθνι­κούς (συ­γκρά­τη­ση και αύ­ξη­ση πλη­θυ­σμού) σε πε­ριο­χές, τις οποί­ες, όμως, κα­θό­ρι­σε με γε­νι­κό και αντι­κει­με­νι­κό τρόπο (νησιά με πλη­θυ­σμό κάτω από 3.100 κα­τοί­κους).

Κατά τα λοιπά, λόγοι που δι­καιο­λο­γούν, και μά­λι­στα με πάγιο τρόπο, την επι­βο­λή του έν­δι­κου φόρου υπέρ μόνων των ΟΤΑ Δω­δε­κα­νή­σου και, συ­νε­πώς, σε βάρος εκεί­νων μόνον που ασκούν εκεί οι­κο­νο­μι­κή δρα­στη­ριό­τη­τα, κατ’ εξαί­ρε­ση όλων όσοι την ασκούν στην λοιπή ελ­λη­νι­κή επι­κρά­τεια, ούτε από τη φύση του φόρου αυτού συ­νά­γε­ται ούτε, όπως προ­α­να­φέρ­θη­κε, από τις προ­πα­ρα­σκευα­στι­κές ερ­γα­σί­ες ψή­φι­σης της σχε­τι­κής διά­τα­ξης, ανα­δει­κνύ­ε­ται (πρβλ. ΣΕ 3037/2008 Ολ., 650/1995 7μ.).

Ει­δι­κό­τε­ρα, επί­κλη­ση, με συ­γκε­κρι­μέ­νο τρόπο, συν­θη­κών που θα δι­καιο­λο­γού­σαν μια τέ­τοια δια­φο­ρο­ποί­η­ση, δεν γί­νε­ται ούτε στις απευ­θυ­νό­με­νες στο Συμ­βού­λιο της Επι­κρα­τεί­ας από 1-10-1995 και 21-8-2012 γνω­μο­δο­τή­σεις του Κα­θη­γη­τή Σπ. Φλο­γα­ΐ­τη και της Επί­κου­ρης Κα­θη­γή­τριας Ελ. Θε­ο­χα­ρο­πού­λου, αντι­στοί­χως, ούτε στο 3153/2012 έγ­γρα­φο της Διεύ­θυν­σης Οι­κο­νο­μι­κών ΟΤΑ του Υπουρ­γεί­ου Εσω­τε­ρι­κών, όπου γί­νε­ται χρήση εκ­φρά­σε­ων και επί­κλη­ση συν­θη­κών που προ­σι­διά­ζουν, όμως, και σε άλλες πε­ριο­χές της Χώρας, όπως, γε­νι­κώς, ιδιαί­τε­ρων το­πι­κών συν­θη­κών και γε­ω­γρα­φι­κών ιδιαι­τε­ρο­τή­των πα­ρα­με­θό­ριου νη­σιω­τι­κού συ­μπλέγ­μα­τος με απο­μο­νω­μέ­να νησιά, αύ­ξη­σης εσό­δων ΟΤΑ προς εκ­πλή­ρω­ση της απο­στο­λής τους ενό­ψει και του άρ­θρου 102 του Συ­ντάγ­μα­τος και, συ­νε­πώς, σκο­πού δη­μο­σί­ου συμ­φέ­ρο­ντος, του­ρι­στι­κού προ­ο­ρι­σμού κλπ.

Πρό­κει­ται για συν­θή­κες που θα δι­καιο­λο­γού­σαν μεν εν­δε­χο­μέ­νως τη δια­φο­ρο­ποί­η­ση των εν λόγω κα­τη­γο­ριών με βάση γε­νι­κά και αντι­κει­με­νι­κά κρι­τή­ρια, όχι όμως μόνης της Δω­δε­κα­νή­σου.

Για τον λόγο αυτό, δεν αρκεί να στη­ρί­ξει θε­μι­τά την προ­σβαλ­λό­με­νη ρύθ­μι­ση, μόνη η, χωρίς συ­γκε­κρι­μέ­νη εξει­δί­κευ­ση των λόγων που το επι­βάλ­λουν, επί­κλη­ση των δια­τά­ξε­ων των άρ­θρων 102 παρ. 6 (παρ. 5, μετά την ανα­θε­ώ­ρη­ση με το από 6-4-2001 ψή­φι­σμα της Ζ’ Ανα­θε­ω­ρη­τι­κής Βου­λής, Α’ 84/17-4-2011) και της προ­στε­θεί­σας, άλ­λω­στε, με το ίδιο πιο πάνω ψή­φι­σμα ερ­μη­νευ­τι­κής δή­λω­σης στο άρθρο 101 του Συ­ντάγ­μα­τος περί των ιδιαί­τε­ρων συν­θη­κών των νη­σιω­τι­κών πε­ριο­χών, ούτε εκεί­νων του άρ­θρου 106 παρ. 1 του Συ­ντάγ­μα­τος για την ανά­πτυ­ξη των πα­ρα­με­θό­ριων νη­σιω­τι­κών πε­ριο­χών, ή εκεί­νων του άρ­θρου 9 του ν. 1850/1989 «Κύ­ρω­ση του Ευ­ρω­παϊ­κού Χάρτη της Το­πι­κής Αυ­το­νο­μί­ας» (Α’ 114) που ορί­ζουν ότι οι ορ­γα­νι­σμοί το­πι­κής αυ­το­διοί­κη­σης έχουν δι­καί­ω­μα, στα πλαί­σια της εθνι­κής οι­κο­νο­μι­κής πο­λι­τι­κής, σε επαρ­κείς ίδιους πό­ρους τους οποί­ους μπο­ρούν να δια­θέ­τουν ελεύ­θε­ρα κατά την άσκη­ση των αρ­μο­διο­τή­των τους (παρ. 1) του­λά­χι­στον δε ένα μέρος αυτών πρέ­πει να προ­έρ­χε­ται από το­πι­κούς φό­ρους και τέλη των οποί­ων το ύψος έχουν το δι­καί­ω­μα να ορί­ζουν μέσα στα όρια του νόμου (παρ. 4), τα προ­βλε­πό­με­να από τις οποί­ες μέτρα οφεί­λουν να κι­νού­νται εντός των ορίων που τάσ­σουν οι λοι­πές συ­νταγ­μα­τι­κές δια­τά­ξεις και αρχές. Κα­τό­πιν των ανω­τέ­ρω, η επι­βο­λή του έν­δι­κου φόρου, και μά­λι­στα πάγια, σε μό­νους όσους ασκούν οι­κο­νο­μι­κή δρα­στη­ριό­τη­τα στη Δω­δε­κά­νη­σο υπέρ των ΟΤΑ αυτής αντί­κει­ται στην αρχή της φο­ρο­λο­γι­κής ισό­τη­τας και της κα­θο­λι­κό­τη­τας του φόρου και κα­θι­στά εκ του λόγου τού­του ανί­σχυ­ρη τη σχε­τι­κή ρύθ­μι­ση (ΣτΕ 3931/2013 παραπ. ΟλΣτΕ)».

Στην συ­γκε­κρι­μέ­νη πε­ρί­πτω­ση η προ­σφεύ­γου­σα τε­χνι­κή εται­ρεία είχε ανα­λά­βει την εκτέ­λε­ση του δη­μο­σί­ου έργου του Λι­μέ­να Ακα­ντιάς Ρόδου, υπέ­βα­λε με επι­φύ­λα­ξη στο Δήμο Ρόδου την από 30.6.2005 δή­λω­ση από­δο­σης Δη­μο­τι­κού Φόρου Δω­δε­κα­νή­σου του άρ­θρου 60 του Ν. 2214/1994, για το Α’τρί­μη­νο του έτους 2003.

Με αυτήν δή­λω­σε ως ακα­θά­ρι­στα έσοδα από την πα­ρο­χή υπη­ρε­σιών κατά την εκτέ­λε­ση του πιο πάνω έργου ποσό 306.506,89 ευρώ, ο δε ανα­λο­γών ΔΗ.ΦΟ.ΔΩ. βάσει του συ­ντε­λε­στή κα­θα­ρού κέρ­δους της επι­χεί­ρη­σης (10%) υπο­λο­γί­στη­κε στο ποσό των 1.226,03 ευρώ, στον οποίο προ­στέ­θη­κε ποσό 613,02 ευρώ που αντι­στοι­χεί σε πρό­στι­μο λόγω εκ­πρό­θε­σμης δή­λω­σης, προ­έ­κυ­ψε δε, σε βάρος της συ­νο­λι­κή οφει­λή ύψους 1.839,05 ευρώ.

Το πιο πάνω ποσό κα­τα­βλή­θη­κε στο τα­μείο του Δήμου από την προ­σφεύ­γου­σα στις 30.6.2005 οπότε και εξο­φλή­θη­κε η οφει­λή της.

Ακο­λού­θως, με την αριθ. πρωτ. 9444/30.6.2005 αί­τη­ση της προς το Δήμο Ρόδου ζή­τη­σε την επι­στρο­φή με­τα­ξύ άλλων, του πιο πάνω ποσού ως αχρε­ω­στή­τως κα­τα­βλη­θέ­ντος φόρου, ισχυ­ρι­ζό­με­νη ότι ο εν λόγω δη­μο­τι­κός φόρος αντί­κει­ται στις δια­τά­ξεις του Κοι­νο­τι­κού Δι­καί­ου (άρθρα 90, 95 και 25 της Ε.Ε.Σ.) οι οποί­ες επι­τάσ­σουν αφε­νός μεν την ελεύ­θε­ρη κυ­κλο­φο­ρία των αγα­θών έστω και εάν προ­έρ­χο­νται από άλλη πε­ριο­χή της ίδιας χώρας, αφε­τέ­ρου με αυτές απα­γο­ρεύ­ε­ται η επι­βο­λή δα­σμών ή άλλων φο­ρο­λο­γι­κών επι­βα­ρύν­σε­ων ισο­δυ­νά­μου απο­τε­λέ­σμα­τος.

Ο Δήμος με το από 9.6.2011 υπό­μνη­μα του ζητεί την απόρ­ρι­ψη της προ­σφυ­γής ως αβά­σι­μης, ισχυ­ρι­ζό­με­νος, με­τα­ξύ άλλων, ότι ο επί­μα­χος Δη­μο­τι­κός Φόρος Δω­δε­κα­νή­σου δεν πα­ρα­βιά­ζει την αρχή της ισό­τη­τας και της κα­θο­λι­κό­τη­τας του φόρου που προ­βλέ­πε­ται από το άρθρο 4 παρ. 5 του Συ­ντάγ­μα­τος διότι η επι­βο­λή του επί­δι­κου φόρου γί­νε­ται βάσει αντι­κει­με­νι­κών κρι­τη­ρί­ων και βάσει της φο­ρο­δο­τι­κής ικα­νό­τη­τας των επι­τη­δευ­μα­τιών.

Τέλος, ισχυ­ρί­ζε­ται ότι δεν απα­γο­ρεύ­ε­ται η δυ­να­τό­τη­τα θέ­σπι­σης ή ισχύ­ος το­πι­κών φόρων που ει­σπράτ­το­νται από τους Ο.Τ.Α. και εξυ­πη­ρε­τούν το­πι­κές ανά­γκες.

Το δι­κα­στή­ριο κα­τέ­λη­ξε ότι η επι­βο­λή του επί­δι­κου φόρου (ΔΗ.ΦΟ.ΔΩ.) και μά­λι­στα πάγια, σε μό­νους όσους ασκούν οι­κο­νο­μι­κή δρα­στη­ριό­τη­τα στη Δω­δε­κά­νη­σο υπέρ των Ο.Τ.Α. αυτής, αντί­κει­ται στην κα­θιε­ρω­μέ­νη από το άρθρο 4 παρ. 5 του Συ­ντάγ­μα­τος αρχή της φο­ρο­λο­γι­κής ισό­τη­τας και της κα­θο­λι­κό­τη­τας του φόρου και έκρι­νε ότι μη νο­μί­μως κα­τα­βλή­θη­κε από την προ­σφεύ­γου­σα ο εν λόγω φόρος για το Α’ τρί­μη­νο του έτους 2003, κατ’ εφαρ­μο­γή της αντι­συ­νταγ­μα­τι­κής, διά­τα­ξης του άρ­θρου 60 του ν. 2214/1994, κατ’ απο­δο­χή ως βά­σι­μου του σχε­τι­κού λόγου της προ­σφυ­γής.

Ανα­κοί­νω­ση του ΕΒΕΔ

Μετά και την υπ’ αρίθμ.160/2014 από­φα­ση του Μο­νο­με­λούς Διοι­κη­τι­κού Πρω­το­δι­κεί­ου Ρόδου, που ακυ­ρώ­νει την επι­βο­λή ΔΗ­ΦΟ­ΔΩ σε ερ­γο­λα­βι­κή εται­ρεία, κρί­νο­ντάς τον αντι­συ­νταγ­μα­τι­κό, ενώ εκ­κρε­μεί η από­φα­ση της Ολο­μέ­λειας του ΣτΕ, η συ­νε­δρί­α­ση της οποί­ας έχει ορι­στεί για την 14η Οκτω­βρί­ου 2014, ο Πρό­ε­δρος του Επι­με­λη­τη­ρί­ου Δω­δε­κα­νή­σου κ. Γιάν­νης Πάπ­που, προ­έ­βη στην ακό­λου­θη δή­λω­ση:

“Εί­κο­σι χρό­νια μετά τη θέ­σπι­ση του ΔΗ­ΦΟ­ΔΩ το 1994, με τη ση­με­ρι­νή του μορφή, έρ­χε­ται η πρώτη από­φα­ση δι­κα­στη­ρί­ου, που κρί­νει τον φόρο αντι­συ­νταγ­μα­τι­κό.

Η από­φα­ση αυτή, σε συ­νάρ­τη­ση και με τις υπ΄α­ριθμ. 3930 και 3931/2013 απο­φά­σεις του Β’ Τμή­μα­τος του ΣτΕ σε επτα­με­λή σύν­θε­ση που έκρι­νε, κατά πλειο­ψη­φία, αντι­συ­νταγ­μα­τι­κό τον ΔΗ­ΦΟ­ΔΩ, απο­τε­λεί δι­καί­ω­ση του αγώνα του Επι­με­λη­τη­ρί­ου Δω­δε­κα­νή­σου, για την κα­τάρ­γη­σή του φόρου που απο­τε­λεί το πιο ανα­χρο­νι­στι­κό, πα­ρά­νο­μο και κα­τα­να­γκα­στι­κό, με­σαιω­νι­κού τύπου χα­ρά­τσι, το οποίο κα­τα­πιέ­ζει την πα­ρα­γω­γι­κή – επι­χει­ρη­μα­τι­κή κοι­νό­τη­τα καθώς και το σύ­νο­λο των πο­λι­τών της Δω­δε­κα­νή­σου.

Η από­φα­ση αυτή του Μο­νο­με­λούς Διοι­κη­τι­κού Πρω­το­δι­κεί­ου Ρόδου, έρ­χε­ται σε μια πε­ρί­ο­δο κατά την οποία οι επι­χει­ρή­σεις της Δω­δε­κα­νή­σου δί­νουν έναν πολύ σκλη­ρό κα­θη­με­ρι­νό αγώνα επι­βί­ω­σης σε ένα πε­ρι­βάλ­λον πρω­το­φα­νούς ύφε­σης και ιστο­ρι­κά χα­μη­λής ρευ­στό­τη­τας.

Το Επι­με­λη­τή­ριο Δω­δε­κα­νή­σου, ως θε­μα­το­φύ­λα­κας των συμ­φε­ρό­ντων των πα­ρα­γω­γι­κών τά­ξε­ων και των κα­τοί­κων της Δω­δε­κα­νή­σου, με από­λυ­τη εμπι­στο­σύ­νη απέ­να­ντι στη Δι­καιο­σύ­νη, δεν θα στα­μα­τή­σει τον αγώνα μέχρι να απαλ­λά­ξει τον επι­χει­ρη­μα­τι­κό κόσμο και την κοι­νω­νία της Δω­δε­κα­νή­σου από αυτό το με­σαιω­νι­κό χα­ρά­τσι”.

Σχολιασμός Άρθρου

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται.

Προσθέστε ένα σχόλιο

Το E-mail δεν θα δημοσιευτεί.
Πρέπει να συμπληρωθούν όλα τα πεδία για την υποβολή του σχολίου.