ΕΙΔΗΣΕΙΣ

Υπόμνημα ΕΣΕΕ για το Μεσοπρόθεσμο 2019-2022 – Τα σημεία διαφωνίας

news room 1 λεπτό ανάγνωση
Κορκίδης

Η ΕΣΕΕ παρέστη χθες στην κοινή συνε­δρί­αση των Επι­τρο­πών Οικο­νο­μι­κών Υπο­θέ­σεων, Παρα­γω­γής και Εμπο­ρίου, Κοι­νω­νι­κών Υπο­θέ­σεων και Δημό­σιας Διοί­κη­σης, Δημό­σιας Τάξης και Δικαιο­σύ­νης της Βουλής, όπου και κατέ­θεσε ανα­λυ­τικό υπό­μνημα στο οποίο εκθέτει τις θέσεις και απόψεις του εμπο­ρι­κού κόσμου σε σχέση με το υπό συζή­τηση πολυ­νο­μο­σχέ­διο ψηφί­ζε­ται αύριο.

Το Υπό­μνημα και οι σχε­τι­κές παρα­τη­ρή­σεις της ΕΣΕΕ εστιά­ζο­νται στα εξής σημεία:

Ι. Εργα­σιακά

Στο άρθρο 15 του πολυ­νο­μο­σχε­δίου περι­λαμ­βά­νο­νται οι συμπλη­ρώ­σεις του ν. 1876/1990 σε ότι αφορά τη μεσο­λά­βηση και την διαι­τη­σία των συλ­λο­γι­κών εργα­τι­κών δια­φο­ρών. Οι τρεις μετα­βο­λές που επέρ­χο­νται είναι οι εξής:

-Διευρύνονται τα κρι­τή­ρια της ειδικής αιτιο­λο­γίας του μεσο­λα­βητή ή του διαι­τητή, ώστε να εξε­τά­ζει -εκτός της οικο­νο­μι­κής κατά­στα­σης και της εξέ­λι­ξης της αντα­γω­νι­στι­κό­τη­τας της παρα­γω­γι­κής δραστηριότητας- και την εξέλιξη της αγο­ρα­στι­κής δύναμης του μισθού στον κλάδο.

-Καθιερώνεται δικαί­ωμα του μεσο­λα­βητή να τάξει προ­θε­σμία στα μέρη για συνέ­χιση των δια­βου­λεύ­σεων και με σκοπό την υπο­γραφή συλ­λο­γι­κής σύμ­βα­σης, πριν παρα­δώ­σει την δική του αιτιο­λο­γη­μένη πρόταση.

-Μεταβάλλεται η δυνα­τό­τητα μονο­με­ρούς προ­σφυ­γής στην διαι­τη­σία, ώστε να περι­λαμ­βά­νει το μέρος απο­δέ­χτηκε την πρόταση του μεσο­λα­βητή που απέρ­ριψε το άλλο μέρος, ως αντα­μοιβή της καλής πίστης που επέ­δειξε το μέρος που απο­δέ­χθηκε.

Δια­φω­νούμε με την πρό­βλεψη να μπορεί να προ­σφεύ­γει στην διαι­τη­σία μόνο όποιο μέρος απο­δέ­χθηκε την πρόταση του μεσο­λα­βητή. Η πρόταση του μεσο­λα­βητή δεν είναι θέσφατο για να κρίνει την επί­δειξη καλής πίστης των μερών με την αποδοχή της και μπορεί να περιέ­χει σοβαρά ελατ­τώ­ματα κατά την κρίση του μέρους που την απορ­ρί­πτει.  Συνα­κό­λουθα, θα πρέπει να παρα­μεί­νει σε ισχύ το υφι­στά­μενο καθε­στώς, σύμφωνα με το οποίο, οποιο­δή­ποτε από τα δύο μέρη που αφορά η συλ­λο­γική διαφορά αφορά, θα μπορεί να προ­σφεύ­γει στην διαι­τη­σία, είτε έχει απο­δε­χτεί την πρόταση του μεσο­λα­βητή, είτε όχι.

Συμ­φω­νούμε με την δυνα­τό­τητα του μεσο­λα­βητή να «δια­κό­πτει» στην ουσία την μεσο­λά­βηση ώστε να συνε­χί­ζο­νται οι δια­βου­λεύ­σεις μεταξύ των μερών.  Η διάταξη τονώνει την δια­δι­κα­σία της μεσο­λά­βη­σης και ενι­σχύει την αρμο­διό­τητα των κοι­νω­νι­κών εταίρων.

Δια­φω­νούμε ωστόσο με την πρό­βλεψη να συμπε­ρι­λη­φθεί στα κρι­τή­ρια της αιτιο­λο­γη­μέ­νης πρό­τα­σης ή από­φα­σης η πορεία της αγο­ρα­στι­κής δύναμης του μισθού, του­λά­χι­στον υπό το παρόν καθε­στώς.  Πρώτον,  θεω­ρούμε ότι το συγκε­κρι­μένο κρι­τή­ριο εμμέσως μπορεί να αξιο­λο­γη­θεί και βάσει των γενι­κό­τε­ρων ανα­φο­ρών του ισχύ­ο­ντος πλαι­σίου. Δεύ­τε­ρον, η εξέταση του αντι­κει­με­νι­κού κρι­τη­ρίου της αγο­ρα­στι­κής δύναμης του μισθού σε έναν τυχαίο κλάδο παρέλ­κει, πριν η Πολι­τεία λάβει πρώτα απ’ όλα τα ανα­γκαία μέτρα για την αύξηση του κοινού παρο­νο­μα­στή όλων των μισθών της χώρας, δηλαδή του κατώ­τα­του μισθού των 586 €.

Η ΕΣΕΕ θέλει να επα­να­λά­βει και ενώπιον της Βουλής, την πάγια θέση της, προ­τεί­νο­ντας την ανα­προ­σαρ­μογή του κατώ­τα­του μισθού σε δύο χρονικά και ποσο­τικά στάδια, τα οποία θα απέχουν του­λά­χι­στον ένα έτος μεταξύ τους, κατά το πρότυπο των τελευ­ταίων σχε­τι­κών Εθνικών Γενικών Συλ­λο­γι­κών Συμ­βά­σεων (ΕΓΣΣΕ 2008: 680,59 €, ΕΓΣΣΕ 2010: 751,39 €).  Η ΕΣΕΕ δεν αντι­με­τώ­πισε ποτέ φοβικά την αύξηση του κατώ­τα­του μισθού, αφού η εν λόγω κίνηση, θα ενι­σχύ­σει την κατα­νά­λωση, θα αυξήσει τον τζίρο των επι­χει­ρή­σεων και θα επι­τα­χύ­νει την αύξηση της απα­σχό­λη­σης, η οποία είναι και το ζητού­μενο σήμερα. Ανα­λυ­τι­κό­τερα:

-Η στα­διακή αύξηση του κατώ­τα­του μισθού στα 751,39 ευρώ (μεικτά) θα ανα­θερ­μά­νει την οικο­νο­μία, καθώς συνε­πά­γε­ται υψη­λό­τερη κατα­να­λω­τική ζήτηση.

-Η αύξηση του κατώ­τα­του μισθού θα προ­κα­λέ­σει τόνωση της ζήτησης και του κύκλου εργα­σιών των επι­χει­ρή­σεων στην αγορά, ενώ ταυ­τό­χρονα θα εισέ­ρεαν επι­πλέον έσοδα στα δημόσια ταμεία, από τον ΦΠΑ.

-Η επι­βά­ρυνση των εργο­δο­τών από την αύξηση του κατώ­τα­του μισθού, θα μπο­ρούσε να αντι­σταθ­μι­στεί εν μέρει μεσο­πρό­θε­σμα τόσο από την επι­δό­τηση της εργα­σίας, όσο και από την ενί­σχυση του κύκλου εργα­σιών και την μείωση του μη μισθο­λο­γι­κού κόστους.

ΙΙ. Πτω­χευ­τικό

Με τις προ­τει­νό­με­νες τρο­πο­ποι­ή­σεις, γίνεται επιει­κέ­στερο το καθε­στώς απέ­να­ντι στους οφει­λέ­τες, που, ελλεί­ψει πτω­χευ­τι­κής περιου­σίας, δεν μπορούν να πτω­χεύ­σουν και παρα­μέ­νουν έτσι σε μια ιδιό­τυπη ομηρία. Στην περί­πτωση αυτή, ο οφει­λέ­της θα κηρύσ­σε­ται συγ­γνω­στός, μετά την παρέ­λευση τριών ετών από την κατα­χώ­ριση του ονό­μα­τος ή της επω­νυ­μίας του στο ΓΕΜΗ και στα μητρώα πτω­χεύ­σεων.  Το συγ­γνω­στό του οφει­λέτη καθιε­ρώ­νε­ται ως η μόνη προ­ϋ­πό­θεση για την απαλ­λαγή του, ενώ δια­σφα­λί­ζε­ται η δυνα­τό­τητα να τεθούν υπόψη του δικα­στη­ρίου οι παρα­τη­ρή­σεις των πιστω­τών. Τίθεται, βέβαια, μεγα­λύ­τερο χρονικό διά­στημα, αυτό των 3 ετών (αντί των 2 που προ­βλέ­πει η γενική ρύθμιση), με βάση το σκε­πτικό ότι ο χρόνος αυτός συμπί­πτει με τη δια­γραφή της σχε­τι­κής κατα­χώ­ρι­σης και για την απο­θάρ­ρυνση τυχόν κατα­στρα­τη­γή­σεων του θεσμού.

Η ΕΣΕΕ συμ­φω­νεί με τις προ­τει­νό­με­νες τρο­πο­ποι­ή­σεις, καθώς το πλαίσιο ενι­σχύ­ε­ται προς την κατεύ­θυνση της δεύ­τε­ρης ευκαι­ρίας στους επι­χει­ρη­μα­τίες που πτώ­χευ­σαν, ενώ τελού­σαν σε καλή πίστη.

ΙΙΙ. Βασικά σημεία ΜΠΔΣ 2019-2022

Το επι­και­ρο­ποι­η­μένο Μεσο­πρό­θε­σμο Πρό­γραμμα Δημο­σιο­νο­μι­κής Στρα­τη­γι­κής 2019 -2022, περι­λαμ­βά­νει μία σειρά ήδη ψηφι­σμέ­νων μέτρων, όπως  επίσης και προ­βλέ­ψεις για την πορεία βασικών μακρο­οι­κο­νο­μι­κών μεγεθών της ελλη­νι­κής οικο­νο­μίας την περίοδο 2018-2022. Ειδι­κό­τερα, για το τρέχον έτος προ­βλέ­πε­ται πρω­το­γε­νές πλε­ό­να­σμα 3,56% του ΑΕΠ, το οποίο αυξά­νε­ται σε 3,96% του ΑΕΠ το 2019, σε 4,15% του ΑΕΠ το 2020, σε 4,53% του ΑΕΠ το 2021 και σε 5,19% του ΑΕΠ το 2022. Όσον αφορά στους ρυθμούς ανά­πτυ­ξης της ελλη­νι­κής οικο­νο­μίας, υπο­λο­γί­ζε­ται μία μέση άνοδος μεταξύ 2,0% και 2,5% ανά έτος, για την περίοδο 2018 – 2021, ενώ το 2022 ο ρυθμός ετήσιας αύξησης θα υπο­χω­ρή­σει στο 1,8%. Παρόλα αυτά και βάσει των στοι­χείων του Πίνακα 1, παρα­τη­ρεί­ται πως η εκτι­μώ­μενη επί­τευξη του υψη­λό­τε­ρου πρω­το­γε­νούς πλε­ο­νά­σμα­τος το 2022 (5,19% του ΑΕΠ) συμπί­πτει με το χαμη­λό­τερο ετήσιο ρυθμό αύξησης της οικο­νο­μι­κής δρα­στη­ριό­τη­τας της πεντα­ε­τίας (+1,8% αύξηση του ΑΕΠ το 2022).

Παράλ­ληλα, σχετικά με το σκέλος των περι­κο­πών/ανα­προ­σαρ­μο­γών γίνο­νται εκτι­μή­σεις για τη δημο­σιο­νο­μική απόδοση από την περι­κοπή των συντά­ξεων από 1/1/2019 αλλά και της μείωσης του αφο­ρο­λό­γη­του ορίου για μισθω­τούς και συντα­ξιού­χους από 1/1/2020. Στον αντί­ποδα, γίνεται αναφορά και στα αντί­με­τρα, κυρίως φορο­λο­γι­κού χαρα­κτήρα, τα οποία θα ισχύ­σουν, προ­κει­μέ­νου να επέλ­θουν ελα­φρύν­σεις τόσο στα φυσικά όσο και στα νομικά πρόσωπα. Στο κείμενο που ακο­λου­θεί επι­χει­ρεί­ται η συνο­πτική απο­τύ­πωση των κυριό­τε­ρων αλλαγών που επέρ­χο­νται σύμφωνα με τις δια­τά­ξεις του ΜΠΔΣ 2019-2022, σε μία σειρά θεμα­τι­κών ενο­τή­των που επη­ρε­ά­ζουν άμεσα ή έμμεσα την εγχώρια επι­χει­ρη­μα­τι­κό­τητα.

Πίνακας 1: Εξέλιξη βασικών μακρο­οι­κο­νο­μι­κών μεγεθών της ελλη­νι­κής οικο­νο­μίας ΜΠΔΣ 2019-2022

(% ετήσιες μετα­βο­λές, στα­θε­ρές τιμές)

  2017 2018 2019 2020 2021 2022
ΑΕΠ 1,4% 2,0% 2,4% 2,3% 2,1% 1,8%
Ιδιω­τική κατα­νά­λωση 0,1% 0,5% 1,0% 1,2% 1,2% 1,2%
Δημόσια κατα­νά­λωση -1,1% 1,2% 0,4% 0,6% 0,4% 0,4%
Ακα­θά­ρι­στος σχη­μα­τι­σμός  παγίου κεφα­λαίου (επεν­δύ­σεις) 9,6% 11,1% 12,1% 9,4% 7,7% 5,7%
Εξα­γω­γές αγαθών & υπη­ρε­σιών 6,8% 5,6% 4,6% 4,4% 3,0% 3,0%
Εισα­γω­γές αγαθών και υπη­ρε­σιών 7,2% 5,5% 4,4% 4,2% 2,9% 2,9%
Απο­πλη­θω­ρι­στής ΑΕΠ 0,7% 0,9% 1,3% 1,6% 1,6% 1,8%
Εν. Δείκτης Τιμών Κατα­να­λωτή 1,1% 0,6% 1,2% 1,3% 1,5% 1,7%
Απα­σχό­ληση 2,1% 1,7% 1,8% 1,4% 1,0% 0,7%
Ποσοστό ανερ­γίας 19,8% 18,3% 16,7% 15,2% 14,0% 13,1%
Ποσοστό ανερ­γίας Έρευνας Εργα­τι­κού Δυνα­μι­κού 21,5% 19,9% 18,2% 16,6% 15,4% 14,3%

Ασφα­λι­στικό/Συντά­ξεις

Η περι­κοπή των συντά­ξεων ύψους 2,882 δις € το 2019, θα προ­έλ­θει κατά βάση από την ανα­προ­σαρ­μογή στις κύριες συντά­ξεις πλην Δημο­σίου (1,434 δις €) και από την ανα­προ­σαρ­μογή των κύριων συντά­ξεων του Δημο­σίου (1,121 δις €). Η εξοι­κο­νό­μηση του προ­α­να­φερ­θέ­ντος ποσού θα κατα­στεί εφικτή, του­λά­χι­στον για το 2019 και από την κατάρ­γηση της έκπτω­σης του 15%  επί των ασφα­λι­στι­κών εισφο­ρών των μη μισθω­τών, που ισχύει για το τρέχον έτος (+138 εκ. €, Πίνακας 2). Από 1/1/2019 ο υπο­λο­γι­σμός των εισφο­ρών των ελεύ­θε­ρων επαγ­γελ­μα­τιών θα πραγ­μα­το­ποιεί­ται βάσει του το 100% του ασφα­λι­στέου εισο­δή­μα­τος, εξέλιξη η οποία ανα­μέ­νε­ται να προ­κα­λέ­σει επι­πρό­σθε­τες επι­βα­ρύν­σεις και περαι­τέρω συρ­ρί­κνωση του δια­θέ­σι­μου εισο­δή­μα­τος.

Οι 2 προ­α­να­φερ­θεί­σες παρά­με­τροι είναι πολύ πιθανό να περιο­ρί­σουν δρα­στικά την κατα­νά­λωση, με κυριό­τε­ρες εκφάν­σεις τη μείωση των φορο­λο­γι­κών εσόδων (μειω­μένη εισπρα­ξι­μό­τητα κυρίως από έμμε­σους φόρους) αλλά και τη διό­γκωση των ληξι­πρό­θε­σμων οφειλών σε Εφορία και Ασφα­λι­στικά ταμεία λόγω αδυ­να­μίας πλη­ρω­μής των συγκε­κρι­μέ­νων υπο­χρε­ώ­σεων (φόρος εισο­δή­μα­τος φυσικών & νομικών προ­σώ­πων, ασφα­λι­στι­κές εισφο­ρές κ.α.). (Παράρ­τημα:  ΙΙ.  Πίνακες Επι­και­ρο­ποι­η­μέ­νων απο­δό­σεων παρεμ­βά­σεων – Έσοδα απο­κρα­τι­κο­ποι­ή­σεων  ΜΠΔΣ 2018-2021)

Πρέπει να τονι­στεί το γεγονός πως η αύξηση της εκτι­μώ­με­νης από­δο­σης των μέτρων για τις συντά­ξεις, σε σύγκριση με το προη­γού­μενο ΜΠΔΣ, οφεί­λε­ται τόσο στην ανα­θε­ώ­ρηση της εκτί­μη­σης για την περι­κοπή των συντά­ξεων του ιδιω­τι­κού τομέα (ΙΚΑ, ΟΑΕΕ) όσο και στην κατάρ­γηση της προ­σω­πι­κής δια­φο­ράς των κύριων συντά­ξεων (η διαφορά μεταξύ επα­νυ­πο­λο­γι­σθεί­σας και κατα­βαλ­λο­μέ­νης σύντα­ξης –  Αν αυτή η διαφορά είναι αρνη­τική, δηλ. αν η επα­νυ­πο­λο­γι­σθείσα σύνταξη είναι χαμη­λό­τερη από την κατα­βαλ­λό­μενη, τότε θα περι­κο­πεί). Ένα ποσό της τάξεως περίπου των 230 εκ. € θα εξοι­κο­νο­μη­θεί από τη συρ­ρί­κνωση των επι­κου­ρι­κών συντά­ξεων, ενώ το πάγωμα των συντα­ξιο­δο­τι­κών απο­δο­χών έως το 2022, δηλαδή η μη αύξησή τους ανε­ξαρ­τή­τως της πορείας του ΑΕΠ και του πλη­θω­ρι­σμού, θα έχει μειω­μένη απο­δο­τι­κό­τητα. (Παράρ­τημα:  ΙΙ.  Επι­και­ρο­ποι­η­μέ­νες απο­δό­σεις παρεμ­βά­σεων – έσοδα απο­κρα­τι­κο­ποι­ή­σεων  ΜΠΔΣ 2018-2021)

Ωστόσο, στο Πολυ­νο­μο­σχέ­διο περι­λαμ­βά­νο­νται κίνητρα τόνωσης της απα­σχό­λη­σης κυρίως μέσω της έκπτω­σης των εργο­δο­τι­κών εισφο­ρών από τα ακα­θά­ρι­στα έσοδα των φυσικών προ­σώ­πων που ασκούν επι­χει­ρη­μα­τική δρα­στη­ριό­τητα, των νομικών προ­σώ­πων και νομικών οντο­τή­των, ανα­φο­ρικά με τη δημιουρ­γία νέων θέσεων εξαρ­τη­μέ­νης εργα­σίας πλήρους απα­σχό­λη­σης. Οι εν λόγω εισφο­ρές θα εκπί­πτουν,  προ­σαυ­ξη­μέ­νες κατά ποσοστό 50% και μέχρι το 14πλάσιο του κατώ­τα­του μισθού άγαμου μισθω­τού άνω των 25 ετών ανά θέση εργα­σίας, εφόσον προ­κύ­πτει αθροι­στικά:

α) αύξηση του αριθμού των απα­σχο­λου­μέ­νων κατά το οικείο έτος πρό­σλη­ψης σε σχέση με τον μέσο όρο του προη­γού­με­νου έτους και

β) αύξηση της μισθο­λο­γι­κής δαπάνης κατά το οικείο έτος πρό­σλη­ψης σε σχέση με αυτήν του προη­γού­με­νου έτους (άρθρο 116)

Φορο­λο­γικό

Στα φορο­λο­γικά μέτρα, δεν υπάρχει κάποια δια­φο­ρο­ποί­ηση σε σχέση με τα όσα είχαν προ­ϋ­πο­λο­γι­στεί στο περυ­σινό ΜΠΔΣ, με την βασι­κό­τερη επι­βά­ρυνση για μισθω­τούς και συντα­ξιού­χους να προ­έρ­χε­ται από τη μείωση της έκπτω­σης φόρου από τα 1.900 € στα 1.250 €, η οποία στην πράξη ισο­δυ­να­μεί με μείωση του αφο­ρο­λό­γη­του ορίου από τα σημε­ρινά επίπεδα των 8.636 € στα 5.681 € (από 1/1/2020). Η δημο­σιο­νο­μική απόδοση του μειω­μέ­νου αφο­ρο­λό­γη­του συνε­πά­γε­ται μία άνοδο του φόρου εισο­δή­μα­τος κατά 1,92 δις € στη διάρ­κεια του 2020. (Παράρ­τημα: Πίνακας 1.1 –  ΜΠΔΣ 2019-2022/Κεφά­λαιο Α΄ Πραγ­μα­το­ποι­ή­σεις & παρα­δο­χές – Αλλαγές σε Κώδικα Φορο­λο­γίας Εισο­δή­μα­τος   – ΚΦΕ  – Ν.4172/2013)

Προ­κει­μέ­νου να περιο­ρι­στούν οι αρνη­τι­κές επι­πτώ­σεις από τη μείωση του δια­θέ­σι­μου εισο­δή­μα­τος και τις συνε­πα­γό­με­νες παρε­νέρ­γειες στην κατα­να­λω­τική δαπάνη, οι δια­τά­ξεις του Μεσο­πρό­θε­σμου περι­γρά­φουν ένα πλέγμα θετικών αντι­μέ­τρων, με κυριό­τερα όλων:

-Την υπαγωγή στο ειδικό καθε­στώς της απαλ­λα­γής από το ΦΠΑ των μικρών επι­χει­ρή­σεων (με τζίρο έως 10.000 €) και όσων κάνουν για πρώτη φορά έναρξη εργα­σιών. Επίσης παύει να είναι υπο­χρε­ω­τική η διετής παρα­μονή στο καθε­στώς των απαλ­λασ­σό­με­νων επι­χει­ρή­σεων και οι υπο­κεί­με­νοι μπορούν να μετα­τα­χθούν στο κανο­νικό καθε­στώς από το επόμενο έτος (Άρθρο 111).

-Δεν λαμ­βά­νο­νται υπόψιν για τον προσ­διο­ρι­σμό του ορίου υπα­γω­γής στο ειδικό καθε­στώς ΦΠΑ, οι μετα­βι­βά­σεις παγίων και οι απαλ­λασ­σό­με­νες πράξεις χωρίς δικαί­ωμα έκπτω­σης (Άρθρο 111).

-Μείωση του ΕΝΦΙΑ κατά 209 εκ. € από το 2020, του φορο­λο­γι­κού συντε­λε­στή φυσικών προ­σώ­πων από το 22% στο 20% (ετήσιο κόστος 877 εκ. €), καθώς και του φορο­λο­γι­κού συντε­λε­στή από 29% σε 26% για τις επι­χει­ρή­σεις (κόστος 461 εκ. €) τον πρώτο χρόνο εφαρ­μο­γής. Τα συγκε­κρι­μένα μέτρα ελά­φρυν­σης δεν ορί­ζο­νται σαφώς στο κατα­τε­θέν Πολυ­νο­μο­σχέ­διο – ΜΠΔΣ αλλά αντι­θέ­τως προ­βλέ­πο­νται στο Ν. 4472/2017 και απο­τε­λούν μέρος των φορο­λο­γι­κών αντι­μέ­τρων.

Απώ­τε­ρος στόχος των υψηλών πρω­το­γε­νών πλε­ο­να­σμά­των, σύμφωνα με το ΜΠΔΣ, είναι η δημιουρ­γία δημο­σιο­νο­μι­κού «χώρου», με στόχο να δια­τε­θούν το 2019 700 εκ. € απο­κλει­στικά για μειώ­σεις φόρων, ενώ το 2020 το υπερ­πλε­ό­να­σμα θα δοθεί κατά 75% σε φορο­ε­λα­φρύν­σεις και το ενα­πο­μέ­νον 25% σε κοι­νω­νι­κές δαπάνες. Εντού­τοις, πρέπει να γίνει κατα­νοητό πως το «στράγ­γι­σμα» της οικο­νο­μίας προ­κει­μέ­νου να επι­τευ­χθούν υψηλά πρω­το­γενή πλε­ο­νά­σματα, τα οποία μάλιστα υπερ­βαί­νουν τους στόχους των Μνη­μο­νίων, λει­τουρ­γούν ανα­σταλ­τικά στην τόνωση της οικο­νο­μι­κής δρα­στη­ριό­τη­τας. Αυτό απο­δει­κνύ­ε­ται από το γεγονός πως όσο διευ­ρύ­νε­ται ο δημο­σιο­νο­μι­κός «χώρος» τόσο μειώ­νε­ται ο ρυθμός αύξησης του παρα­γό­με­νου εγχώ­ριου προ­ϊ­ό­ντος.

Εξω­δι­κα­στι­κός Μηχα­νι­σμός (άρθρα 45 – 55)

Αλλαγές προ­βλέ­πο­νται στο ΜΠΔΣ 2019-2022 και για τον εξω­δι­κα­στικό μηχα­νι­σμό ρύθ­μι­σης επι­χει­ρη­μα­τι­κών οφειλών. Ειδι­κό­τερα, οι σημα­ντι­κό­τε­ρες εξ’ αυτών συνο­ψί­ζο­νται ως εξής:

-Επιτρέπεται η υπαγωγή στον εξω­δι­κα­στικό μηχα­νι­σμό οφειλών προς το Δημόσιο, οφειλών υπέρ τρίτων που εισπράτ­το­νται από τη φορο­λο­γική διοί­κηση και έχουν βεβαιω­θεί έως την 31η Δεκεμ­βρίου 2017, καθώς και οφειλών προς τα ασφα­λι­στικά ταμεία οι οποίες γεν­νή­θη­καν έως την 31η Δεκεμ­βρίου 2017 και θα βεβαιω­θούν μέχρι τις 31η Δεκεμ­βρίου 2018. Επίσης, θα επι­τρέ­πε­ται η υπαγωγή και οφειλών προς τρά­πε­ζες που κατέ­στη­σαν ληξι­πρό­θε­σμες μέχρι τις 31 Δεκεμ­βρίου 2017. Στην περί­πτωση που, πριν από την έναρξη ισχύος των εν λόγω νομο­θε­τι­κών αλλαγών, η δια­δι­κα­σία περα­τώ­θηκε χωρίς να υπάρξει συμ­βι­βα­σμός, ο οφει­λέ­της μπορεί να επα­νυ­πο­βά­λει αίτηση υπα­γω­γής στον εξω­δι­κα­στικό μηχα­νι­σμό εφόσον έχει ληξι­πρό­θε­σμες οφειλές που γεν­νή­θη­καν ή βεβαιώ­θη­καν εντός του 2017. Μετά μάλιστα την έκδοση κοινής υπουρ­γι­κής από­φα­σης, θα δίνεται η δυνα­τό­τητα οφει­λέ­τες με εκκρε­μείς αιτή­σεις να ζητούν τη δια­γραφή των αιτή­σεων αυτών και να τις επα­νυ­πο­βάλ­λουν, προ­κει­μέ­νου να συμπε­ρι­λά­βουν στη ρύθμιση και οφειλές του 2017

-Οι ομόρ­ρυθ­μοι εταίροι ομόρ­ρυθ­μης ή ετε­ρόρ­ρυθ­μης εται­ρείας μπορούν να ζητή­σουν τη ρύθμιση και του συνόλου των δικών τους οφειλών, ακόμη και αν έχουν ήδη υπο­βά­λει αίτηση εκκρεμή ή περα­τω­θείσα.

-Θα συμ­με­τέ­χουν πλέον στη δια­δι­κα­σία δια­πραγ­μά­τευ­σης του εξω­δι­κα­στι­κού και θα δεσμεύ­ο­νται και από τη σύμβαση ανα­διάρ­θρω­σης των οφειλών και μικρο­πι­στω­τές, με απαι­τή­σεις μικρό­τε­ρες του 1,5% του συνόλου έκαστος αλλά που αθροι­ζό­με­νες υπερ­βαί­νουν το 15% του συνο­λι­κού χρέους ή το ποσό των 20.000.000 €.

-Δημόσιο και ασφα­λι­στικά ταμεία συμ­με­τέ­χουν στις δια­πραγ­μα­τεύ­σεις και για οφειλές κάτω των 20.000 €.

-Αυξάνεται στις 90 ημέρες από 70 σήμερα η διάρ­κεια της ανα­στο­λής ανα­γκα­στι­κών μέτρων εκτέ­λε­σης.

Παρά τις βελ­τιώ­σεις στον Εξω­δι­κα­στικό Μηχα­νι­σμό ρύθ­μι­σης επι­χει­ρη­μα­τι­κών οφειλών, με πρώτη και κύρια την διεύ­ρυνσή του ώστε να περι­λαμ­βά­νει τις οφειλές μέχρι τέλους του 2017, συνε­χί­ζουν να υφί­στα­νται σημεία/δια­δι­κα­σίες και αγκυ­λώ­σεις, οι οποίες απο­τρέ­πουν τους ενδια­φε­ρό­με­νους από τη μαζι­κό­τερη ένταξη στον Νόμο. Ειδι­κό­τερα απο­τε­λεί άμεση ανάγκη η απλού­στευση των δια­δι­κα­σιών που απαι­τού­νται/προ­βλέ­πο­νται στην ηλε­κτρο­νική πλατ­φόρμα και οι οποίες την καθι­στούν ιδιαί­τερα δύσχρη­στη και προ­βλη­μα­τική στους χρήστες, ιδίως εκεί­νους που δεν δια­θέ­τουν την απαι­τού­μενη εξοι­κεί­ωση.

Ταυ­τό­χρονα, ο μη σαφής καθο­ρι­σμός των υπο­χρε­ώ­σεων της επι­χεί­ρη­σης, εξαι­τίας του ανε­παρ­κούς προσ­διο­ρι­σμού αυτών από τους πιστω­τές της, κυρίως τους προ­μη­θευ­τές/ιδιώτες, προ­κα­λεί σύγχυση και  παρα­νο­ή­σεις, παρά­γο­ντες που κωλυ­σιερ­γούν την επιτυχή διευ­θέ­τηση των υπο­θέ­σεων. Τέλος, παρά την πρόθεση μείωσης των απαι­τού­με­νων γρα­φειο­κρα­τι­κών δια­δι­κα­σιών (έγγραφα) όπως αυτή περι­γρά­φε­ται στην αιτιο­λο­γική έκθεση του Πολυ­νο­μο­σχε­δίου, στις δια­τά­ξεις του ΜΠΔΣ 2019 – 2022 δεν υπάρχει σχετική σαφής αναφορά/εξει­δί­κευση, με απο­τέ­λε­σμα η υλο­ποί­ηση των συγκε­κρι­μέ­νων κατευ­θύν­σεων να παρα­πέ­μπε­ται στο μέλλον.

Υπερ­χρε­ω­μένα Νοι­κο­κυ­ριά/Ν. Κατσέλη (άρθρα 56 – 68)

Ως προς τον νόμο Κατσέλη (Ν. 3869/2010) οι κυριό­τε­ρες αλλαγές που επέρ­χο­νται και αφορούν μάλιστα και εκκρε­μείς αιτή­σεις και οι οποίες δια­κρί­νο­νται από πρόθεση αυστη­ρο­ποί­η­σης του θεσμι­κού πλαι­σίου, είναι οι ακό­λου­θες:

-Άρση τρα­πε­ζι­κού απορ­ρή­του των οφει­λε­τών

-Μη αυτό­ματη ανα­στολή των κατα­διω­κτι­κών μέτρων σε περί­πτωση που ο οφει­λέ­της έχει παραι­τη­θεί δύο φορές από αίτηση υπα­γω­γής στον νόμο και υπο­βάλ­λει νέα για τρίτη φορά,

-Δυνατότητα ανά­κλη­σης ανα­στο­λής κατα­διω­κτι­κών μέτρων σε περί­πτωση συστη­μα­τι­κής καθυ­στέ­ρη­σης των δόσεων ακόμη και αν είναι λιγό­τε­ρες από τρεις,

-Απαγόρευση υπο­βο­λής νέας αίτησης από τον οφει­λέτη εάν ο λόγος απόρ­ρι­ψης της πρώτης ήταν ο δόλος.

Στις ευνοϊ­κές δια­τά­ξεις συγκα­τα­λέ­γο­νται τα εξής:

-Δυνατότητα προ­στα­σίας της α΄ κατοι­κίας με βάση την εμπο­ρική και όχι την αντι­κει­με­νική αξία της,

-Η αδυ­να­μία πλη­ρω­μής από κλη­ρο­νό­μους υπερ­χρε­ω­μέ­νων ακι­νή­των δεν θα θεω­ρεί­ται de facto ότι υπο­κρύ­πτει δόλο και

-Έκδοση κοινής υπουρ­γι­κής από­φα­σης για την επι­δό­τηση των δόσεων από το Δημόσιο, ρύθμιση η οποία είχε ψηφι­σθεί από το 2015 αλλά δεν έχει εφαρ­μο­σθεί.

Οι νέες δια­τά­ξεις για την προ­στα­σία των υπερ­χρε­ω­μέ­νων νοι­κο­κυ­ριών δια­κρί­νο­νται αφενός για την τάση αυστη­ρο­ποί­η­σης του υφι­στά­με­νου καθε­στώ­τος για τους στρα­τη­γι­κούς κακο­πλη­ρω­τές, οι οποίοι επί σειρά ετών εκμε­ταλ­λευό­ντου­σαν τις ευερ­γε­τι­κές προ­βλέ­ψεις του Νόμου και αφε­τέ­ρου από την πραγ­μα­τική βούληση παροχής βοή­θειας σε εκείνα τα φυσικά πρόσωπα που απο­δε­δειγ­μένα αντι­με­τω­πί­ζουν πρό­βλημα δια­τή­ρη­σης της πρώτης κατοι­κίας τους.

Πώληση των μη εξυ­πη­ρε­τού­με­νων επι­χει­ρη­μα­τι­κών δανείων σε funds (άρθρο 69)

Αίρεται η υπο­χρέ­ωση των τρα­πε­ζών να ενη­με­ρώ­νουν μέσα σε 12 μήνες τους οφει­λέ­τες και τους εγγυ­η­τές μη εξυ­πη­ρε­τού­με­νων επι­χει­ρη­μα­τι­κών δανείων, πριν την πώληση στα funds. Ταυ­τό­χρονα αίρεται και η δυνα­τό­τητα που παρέ­χε­ται, από το ισχύον καθε­στώς, στους οφει­λέ­τες να δια­κα­νο­νί­σουν τις οφειλές τους σύμφωνα με τις δια­τά­ξεις του Κώδικα Δεο­ντο­λο­γίας των Τρα­πε­ζών. Το συγκε­κρι­μένο μέτρο, δηλαδή πώληση του δανείου χωρίς πρότερη ενη­μέ­ρωση, ίσχυε μόνο για τους μη συνερ­γά­σι­μους οφει­λέ­τες.

Πλέον το μέτρο επε­κτεί­νε­ται και στα μη εξυ­πη­ρε­τού­μενα επι­χει­ρη­μα­τικά δάνεια, ενώ εκτός του μέτρου μένουν τα μη εξυ­πη­ρε­τού­μενα δάνεια των φυσικών προ­σώ­πων. Επίσης η ενη­μέ­ρωση των οφει­λε­τών και των εγγυ­η­τών μπορεί να γίνει και με email πιθα­νό­τατα και με sms. («Αναγ­γε­λία της κατα­χώ­ρι­σης γίνεται ατύπως προς τους οφει­λέ­τες και τους εγγυ­η­τές με κάθε πρό­σφορο μέσο, συμπε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νων και των μέσων ηλε­κτρο­νι­κής επι­κοι­νω­νίας»).

Η συγκε­κρι­μένη πρό­βλεψη, η οποία επι­διώ­κει να απλου­στεύ­σει το υφι­στά­μενο νομο­θε­τικό πλαίσιο δρα­στη­ριο­ποί­η­σης των τρα­πε­ζών, δυσχε­ραί­νει σε μεγάλο βαθμό την προ­σπά­θεια των επι­χει­ρή­σεων για επι­βί­ωση. Η λήψη επι­χει­ρη­μα­τι­κών απο­φά­σεων θα πρέπει να γίνεται πλέον χωρίς την απα­ραί­τητη ενη­μέ­ρωση για τους πραγ­μα­τι­κούς πιστω­τές της επι­χεί­ρη­σης, του­λά­χι­στον όσον αφορά στη λήψη επι­χει­ρη­μα­τι­κού δανείου.

Δημόσιο Χρέος – Απο­κρα­τι­κο­ποι­ή­σεις – ΠΔΕ 

Δημόσιο Χρέος

-Σύμφωνα με τους σχε­τι­κούς πίνακες του Μεσο­πρό­θε­σμου, το δημόσιο χρέος δια­μορ­φώ­νε­ται σε 335 δις € εφέτος (183,1% του ΑΕΠ), σε 323,3 δις € το 2019 (170,4% του ΑΕΠ), σε 318,3 δις € το 2020 (161,4% του ΑΕΠ), σε 313,3 δις € το 2021 (153,1% του ΑΕΠ) και σε 318,7 δις € το 2022 (150,3% του ΑΕΠ).

Απο­κρα­τι­κο­ποι­ή­σεις – ΤΑΪΠΕΔ

-Σύμφωνα με το Μεσο­πρό­θε­σμο, την περίοδο 2018- 2022 προ­βλέ­πο­νται συνο­λικά έσοδα ύψους 3,955 δις € από το πρό­γραμμα απο­κρα­τι­κο­ποι­ή­σεων του ΤΑΪΠΕΔ, τα οποία κατα­νέ­μο­νται σε 2,031 δις € φέτος, σε 1,204 δις € το 2019, σε 238 εκ. € το 2020, σε 212 εκ. € το 2021 και σε 270 εκ. ευρώ το 2022.

Πρό­γραμμα Δημο­σιών Επεν­δύ­σεων (ΠΔΕ)

-Σύμφωνα με το Μεσο­πρό­θε­σμο, για το 2018 προ­βλέ­πε­ται η υλο­ποί­ηση έργων που αντι­στοι­χούν σε πόρους συνο­λι­κού ύψους 6,75 δις €. Από αυτά, ποσό ύψους 5,75 δις € αφορά σε συγ­χρη­μα­το­δο­τού­μενα έργα (ανα­λυ­τι­κό­τερα περίπου 4,06 δις € ανα­μέ­νε­ται να δια­τε­θούν για την έναρξη και υλο­ποί­ηση έργων του ΕΣΠΑ 2014- 2020, ενώ περίπου 1,69 δις € θα δια­τε­θεί για λοιπά συγ­χρη­μα­το­δο­τού­μενα προ­γράμ­ματα). Τέλος, ποσό ύψους 1 δις € θα δια­τε­θεί για την υλο­ποί­ηση έργων χρη­μα­το­δο­τού­με­νων από αμιγώς εθνι­κούς πόρους. Για την περίοδο 2019 – 2022, οι δια­θέ­σι­μοι πόροι, ώστε να επι­τευ­χθούν οι ανα­πτυ­ξια­κοί στόχοι και ταυ­τό­χρονα να ικα­νο­ποι­η­θούν οι πολι­τι­κές και νομικές δεσμεύ­σεις που έχουν ανα­λη­φθεί, ανέρ­χο­νται συνο­λικά σε 29,2 δις €.

Πηγή euro2day.gr

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.