ΕΙΔΗΣΕΙΣ

Αλλαγές φέρνει το πολυνομοσχέδιο του ΥΠΟΙΚ για ΕΝΦΙΑ, οφειλέτες Ταμείων, ΦΠΑ αγροτών

news room 1 λεπτό ανάγνωση
Εφορία

Αλ­λα­γές στα τέλη κυ­κλο­φο­ρί­ας, δη­μο­σιο­ποί­η­ση με­γα­λοoφει­λε­τών και στα ασφα­λι­στι­κά τα­μεία, αλ­λα­γές στον ΕΝΦΙΑ και στη φο­ρο­λο­γία των αγρο­τών πε­ρι­λαμ­βά­νει το πο­λυ­νο­μο­σχέ­διο που προ­σαρ­τή­θη­κε με την μορφή κα­ταρ­γού­με­νων τρο­πο­ποιού­με­νων δια­τά­ξε­ων στο νο­μο­σχέ­διο για την κα­τα­πο­λέ­μη­ση της φο­ρο­δια­φυ­γής στα κα­πνι­κά προ­ϊ­ό­ντα, που κα­τα­τέ­θη­κε στη Βουλή.

Ει­δι­κό­τε­ρα, σε διά­τα­ξη του πο­λυ­νο­μο­σχε­δί­ου προ­βλέ­πε­ται η υπο­χρε­ω­τι­κή πλέον ανά τρί­μη­νο ανάρ­τη­ση των φυ­σι­κών και νο­μι­κών προ­σώ­πων με οφει­λές προς το δη­μό­σιο, όχι μόνο προς τις εφο­ρί­ες αλλά για κάθε αιτία, δη­λα­δή και για ασφα­λι­στι­κές οφει­λές που θα φτά­νουν αθροι­στι­κά πάνω από 150.000 ευρώ και η πλη­ρω­μή τους εκ­κρε­μεί για πάνω από ένα χρόνο.

Της δη­μο­σιο­ποί­η­σης εξαι­ρού­νται όσοι έχουν ρυθ­μί­σει ή έχουν συμ­φω­νή­σει τμη­μα­τι­κή κα­τα­βο­λή των οφει­λών τους, ενώ σε κάθε πε­ρί­πτω­ση, οι τε­χνι­κές λε­πτο­μέ­ρειες και ο χρό­νος θα απο­φα­σί­ζο­νται κάθε φορά με από­φα­ση του υπουρ­γεί­ου Οι­κο­νο­μι­κών.

Στα τέλη Κυ­κλο­φο­ρί­ας των οχη­μά­των προ­βλέ­πε­ται ότι, από το 2017, θα υπο­λο­γί­ζο­νται με βάση το έτος που τα­ξι­νο­μή­θη­κε για πρώτη φορά το όχημα σε χώρα της Ευ­ρω­παϊ­κής Ένω­σης και όχι μόνο με βάση το έτος που τα­ξι­νο­μή­θη­κε (πήρε πι­να­κί­δες) στην Ελ­λά­δα. Η διά­τα­ξη αφορά ει­σα­γό­με­να με­τα­χει­ρι­σμέ­να ΙΧ και οδη­γεί σε μειώ­σεις των τελών για πα­λαιό­τε­ρα οχή­μα­τα που έχουν τα­ξι­νο­μη­θεί σε χώρα της ΕΕ. Και έχουν ει­σα­χθεί στην Ελ­λά­δα ως με­τα­χει­ρι­σμέ­να νέας τε­χνο­λο­γί­ας. Ει­σά­γει επί­σης τον υπο­λο­γι­σμό των τελών κυ­κλο­φο­ρί­ας για τα ΙΧ και αυ­το­κί­νη­τα που τα­ξι­νο­μή­θη­καν μετά το τέλος Οκτω­βρί­ου του 2010 με βάση του εκ­πε­μπό­με­νους ρύ­πους.

ΕΝΦΙΑ

Στο νο­μο­σχέ­διο προ­βλέ­πε­ται ότι φο­ρο­λο­γού­με­νος που δεν υπο­βάλ­λει δή­λω­ση στοι­χεί­ων ακι­νή­των ή υπο­βάλ­λει εκ­πρό­θε­σμη ή ανα­κρι­βή δή­λω­ση, με συ­νέ­πεια τη μη διε­νέρ­γεια εκ­κα­θά­ρι­σης του ΕΝ.Φ.Ι.Α. ή την εκ­κα­θά­ρι­ση ή τον προσ­διο­ρι­σμό αυτού σε με­τα­γε­νέ­στε­ρο χρόνο, ως αφε­τη­ρία για την επι­βο­λή των προ­στί­μων, ορί­ζε­ται η επο­μέ­νη της κα­τα­λη­κτι­κής ημε­ρο­μη­νί­ας υπο­βο­λής δή­λω­σης στοι­χεί­ων ακι­νή­των. Ως αφε­τη­ρία για την επι­βο­λή των τόκων ορί­ζε­ται η επο­μέ­νη της ημε­ρο­μη­νί­ας της πρώ­της ηλε­κτρο­νι­κής έκ­δο­σης των πρά­ξε­ων διοι­κη­τι­κού προσ­διο­ρι­σμού φόρου για το οι­κείο έτος από τη Γε­νι­κή Γραμ­μα­τεία Δη­μο­σί­ων Εσό­δων για τους υπό­χρε­ους του έτους αυτού.

Σε άλλες του δια­τά­ξεις το νο­μο­σχέ­διο θε­σμο­θε­τεί

-Πρό­στι­μα από 1.000 έως και 100.000 ευρώ για την πα­ρα­βί­α­ση του απορ­ρή­του των στοι­χεί­ων και πλη­ρο­φο­ριών που τη­ρού­νται στην φο­ρο­λο­γι­κή διοί­κη­ση. Τα πρό­στι­μα αφο­ρούν υπαλ­λή­λους της φο­ρο­λο­γι­κής διοί­κη­σης. Για την πα­ρα­βί­α­ση του απορ­ρή­του από επι­χει­ρή­σεις που ανα­λαμ­βά­νουν έργα του υπουρ­γεί­ου Οι­κο­νο­μι­κών επι­βάλ­λε­ται πρό­στι­μο ύψους 200.000 ευρώ.

– Αυ­στη­ρές δια­δι­κα­σί­ες και μέτρα για την κα­τα­πο­λέ­μη­ση του λα­θρε­μπο­ρί­ου στα κα­πνι­κά προ­ϊ­ό­ντα. Τα ση­μα­ντι­κό­τε­ρα μέτρα είναι η αδειο­δό­τη­ση σε όλο το φάσμα της δια­κί­νη­σης των προ­ϊ­ό­ντων από την σύ­στα­ση και λει­τουρ­γία επι­χεί­ρη­σης λει­τουρ­γί­ας εμπο­ρί­ας και δια­κί­νη­σης προ­ϊ­ό­ντων κα­πνού καθώς και η απα­γό­ρευ­ση της διά­θε­σης προ­ϊ­ό­ντων κα­πνού μέσω δια­δι­κτύ­ου.

Τέλος δί­νε­ται η δυ­να­τό­τη­τα πρό­σλη­ψης ιδιω­τών έως και τις 31/12/2016 με ατο­μι­κές συμ­βά­σεις μί­σθω­σης έργου για την κα­θα­ριό­τη­τα των κτι­ρί­ων του υπουρ­γεί­ου Οι­κο­νο­μι­κών.

Αγρό­τες

Σε ότι αφορά το ει­δι­κό κα­θε­στώς των αγρο­τών τρο­πο­ποιού­νται, από 1.1.2017, οι δια­τά­ξεις του άρ­θρου 41 του Κώ­δι­κα ΦΠΑ (ν. 2859/2000), σχε­τι­κά με το ει­δι­κό κα­θε­στώς αγρο­τών (ισχύ­ει για τους αγρό­τες με ακα­θά­ρι­στα έσοδα κάτω των 15.000 ευρώ και επι­δο­τή­σεις κάτω των 5.000 ευρώ) οι οποί­οι δεν υπά­γο­νται σε κα­θε­στώς ΦΠΑ κυ­ρί­ως στα εξής:

α. Για πα­ρα­δό­σεις αγρο­τι­κών προ­ϊ­ό­ντων πα­ρα­γω­γής τους και για πα­ρο­χές αγρο­τι­κών υπη­ρε­σιών που πραγ­μα­το­ποιού­νται προς άλ­λους αγρό­τες που υπά­γο­νται στο ει­δι­κό κα­θε­στώς ή προς μη υπο­κεί­με­να στο φόρο πρό­σω­πα, εκ­δί­δε­ται ει­δι­κό στοι­χείο που πε­ρι­λαμ­βά­νει το είδος, την πο­σό­τη­τα και την αξία των πα­ρα­δι­δό­με­νων αγα­θών ή το είδος και την αξία των πα­ρε­χό­με­νων υπη­ρε­σιών. Η αξία που ανα­γρά­φε­ται επί του ει­δι­κού στοι­χεί­ου λαμ­βά­νε­ται υπόψη για τον προσ­διο­ρι­σμό των ακα­θά­ρι­στων εσό­δων (προ­κει­μέ­νου να υπα­χθούν ή μη στο ει­δι­κό κα­θε­στώς).

β. Παύ­ουν να υπά­γο­νται στο ει­δι­κό κα­θε­στώς οι αγρό­τες που πα­ρα­δί­δουν προ­ϊ­ό­ντα πα­ρα­γω­γής τους από λαϊ­κές αγο­ρές ή από δικό τους κα­τά­στη­μα ή πραγ­μα­το­ποιούν εξα­γω­γές ή πα­ρα­δό­σεις των προ­ϊ­ό­ντων τους προς άλλο κρά­τος μέλος της EE. Μέχρι σή­με­ρα η ανω­τέ­ρω κα­τη­γο­ρία αγρο­τών υπα­γό­ταν στο ει­δι­κό κα­θε­στώς (ακόμα και εάν ασκού­σαν και άλλη οι­κο­νο­μι­κή δρα­στη­ριό­τη­τα για την οποία είχαν υπο­χρέ­ω­ση να τη­ρούν βι­βλία) και δι­καιού­νταν επι­στρο­φή φόρου με την εφαρ­μο­γή κατ’ απο­κο­πή συ­ντε­λε­στή 3%.

γ. Η προ­αι­ρε­τι­κή με­τά­τα­ξη από το ει­δι­κό στο κα­νο­νι­κό κα­θε­στώς δεν μπο­ρεί να ανα­κλη­θεί πριν την πά­ρο­δο τριε­τί­ας αντί πε­ντα­ε­τί­ας που ίσχυε.

Ει­δι­κό­τε­ρα στο σχέ­διο νόμου που κα­τα­τέ­θη­κε ανα­φέ­ρει χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά πώς τρο­πο­ποιού­νται – συ­μπλη­ρώ­νο­νται δια­τά­ξεις του Τε­λω­νεια­κού Κώ­δι­κα (ν. εν­σω­μα­τώ­νο­νται στην ελ­λη­νι­κή νο­μο­θε­σία ενω­σια­κοί κα­νό­νες σχε­τι­κά με ζη­τή­μα­τα τε­λω­νεια­κά και προ­ϊ­ό­ντων κα­πνού και ρυθ­μί­ζο­νται λοιπά θέ­μα­τα του Υπουρ­γεί­ου Οι­κο­νο­μι­κών.
ΜΕΡΟΣ Α’
1. Τρο­πο­ποιού­νται-συ­μπλη­ρώ­νο­νται δια­τά­ξεις του Τε­λω­νεια­κού Κώ­δι­κα, κατά βάση, ως εξής:
α. Προ­βλέ­πε­ται η χο­ρή­γη­ση άδειας για την: i) εντός Ευ­ρω­παϊ­κής Ένω­σης (EE), ει­σα­γω­γή και εξα­γω­γή κα­πνού, ii) ει­σα­γω­γή βιο­μη­χα­νο­ποι­η­μέ­νων κα­πνών και iii) κα­τα­σκευή, απο­στο­λή, πα­ρα­λα­βή, ει­σα­γω­γή, εξα­γω­γή εξο­πλι­σμού πα­ρα­γω­γής βιο­μη­χα­νο­ποι­η­μέ­νων κα­πνών. Πα­ρέ­χε­ται εξου­σιο­δό­τη­ση στον Υπουρ­γό Οι­κο­νο­μι­κών να κα­θο­ρί­ζει, με­τα­ξύ άλλων, με από­φα­σή του, τους όρους και προ­ϋ­πο­θέ­σεις χο­ρή­γη­σής τους.
β. Ορί­ζε­ται ότι οι υφι­στά­με­νες άδειες σύ­στα­σης των κα­πνο­βιο­μη­χα­νιών επα­νε­ξε­τά­ζο­νται, για την ανα­νέ­ω­σή τους, εντός ενός (1) έτους από την έναρ­ξη ισχύ­ος του υπό ψή­φι­ση νόμου. (άρθρο 1)
2. Κα­θιε­ρώ­νε­ται, εντός του υφι­στά­με­νου πλη­ρο­φο­ρια­κού συ­στή­μα­τος τε­λω­νεια­κών ηλε­κτρο­νι­κών υπη­ρε­σιών, η τή­ρη­ση μη­τρώ­ου υπό την ονο­μα­σία «Ενιαίο Κε­ντρι­κό Μη­τρώο Εφο­δια­στι­κής Αλυ­σί­δας κα­πνού και βιο­μη­χα­νο­ποι­η­μέ­νων κα­πνών» (ΕΚΜΕΑ). Στο ΕΚΜΕΑ κα­τα­χω­ρού­νται και πα­ρα­κο­λου­θού­νται όλες οι άδειες που χο­ρη­γού­νται, στο πλαί­σιο της εφο­δια­στι­κής αλυ­σί­δας κα­πνού και βιο­μη­χα­νο­ποι­η­μέ­νων κα­πνών στη χώρα μας, μέσω της λήψης, από τους κα­τό­χους τους, ενός Μο­να­δι­κού Αριθ­μού Μη­τρώ­ου Δια­κι­νη­τή Κα­πνι­κών Προ­ϊ­ό­ντων (ΑΜ­ΔΙ­ΚΑΠ). (άρθρο 2)
3. Προ­βλέ­πε­ται, για τις αδειο­δο­τη­μέ­νες κα­πνο­βιο­μη­χα­νί­ες και τα αδειο­δο­τη­μέ­να επαγ­γελ­μα­τι­κά ερ­γα­στή­ρια πα­ρα­γω­γής προ­ϊ­ό­ντων κα­πνού: i) η υπο­χρέ­ω­ση εφαρ­μο­γής μέ­τρων δέ­ου­σας επι­μέ­λειας προς τους πε­λά­τες, τους προ­μη­θευ­τές τους κ.α. και ii) η υπο­χρέ­ω­σή τους να απο­στέλ­λουν μη­νιαί­ως στοι­χεία και πλη­ρο­φο­ρί­ες σε σχέση με τις συ­ναλ­λα­γές τους. (άρθρο 3)
4. Απα­γο­ρεύ­ο­νται οι δια­συ­νο­ρια­κές εξ απο­στά­σε­ως πω­λή­σεις προ­ϊ­ό­ντων κα­πνού μέσω δια­δι­κτύ­ου, τη­λε­πι­κοι­νω­νιών ή κάθε άλλου τρό­που πώ­λη­σης, που βα­σί­ζε­ται σε εξε­λισ­σό­με­νη τε­χνο­λο­γία. (άρθρο 4)
5. Προ­βλέ­πε­ται, για όλες τις μο­νά­δες συ­σκευα­σί­ας προ­ϊ­ό­ντων κα­πνού η επι­σή­μαν­σή τους με:
ένα μο­να­δι­κό ανα­γνω­ρι­στι­κό αριθ­μό, καθώς και η κα­τα­γρα­φή της δια­δρο­μής τους, από τον κα­τα­σκευα­στή έως τον τε­λευ­ταίο οι­κο­νο­μι­κό φορέα, πριν από το πρώτο κα­τά­στη­μα λια­νι­κής πώ­λη­σης. Ο ανα­γκαί­ος εξο­πλι­σμός, για την προ­α­να­φερ­θεί­σα δια­δι­κα­σία κα­τα­γρα­φής, πα­ρέ­χε­ται, σε όλους τους οι­κο­νο­μι­κούς φο­ρείς που συμ­με­τέ­χουν στο εμπό­ριο κα­πνού, από τους κα­τα­σκευα­στές προ­ϊ­ό­ντων κα­πνού. Τα σχε­τι­κά δε­δο­μέ­να απο­θη­κεύ­ο­νται σε μο­νά­δες απο­θή­κευ­σης ανε­ξάρ­τη­του τρί­του μέ­ρους, με το οποίο συ­νά­πτουν σύμ­βα­ση οι κα­τα­σκευα­στές και οι ει­σα­γω­γείς προ­ϊ­ό­ντων κα­πνού.
έναν απα­ρα­βί­α­στο χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό ασφα­λεί­ας, απο­τε­λού­με­νο από ορατά και αό­ρα­τα στοι­χεία, κατά τα ει­δι­κώς ορι­ζό­με­να. (άρθρο 5)
6. Συ­νι­στά­ται, στη Γε­νι­κή Γραμ­μα­τεία Δη­μο­σί­ων Εσό­δων (ΓΓΔΕ), μικτό δι­ϋ­πη­ρε­σια­κό συλ­λο­γι­κό όρ­γα­νο με την επω­νυ­μία «Συ­ντο­νι­στι­κό Επι­χει­ρη­σια­κό Κέ­ντρο» (ΣΕΚ), για την κα­τα­πο­λέ­μη­ση της λα­θρε­μπο­ρί­ας προ­ϊ­ό­ντων που υπό­κει­νται σε Ει­δι­κό Φόρο Κα­τα­νά­λω­σης (ΕΦΚ), μέσω του συ­ντο­νι­σμού των υπη­ρε­σιών που εμπλέ­κο­νται στην δίωξη λα­θρε­μπο­ρί­ου.
Το ανω­τέ­ρω όρ­γα­νο επο­πτεύ­ε­ται από την Επι­τρο­πή Επι­χει­ρη­σια­κού Συ­ντο­νι­σμού, που συ­στή­νε­ται με από­φα­ση του Πρω­θυ­πουρ­γού, ορί­ζο­νται οι φο­ρείς προ­έ­λευ­σης των απο­σπώ­με­νων υπαλ­λή­λων που το συ­γκρο­τούν, οι αρ­μο­διό­τη­τές του και πα­ρέ­χο­νται εξου­σιο­δο­τή­σεις για την ρύθ­μι­ση θε­μά­των σχε­τι­κών με την στε­λέ­χω­σή του καθώς και για κάθε θέμα ανα­φο­ρι­κά με την έδρα, τη δομή, τις υπο­δο­μές του κ.λπ. (άρθρο 6)
7. Κα­θο­ρί­ζο­νται οι επι­βαλ­λό­με­νες διοι­κη­τι­κές και ποι­νι­κές κυ­ρώ­σεις, σε πε­ρί­πτω­ση πα­ρά­βα­σης των ορι­ζο­μέ­νων από τις τι­θέ­με­νες δια­τά­ξεις και οι δια­τά­ξεις που κα­ταρ­γού­νται. (άρθρα 7 και 8)
8. Προ­στί­θε­ται, ως ξε­χω­ρι­στή κα­τη­γο­ρία προ­ϊ­ό­ντος, στις κα­τη­γο­ρί­ες βιο­μη­χα­νο­ποι­η­μέ­νων κα­πνών που υπό­κει­νται σε ΕΦΚ, το μείγ­μα κα­πνού που πε­ριέ­χε­ται στο ηλε­κτρο­νι­κά θερ­μαι­νό­με­νο προ­ϊ­όν κα­πνού και ορί­ζο­νται, ο συ­ντε­λε­στής του φόρου κα­τα­νά­λω­σης που επι­βάλ­λε­ται στο εν λόγω προ­ϊ­όν και η βάση υπο­λο­γι­σμού του. (άρθρο 9)
9. α. Ανα­προ­σαρ­μό­ζο­νται τα όρια υπα­γω­γής στο κα­θε­στώς ανα­στο­λής κα­τα­βο­λής του ΦΠΑ, κατά την ει­σα­γω­γή εμπο­ρευ­μά­των μη υπο­κεί­με­νων σε ΕΦΚ, σε του­λά­χι­στον δια­κό­σια πε­νή­ντα εκα­τομ­μύ­ρια (250.000.000) ευρώ ετη­σί­ως, ως προς την πραγ­μα­το­ποιού­με­νη στα­τι­στι­κή αξία των ει­σα­γω­γών ενός ει­σα­γω­γέα [σή­με­ρα ανέρ­χε­ται σε τρια­κό­σια εκα­τομ­μύ­ρια (300.000.000) ευρώ], και σε εκατό εκα­τομ­μύ­ρια (100.000.000) ευρώ, κατά τα πέντε (5) πρώτα έτη έντα­ξης στο ανω­τέ­ρω κα­θε­στώς [σή­με­ρα ανέρ­χε­ται σε εκα­τόν εί­κο­σι εκα­τομ­μύ­ρια (120.000.000) ευρώ]. (Ο ΦΠΑ που δεν ει­σπράτ­τε­ται κατά την ει­σα­γω­γή των αγα­θών, σύμ­φω­να με τα ανω­τέ­ρω, ει­σπράτ­τε­ται από τις κατά τόπο αρ­μό­διες ΔΟΥ, βάσει της πε­ριο­δι­κής δή­λω­σης ΦΠΑ του ει­σα­γω­γέα).
β. Προ­βλέ­πε­ται ανα­δρο­μι­κά, από τις 7.3.2013, ότι εφό­σον, μετά την υπα­γω­γή του ει­σα­γω­γέα στο ανω­τέ­ρω κα­θε­στώς, δια­πι­στω­θεί πα­ρά­βα­ση των σχε­τι­κών προ­ϋ­πο­θέ­σε­ων υπα­γω­γής του: i) η προ­βλε­πό­με­νη άδεια ανα­κα­λεί­ται (σή­με­ρα ορί­ζε­ται ότι παύει στο εξής να ισχύ­ει), ii) γεν­νά­ται τε­λω­νεια­κή οφει­λή για την αξία των ει­σα­γό­με­νων αγα­θών που, βάσει ελέγ­χου, δεν έχουν απο­τε­λέ­σει αντι­κεί­με­νο εξα­γω­γής ή πα­ρά­δο­σης σε άλλο κρά­τος – μέλος και iii) επι­βάλ­λε­ται πρό­στι­μο ύψους δέκα χι­λιά­δων (10.000) ευρώ στον ει­σα­γω­γέα.
γ. Επα­να­κα­θο­ρί­ζε­ται η δια­δι­κα­σία επι­στρο­φής των αχρε­ω­στή­τως ει­σπρα­χθέ­ντων ποσών στους δι­καιού­χους, με ηλε­κτρο­νι­κό τρόπο, από τις τα­μεια­κές υπη­ρε­σί­ες των Τε­λω­νεί­ων. (άρθρα 10 και 11)
ΜΕΡΟΣ Β’
Με τις δια­τά­ξεις του δεύ­τε­ρου Μέ­ρους του υπό ψή­φι­ση νόμου, εν­σω­μα­τώ­νε­ται στην εθνι­κή νο­μο­θε­σία η Από­φα­ση 2009/917/ΔΕΥ του Συμ­βου­λί­ου της 30ης Νο­εμ­βρί­ου 2009, σχε­τι­κά με τη χρήση της πλη­ρο­φο­ρι­κής για τε­λω­νεια­κούς σκο­πούς. Ει­δι­κό­τε­ρα:
1. Προσ­διο­ρί­ζε­ται ο σκο­πός και το αντι­κεί­με­νο της ανω­τέ­ρω από­φα­σης και πα­ρα­τί­θε­νται οι ορι­σμοί που χρη­σι­μο­ποιού­νται για την εφαρ­μο­γή αυτής. Συ­γκε­κρι­μέ­να, προ­βλέ­πε­ται με­τα­ξύ άλλων, η:
α) χρη­σι­μο­ποί­η­ση του Τε­λω­νεια­κού Συ­στή­μα­τος Πλη­ρο­φο­ριών (ΤΣΠ), για σκο­πούς στρα­τη­γι­κής και επι­χει­ρη­σια­κής ανά­λυ­σης και για βελ­τί­ω­ση των με­θό­δων συ­νερ­γα­σί­ας και ελέγ­χων των τε­λω­νεια­κών αρχών των κρα­τών μελών, της Ευ­ρω­παϊ­κής Αστυ­νο­μί­ας (Ευ­ρω­πόλ) και της Ευ­ρω­παϊ­κής Δι­κα­στι­κής Αστυ­νο­μί­ας (Eurojust), με σκοπό την πρό­λη­ψη, έρευ­να και δίωξη σο­βα­ρών πα­ρα­βά­σε­ων της ισχύ­ου­σας νο­μο­θε­σί­ας,
β)) ίδρυ­ση ει­δι­κής βάσης δε­δο­μέ­νων του Τε­λω­νεια­κού Συ­στή­μα­τος Πλη­ρο­φο­ριών, επο­νο­μα­ζό­με­νη ως «Αρ­χείο Φα­κέ­λων Τε­λω­νεια­κών Ερευ­νών». (άρθρα 12-14)
2. Ορί­ζο­νται:
οι κα­τη­γο­ρί­ες δε­δο­μέ­νων που πε­ρι­λαμ­βά­νει το ΤΣΠ, και οι σκο­ποί για τους οποί­ους επι­τρέ­πε­ται η κα­τα­χώ­ρι­ση αυτών, τα ει­δι­κό­τε­ρα στοι­χεία που κατά πε­ρί­πτω­ση κα­τα­χω­ρί­ζο­νται στο ΤΣΠ για την εκ­πλή­ρω­ση των σκο­πών του, καθώς και τα δε­δο­μέ­να προ­σω­πι­κού χα­ρα­κτή­ρα που επι­τρέ­πε­ται να κα­τα­χω­ρού­νται σε αυτό, οι πλη­ρο­φο­ρί­ες που δύ­να­ται να δια­βι­βα­στούν μέσω του ΤΣΠ στο πα­ρέ­χον στοι­χεία κρά­τος-μέλος. (άρθρα 15-18)
3.α. Κα­θο­ρί­ζε­ται, ως εθνι­κή αρχή που έχει δι­καί­ω­μα πρό­σβα­σης στο ΤΣΠ, η Διεύ­θυν­ση Στρα­τη­γι­κής Τε­λω­νεια­κών Ελέγ­χων και Πα­ρα­βά­σε­ων της Γε­νι­κής Διεύ­θυν­σης Τε­λω­νεί­ων και ΕΦΚ της ΓΓΔΕ του Υπουρ­γεί­ου Οι­κο­νο­μι­κών. Πα­ρέ­χε­ται εξου­σιο­δό­τη­ση, στον Υπουρ­γό Οι­κο­νο­μι­κών και στον κατά πε­ρί­πτω­ση αρ­μό­διο Υπουρ­γό, να ορί­σει και άλλες δη­μό­σιες εθνι­κές αρχές με δι­καί­ω­μα πρό­σβα­σης στο ΤΣΠ.
β. Επι­τρέ­πε­ται, η προ­α­να­φε­ρό­με­νη αρχή, η Europol και η Eurojust, να χρη­σι­μο­ποιούν δε­δο­μέ­να από το ΤΣΠ και για διοι­κη­τι­κούς, στα­τι­στι­κούς, ιστο­ρι­κούς ή επι­στη­μο­νι­κούς σκο­πούς, κατά τα ει­δι­κώς ορι­ζό­με­να.
γ. Ανα­φέ­ρε­ται το νο­μι­κό πλαί­σιο που διέ­πει το κα­θε­στώς προ­στα­σί­ας των δε­δο­μέ­νων προ­σω­πι­κού χα­ρα­κτή­ρα κατά την κα­τα­χώ­ρι­ση και χρήση των δε­δο­μέ­νων του ΤΣΠ, κ.λπ. (άρθρα 19-22)
4. Προσ­διο­ρί­ζε­ται το πλαί­σιο συ­νερ­γα­σί­ας της Ελ­λη­νι­κής Δη­μο­κρα­τί­ας με την Europol και την Eurojust ανα­φο­ρι­κά με τις πλη­ρο­φο­ρί­ες που κα­τα­χω­ρί­ζο­νται στο ΤΣΠ. (άρθρα 23-24)
5. α. Πα­ρα­τί­θε­νται τα δι­καιώ­μα­τα και οι υπο­χρε­ώ­σεις της Ελ­λη­νι­κής Δη­μο­κρα­τί­ας ως προς τα δε­δο­μέ­να που κα­τα­χω­ρί­ζει στο ΤΣΠ.
β. Προ­βλέ­πε­ται η φύ­λα­ξη των δε­δο­μέ­νων που ει­σή­χθη­σαν στο ΤΣΠ απο­κλει­στι­κά και μόνο για το χρο­νι­κό διά­στη­μα που θε­ω­ρεί­ται απα­ραί­τη­το για την επί­τευ­ξη του σκο­πού της κα­τα­χώ­ρι­σης. (άρθρα 25-26)
6. Κα­θο­ρί­ζο­νται:
οι κα­τη­γο­ρί­ες δε­δο­μέ­νων που κα­τα­χω­ρί­ζο­νται στο Αρ­χείο Φα­κέ­λων Τε­λω­νεια­κών Ερευ­νών, καθώς και η χρήση αυτών. Επί­σης, θε­σπί­ζο­νται εξαι­ρέ­σεις από την υπο­χρέ­ω­ση κα­τα­χώ­ρι­σης δε­δο­μέ­νων στο Αρ­χείο, οι αρχές που δύ­να­νται να κα­τα­χω­ρί­ζουν δε­δο­μέ­να στο Αρ­χείο (Europol, Eurojust κ.λπ.), οι χρο­νι­κές πε­ρί­ο­δοι τή­ρη­σης των δε­δο­μέ­νων εντός του Αρ­χεί­ου κ.λπ. (άρθρα 27-32)
7. Πα­ρα­τί­θε­νται οι πε­ρι­πτώ­σεις κατά τις οποί­ες θι­γό­με­να πρό­σω­πα δύ­να­νται να εγεί­ρουν αγωγή ή να προ­σφύ­γουν ενώ­πιον δι­κα­στη­ρί­ου ή αρ­μό­διας αρχής, σε πε­ρί­πτω­ση πα­ρα­βί­α­σης των δι­καιω­μά­των τους, σχε­τι­κά με δε­δο­μέ­να προ­σω­πι­κού χα­ρα­κτή­ρα. Ως αρ­μό­δια εθνι­κή αρχή, για τον έλεγ­χο της προ­στα­σί­ας των προ­σω­πι­κών δε­δο­μέ­νων, ορί­ζε­ται η Αρχή Προ­στα­σί­ας Δε­δο­μέ­νων Προ­σω­πι­κού Χα­ρα­κτή­ρα. (άρθρα 33- 34)
8. Προσ­διο­ρί­ζο­νται τα διοι­κη­τι­κά μέτρα ασφα­λεί­ας του ΤΣΠ, καθώς και η εθνι­κή αρχή που είναι υπεύ­θυ­νη γι’ αυτά. (άρθρα 35-36)
9. Κα­θο­ρί­ζο­νται οι υπο­χρε­ώ­σεις και η αστι­κή ευ­θύ­νη της Ελ­λη­νι­κής Δη­μο­κρα­τί­ας, για τα δε­δο­μέ­να που κα­τα­χω­ρί­ζο­νται στο ΤΣΠ κ.λπ. (άρθρα 37-39)
ΜΕΡΟΣ Γ’
1. Τρο­πο­ποιού­νται και συ­μπλη­ρώ­νο­νται δια­τά­ξεις του Κώ­δι­κα Φο­ρο­λο­γι­κής Δια­δι­κα­σί­ας (ΚΦΔ, ν. 4174/2014) και με­τα­ξύ άλλων:
α. Θε­σπί­ζο­νται απευ­θεί­ας από τον ΚΦΔ οι κυ­ρώ­σεις για την πα­ρα­βί­α­ση του απορ­ρή­του των στοι­χεί­ων και πλη­ρο­φο­ριών που τη­ρού­νται στη Φο­ρο­λο­γι­κή Διοί­κη­ση. Ει­δι­κό­τε­ρα, για τους υπαλ­λή­λους που υπο­χρε­ού­νται κατά το άρθρο 17 του ίδιου νόμου να το τη­ρούν επι­βάλ­λε­ται πρό­στι­μο ύψους από χίλια έως εκατό χι­λιά­δες (1.000 – 100.000) ευρώ, ενώ για την πα­ρα­βί­α­ση από τους υπαλ­λή­λους ή τους διοι­κού­ντες τις ανα­δό­χους εται­ρεί­ες, που ανα­λαμ­βά­νουν έργα του Υπουρ­γεί­ου Οι­κο­νο­μι­κών, επι­βάλ­λε­ται πρό­στι­μο ύψους δια­κο­σί­ων χι­λιά­δων (200.000) ευρώ ανά πα­ρά­βα­ση στην εται­ρεία.
β. Προ­στί­θε­νται στο άρθρο 54 νέες πε­ρι­πτώ­σεις δια­δι­κα­στι­κών πα­ρα­βά­σε­ων και τα πρό­στι­μα που επι­βάλ­λο­νται για κάθε μία από αυτές,
γ. Επα­να­προσ­διο­ρί­ζε­ται, από 1.1.2016, η αφε­τη­ρία επι­βο­λής τόκων στις πε­ρι­πτώ­σεις στις οποί­ες ο φο­ρο­λο­γού­με­νος δεν υπο­βάλ­λει δή­λω­ση στοι­χεί­ων ακι­νή­των ή υπο­βάλ­λει εκ­πρό­θε­σμα ή ανα­κρι­βή τέ­τοια δή­λω­ση (ορί­ζε­ται, εφε­ξής, η επο­μέ­νη της ημε­ρο­μη­νί­ας της πρώ­της ηλε­κτρο­νι­κής έκ­δο­σης των πρά­ξε­ων διοι­κη­τι­κού προσ­διο­ρι­σμού του φόρου για το οι­κείο έτος, αντί της επο­μέ­νης της κα­τα­λη­κτι­κής ημε­ρο­μη­νί­ας υπο­βο­λής δή­λω­σης στοι­χεί­ων ακι­νή­των του οι­κεί­ου έτους που ισχύ­ει σή­με­ρα). (άρθρο 40)
2. Τρο­πο­ποιού­νται και συ­μπλη­ρώ­νο­νται δια­τά­ξεις του ν. 4308/2014 (περί Ελ­λη­νι­κών Λο­γι­στι­κών Προ­τύ­πων) κυ­ρί­ως στα εξής:
α. Επα­να­κα­θο­ρί­ζο­νται, αφε­νός τα κρι­τή­ρια για την εφαρ­μο­γή των δια­τά­ξε­ων του ανω­τέ­ρω νόμου από τους φο­ρείς του Δη­μο­σί­ου τομέα (εντός και εκτός Γε­νι­κής Κυ­βέρ­νη­σης) και αφε­τέ­ρου οι συ­γκε­κρι­μέ­νες υπο­χρε­ώ­σεις των εν λόγω φο­ρέ­ων που δεν εμπί­πτουν στην εφαρ­μο­γή του ν. 4308/2014.
β. Ορί­ζε­ται ότι, οι οντό­τη­τες (γε­νι­κά), που βάσει του ν. 4308/2014 μπο­ρούν να χρη­σι­μο­ποιούν απλο­γρα­φι­κό λο­γι­στι­κό σύ­στη­μα αλλά από άλλο νόμο υπο­χρε­ού­νται σε σύ­ντα­ξη ισο­λο­γι­σμού χωρίς τή­ρη­ση δι­πλο­γρα­φι­κού συ­στή­μα­τος, δεν υπο­χρε­ού­νται από τον ν. 4308/2014 σε εφαρ­μο­γή δι­πλο­γρα­φι­κού λο­γι­στι­κού συ­στή­μα­τος. (άρθρο 41)
3. Στο άρθρο 9 του ν. 3943/2011, σχε­τι­κά με την υπο­χρε­ω­τι­κή δη­μο­σιο­ποί­η­ση στο δια­δί­κτυο των στοι­χεί­ων των λη­ξι­πρό­θε­σμων οφει­λών προς το Δη­μό­σιο άνω των 150.000 ευρώ, πε­ρι­λαμ­βά­νο­νται πλέον και οι ασφα­λι­στι­κές ει­σφο­ρές προς τους Φο­ρείς Κοι­νω­νι­κής Ασφά­λι­σης (ΦΚΑ). Πα­ράλ­λη­λα, μειώ­νε­ται στους 3 μήνες (από ένα έτος) το ελά­χι­στο χρο­νι­κό διά­στη­μα κα­θυ­στέ­ρη­σης κα­τα­βο­λής που απο­τε­λεί προ­ϋ­πό­θε­ση για τη δη­μο­σιο­ποί­η­ση, και διευ­ρύ­νο­νται οι κα­τη­γο­ρί­ες των οφει­λών που εξαι­ρού­νται από τις ρυθ­μί­σεις του εν λόγω άρ­θρου. (άρθρο 42)
4. Κα­ταρ­γεί­ται, από τότε που ίσχυ­σε (δηλ. από 9.7.2015 που δη­μο­σιεύ­τη­κε ο ν. 4332/2015), η πε­ρί­πτω­ση α’ της πα­ρα­γρά­φου 5 του άρ­θρου 9 του ν. 4171/1961 που όριζε ως όρο για την απαλ­λα­γή από φόρο ει­σο­δή­μα­τος των αλ­λο­δα­πών τε­χνι­κών επι­χει­ρή­σε­ων για τα ει­σο­δή­μα­τά τους από ερ­γα­σί­ες εκτός της Ελ­λη­νι­κής Επι­κρά­τειας και υπεύ­θυ­νη δή­λω­ση ως προς το ότι δεν ασκούν επι­χει­ρη­μα­τι­κή δρα­στη­ριό­τη­τα εντός της Ελ­λη­νι­κής Επι­κρά­τειας με πα­ράλ­λη­λη ανα­φο­ρά στις χώρες που δρα­στη­ριο­ποιού­νται. (άρθρο 43)
5. Εγκρί­νε­ται, από την 1.1.2006 η συμ­με­το­χή της Ελ­λά­δας, ως πλή­ρους μέ­λους στον μη κερ­δο­σκο­πι­κό δια­κυ­βερ­νη­τι­κό Ορ­γα­νι­σμό με την ονο­μα­σία «Εν­δο­ευ­ρω­παϊ­κός Ορ­γα­νι­σμός Φο­ρο­λο­γι­κών Διοι­κή­σε­ων» (Intraeuropean Organisation of Tax Administrations – IOTA) που τελεί υπό την αι­γί­δα της Ευ­ρω­παϊ­κής Ένω­σης, σύμ­φω­να με την υπ’αριθ. 1040837/12.04.2006 αί­τη­ση, υπό μορφή επι­στο­λής, του Υφυ­πουρ­γού Οι­κο­νο­μι­κών και την υπ’ αριθ. 100/26.05.2006 απο­δο­χή του ελ­λη­νι­κού αι­τή­μα­τος για έντα­ξη στον ως άνω Ορ­γα­νι­σμό. Από την 1.1.2006 ενερ­γο­ποιεί­ται η ισχύς των δια­τά­ξε­ων του κα­τα­στα­τι­κού του εν λόγω Ορ­γα­νι­σμού σύμ­φω­να με το οποίο η Ελ­λά­δα απο­τε­λεί πλή­ρες μέλος του. (άρθρο 44)
6. Πα­ρα­τεί­νο­νται, έως 30.10.2016, οι προ­θε­σμί­ες για την υπο­βο­λή από τους φο­ρο­λο­γου­μέ­νους της ανέκ­κλη­της δή­λω­σης απο­δο­χής των πα­ρα­βά­σε­ών τους, προ­κει­μέ­νου να εφαρ­μο­στούν για τις εκ­κρε­μείς (κατά τη δη­μο­σί­ευ­ση του ν. 4337/2015) υπο­θέ­σεις οι ευ­νοϊ­κό­τε­ρες δια­τά­ξεις του ίδιου νόμου. Πα­ράλ­λη­λα, ρυθ­μί­ζε­ται ο χρό­νος κα­τα­βο­λής του συ­νό­λου της οφει­λής που απο­τε­λεί προ­ϋ­πό­θε­ση για την εφαρ­μο­γή των ευ­νοϊ­κό­τε­ρων για τους φο­ρο­λο­γου­μέ­νους δια­τά­ξε­ων. (άρθρο 45)
7. Τρο­πο­ποιού­νται οι δια­τά­ξεις για τα ετή­σια τέλη κυ­κλο­φο­ρί­ας οχη­μά­των για το έτος 2017 και τα επό­με­να. Ει­δι­κό­τε­ρα, κρι­τή­ριο για τον υπο­λο­γι­σμό των τελών των οχη­μά­των με βάση τους ισχύ­ο­ντες και σή­με­ρα πί­να­κες θα είναι πλέον ο χρό­νος πρώ­της τα­ξι­νό­μη­σης, όχι μόνο στην Ελ­λά­δα, αλλά και σε χώρα της EE ή του Ευ­ρω­παϊ­κού Οι­κο­νο­μι­κού Χώρου (ΕΟΧ). Με αυτόν τον τρόπο, αυ­το­κί­νη­τα που, πριν την πρώτη τα­ξι­νό­μη­σή τους στην Ελ­λά­δα, είχαν τα­ξι­νο­μη­θεί σε χώρα της EE ή του ΕΟΧ θα απο­τε­λούν πλέον πα­λαιό­τε­ρα αυ­το­κί­νη­τα για την επι­βο­λή των τελών κυ­κλο­φο­ρί­ας. (άρθρο 46)
8. Τρο­πο­ποιού­νται, από 1.1.2017, οι δια­τά­ξεις του άρ­θρου 41 του Κώ­δι­κα ΦΠΑ (ν. 2859/2000), σχε­τι­κά με το ει­δι­κό κα­θε­στώς αγρο­τών (ισχύ­ει για τους αγρό­τες με ακα­θά­ρι­στα έσοδα κάτω των 15.000 ευρώ και επι­δο­τή­σεις κάτω των 5.000 ευρώ) κυ­ρί­ως στα εξής:
α. Για πα­ρα­δό­σεις αγρο­τι­κών προ­ϊ­ό­ντων πα­ρα­γω­γής τους και για πα­ρο­χές αγρο­τι­κών υπη­ρε­σιών που πραγ­μα­το­ποιού­νται προς άλ­λους αγρό­τες που υπά­γο­νται στο ει­δι­κό κα­θε­στώς ή προς μη υπο­κεί­με­να στο φόρο πρό­σω­πα εκ­δί­δε­ται ει­δι­κό στοι­χείο που πε­ρι­λαμ­βά­νει το είδος, την πο­σό­τη­τα και την αξία των πα­ρα­δι­δό­με­νων αγα­θών ή το είδος και την αξία των πα­ρε­χό­με­νων υπη­ρε­σιών. Η αξία που ανα­γρά­φε­ται επί του ει­δι­κού στοι­χεί­ου λαμ­βά­νε­ται υπόψη για τον προσ­διο­ρι­σμό των ακα­θά­ρι­στων εσό­δων (προ­κει­μέ­νου να υπα­χθούν ή μη στο ει­δι­κό κα­θε­στώς).
β. Παύ­ουν να υπά­γο­νται στο ει­δι­κό κα­θε­στώς οι αγρό­τες που πα­ρα­δί­δουν προ­ϊ­ό­ντα πα­ρα­γω­γής τους από λαϊ­κές αγο­ρές ή από δικό τους κα­τά­στη­μα ή πραγ­μα­το­ποιούν εξα­γω­γές ή πα­ρα­δό­σεις των προ­ϊ­ό­ντων τους προς άλλο κρά­τος μέλος της EE. [Μέχρι σή­με­ρα η ανω­τέ­ρω κα­τη­γο­ρία αγρο­τών υπα­γό­ταν στο ει­δι­κό κα­θε­στώς (ακόμα και εάν ασκού­σαν και άλλη οι­κο­νο­μι­κή δρα­στη­ριό­τη­τα για την οποία είχαν υπο­χρέ­ω­ση να τη­ρούν βι­βλία) και δι­καιού­νταν επι­στρο­φή φόρου με την εφαρ­μο­γή κατ’ απο­κο­πή συ­ντε­λε­στή 3%.]
γ. Η προ­αι­ρε­τι­κή με­τά­τα­ξη από το ει­δι­κό στο κα­νο­νι­κό κα­θε­στώς δεν μπο­ρεί να ανα­κλη­θεί πριν την πά­ρο­δο τριε­τί­ας αντί πε­ντα­ε­τί­ας που ίσχυε. (άρθρο 47)
9. Συ­μπλη­ρώ­νε­ται το άρθρο 167 του ν. 4099/2012 (σχε­τι­κά με την κα­θα­ριό­τη­τα των κτη­ρί­ων των δη­μο­σί­ων υπη­ρε­σιών κ.λπ.) και προ­βλέ­πο­νται τα εξής:
α. Για την κά­λυ­ψη των ανα­γκών κα­θα­ριό­τη­τας των κτη­ρί­ων του Υπουρ­γεί­ου Οι­κο­νο­μι­κών, όπως προσ­διο­ρί­στη­καν με την ΑΤΔ 1140472 ΕΞ 2015/30.10.2015 (Β’ 2347) υπουρ­γι­κή από­φα­ση, μπο­ρεί να επα­να­συ­νά­πτο­νται ατο­μι­κές συμ­βά­σεις μί­σθω­σης έργου, με ημε­ρο­μη­νία λήξης 31.12.2016, με ιδιώ­τες που απα­σχο­λού­νταν στον κα­θα­ρι­σμό των εν λόγω κτη­ρί­ων με οποια­δή­πο­τε σχέση ερ­γα­σί­ας, κατά πα­ρέκ­κλι­ση κάθε άλλης γε­νι­κής ή ει­δι­κής διά­τα­ξης. Οι ανω­τέ­ρω συμ­βά­σεις υπο­γρά­φο­νται εντός δε­κα­πέ­ντε (15) ημε­ρών από την έναρ­ξη ισχύ­ος του υπό ψή­φι­ση νόμου.
β. Δα­πά­νες, από τις αυ­το­δι­καί­ως πα­ρα­τα­θεί­σες (βάσει του εν λόγω άρ­θρου) ατο­μι­κές συμ­βά­σεις για την ερ­γα­σία που πα­ρα­σχέ­θη­κε δυ­νά­μει των συμ­βά­σε­ων αυτών για την κα­θα­ριό­τη­τα κτη­ρί­ων της ΓΓΔΕ από 1.1.2016 μέχρι και την έναρ­ξη ισχύ­ος του υπό ψή­φι­ση νόμου, γί­νε­ται να πλη­ρω­θούν, σε βάρος των πι­στώ­σε­ων του προ­ϋ­πο­λο­γι­σμού του Υπουρ­γεί­ου Οι­κο­νο­μι­κών τρέ­χο­ντος οι­κο­νο­μι­κού έτους, κατά πα­ρέκ­κλι­ση των περί δε­σμεύ­σε­ως υπο­χρε­ώ­σε­ων δια­τά­ξε­ων. (άρθρο 48)
10. Τρο­πο­ποιού­νται και συ­μπλη­ρώ­νο­νται (από 1.1.2016) δια­τά­ξεις της κεί­με­νης νο­μο­θε­σί­ας, σχε­τι­κά με τη δή­λω­ση στοι­χεί­ων ακι­νή­των και τον Ενιαίο Φόρο Ιδιο­κτη­σί­ας Ακι­νή­των (ΕΝΦΙΑ), στα εξής ση­μεία:
α. Ορί­ζε­ται ότι, στις πε­ρι­πτώ­σεις που υπό­χρε­ος για την υπο­βο­λή δη­λώ­σε­ων στοι­χεί­ων ακι­νή­των είναι ο κη­δε­μό­νας σχο­λά­ζου­σας κλη­ρο­νο­μιάς, ο εκτε­λε­στής δια­θή­κης ή ο εκ­κα­θα­ρι­στής κλη­ρο­νο­μιάς, ο σύν­δι­κος της πτώ­χευ­σης και ο με­σεγ­γυού­χος ακί­νη­της πε­ριου­σί­ας, η πε­ριου­σία αυτή δη­λώ­νε­ται δια­χω­ρι­σμέ­νη από την ατο­μι­κή τους πε­ριου­σία. Όμοια αντι­με­τώ­πι­ση προ­βλέ­πε­ται και κατά την υπο­χρέ­ω­ση των πα­ρα­πά­νω προ­σώ­πων σε κα­τα­βο­λή του ΕΝΦΙΑ.
β. Επα­να­κα­θο­ρί­ζο­νται οι προ­ϋ­πο­θέ­σεις για τη χο­ρή­γη­ση έκ­πτω­σης στο φο­ρο­λο­γού­με­νο, τον ή τη σύ­ζυ­γο και τα εξαρ­τώ­με­να τέκνα της οι­κο­γέ­νειάς του, για τον οφει­λό­με­νο ΕΝΦΙΑ. Συ­γκε­κρι­μέ­να, δεν χο­ρη­γεί­ται, εφε­ξής, επί του ΕΝΦΙΑ η έκ­πτω­ση 50% (άρθρο 7 παρ.1 ν.4223/2013) και 100% (άρθρο 7 παρ.2 ν. 4223/2013) σε φυ­σι­κά πρό­σω­πα τα οποία έχουν ει­σο­δή­μα­τα από τό­κους άνω των 300 ευρώ και 600 ευρώ, αντί­στοι­χα. (άρθρο 49)
11. Διευ­ρύ­νο­νται οι πε­ρι­πτώ­σεις ει­δι­κών απαλ­λα­γών από τον ΦΠΑ με την προ­σθή­κη νέας, η οποία αφορά στην πα­ρά­δο­ση αγα­θών και στην πα­ρο­χή υπη­ρε­σιών σε ευ­ρω­παϊ­κούς και διε­θνείς ορ­γα­νι­σμούς, σε φι­λαν­θρω­πι­κούς ορ­γα­νι­σμούς εγ­χώ­ριους ή άλλων χωρών, καθώς και σε πρε­σβεί­ες κρα­τών, με σκοπό να δια­τε­θούν πε­ραι­τέ­ρω, άνευ ανταλ­λάγ­μα­τος, σε υπη­ρε­σί­ες του δη­μο­σί­ου τομέα, σε οτα, σε νπδδ, σε εκ­κλη­σια­στι­κά νο­μι­κά πρό­σω­πα, καθώς και σε νπιδ ή σε οντό­τη­τες που επο­πτεύ­ο­νται από τους ανω­τέ­ρω φο­ρείς, για την κά­λυ­ψη των ανα­γκών των προ­σφύ­γων. Η ισχύς της εν λόγω ρύθ­μι­σης αρ­χί­ζει από την 1.1.2015. (άρθρο 50).
enikonomia.gr

Σχολιασμός Άρθρου

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται.

Προσθέστε ένα σχόλιο

Το E-mail δεν θα δημοσιευτεί.
Πρέπει να συμπληρωθούν όλα τα πεδία για την υποβολή του σχολίου.