ΕΙΔΗΣΕΙΣ

Κατερίνα Σακελλαροπούλου: «Πληγώνομαι βλέποντας έναν λαό να μετατρέπεται σε πρόσφυγα μέσα στην Ευρώπη»

news room 1 λεπτό ανάγνωση
Σακελλαροπούλου
Μέγεθος γραμμάτων

Με αφορ­μή τη συ­μπλή­ρω­ση δύο χρό­νων από την ορ­κω­μο­σία της, η Πρό­ε­δρος της Δη­μο­κρα­τί­ας μι­λά­ει για τον κόσμο που αλ­λά­ζει με τον πό­λε­μο στην Ου­κρα­νία, τις πό­λεις της ζωής της, την ελ­λη­νι­κή Δι­καιο­σύ­νη, αλλά και για βι­βλία και σι­νε­μά

Την ημέρα που βρε­θή­κα­με με την Πρό­ε­δρο της Δη­μο­κρα­τί­ας για να μι­λή­σου­με για τα δύο χρό­νια που συ­μπλη­ρώ­νει αύριο σε αυτό το αξί­ω­μα, είχαν δη­μιουρ­γη­θεί κά­ποιες ελ­πί­δες από τη συμ­φω­νία της Ρω­σί­ας με την Ου­κρα­νία να συ­να­ντη­θούν αντι­προ­σω­πεί­ες τους στα σύ­νο­ρα Ου­κρα­νί­ας – Λευ­κο­ρω­σί­ας και να ξε­κι­νή­σουν κά­ποιες στοι­χειώ­δεις δια­πραγ­μα­τεύ­σεις. Αλλά οι ελ­πί­δες δια­λύ­θη­καν γρή­γο­ρα, καθώς κα­τέ­στη φα­νε­ρό ότι οι «δια­πραγ­μα­τεύ­σεις» δεν ήταν παρά προ­πέ­τα­σμα κα­πνού για να συ­νε­χί­σουν οι Ρώσοι τους βομ­βαρ­δι­σμούς. Το κλίμα έτσι στο τρα­πέ­ζι ήταν βαρύ. Δεν ήταν μόνο η θλίψη για την κα­τα­στρο­φή μιας χώρας και η ανη­συ­χία για το πού μπο­ρεί να φτά­σει ο Πού­τιν. Ηταν και μια βουβή οργή, ανά­μει­κτη με απελ­πι­σία, για την αντι­κει­με­νι­κή αδυ­να­μία της Δύσης να στα­μα­τή­σει το κακό.

To «Γεύμα» που δη­μο­σί­ευ­σαν οι Financial Times το πε­ρα­σμέ­νο Σάβ­βα­το ήταν στο National Army Museum του Λον­δί­νου, κα­λε­σμέ­νος ήταν ο πρώην αρ­χη­γός των βρε­τα­νι­κών ενό­πλων δυ­νά­με­ων σερ Νικ Κάρ­τερ και το γερ­μα­νι­κής θε­μα­το­λο­γί­ας μενού ετοι­μά­στη­κε από ιδιώ­τη σεφ (ο λο­γα­ρια­σμός έφτα­σε τις 329 στερ­λί­νες). Εμείς πάλι φά­γα­με στον Οι­κο­νό­μου, στα Πε­τρά­λω­να (και ο λο­γα­ρια­σμός μετά βίας πέ­ρα­σε τα 50 ευρώ). Η Πρό­ε­δρος ερ­χό­ταν εδώ από φοι­τή­τρια, όταν είχε το μα­γα­ζί ο Νίκος Οι­κο­νό­μου, ο γιος του Γιάν­νη που το άνοι­ξε το 1930. Τότε λε­γό­ταν «Οι­νο­μα­γει­ρείο ο Ζέ­φυ­ρος», όπως και ο απέ­να­ντι κι­νη­μα­το­γρά­φος, αλλά όταν το 2000 νοι­κιά­στη­κε από τον Κώστα Δια­μα­ντή, που δού­λευε ήδη εδώ από το 1990, με­το­νο­μά­στη­κε σε «Οι­κο­νό­μου». Αν άλ­λα­ξε η διεύ­θυν­ση, δεν άλ­λα­ξε ούτε η ατμό­σφαι­ρα ούτε οι γεύ­σεις: το κοκ­κι­νι­στό μο­σχα­ρά­κι με κο­λο­κυ­θά­κια πα­ρα­μέ­νει ίδιο κι απα­ράλ­λα­χτο και, φυ­σι­κά, ανήκε στα must της πα­ραγ­γε­λί­ας μας, μαζί με τη βα­ρε­λί­σια φέτα, τους λα­χα­νο­ντολ­μά­δες, τη φάβα και τη ρέγκα. Ηθελα και σπα­να­κό­πι­τα, αλλά ο κ. Κώ­στας με στα­μά­τη­σε, «πή­ρα­τε πολλά», μου είπε, «δεν θα τα φάτε, κι εμένα δεν μ’ αρέ­σει να πετάω το φα­γη­τό».

Νέες ρω­σι­κές δυ­νά­μεις φτά­νουν έξω από το Κίεβο

Πριν απ’ όλα ήρθε το κρασί, το διά­λε­ξε ο κ. Κώ­στας κι ήταν το Mademoiselle Haritatou, μια Μαυ­ρο­δάφ­νη από το Κτήμα Χα­ρι­τά­του, στην Κε­φα­λο­νιά. «Η τα­βέρ­να είναι από τις πιο πα­λιές, το κτί­ριο είναι του 1918, χτί­στη­κε με πέτρα, οι σο­βά­δες είναι από κοκ­κι­νό­χω­μα, άχυρο και τρί­χω­μα γίδας», μας είπε. «Οι πί­να­κες στον τοίχο είναι του Πέρη Ιε­ρε­μιά­δη, οι με­τα­ξο­τυ­πί­ες του Φα­σια­νού και του Ψυ­χο­παί­δη, πε­λά­τες ήταν όλοι τους». Πο­λι­τι­κοί περ­νά­νε; «Πολ­λοί. Αλλά ο μόνος που εν­δια­φέρ­θη­κε πραγ­μα­τι­κά για την τύχη της τα­βέρ­νας ήταν ο Γιώρ­γος Πα­παν­δρέ­ου. Ηθελε να ξα­να­φέ­ρει την ελ­λη­νι­κή κου­ζί­να στην επι­φά­νεια. Εί­χα­με κάνει πολ­λές συ­ζη­τή­σεις, αλλά δεν προ­λά­βα­με…».

Ο κ. Κώ­στας φεύ­γει να φρο­ντί­σει τους πε­λά­τες του κι εμείς πιά­νου­με μοι­ραία την κου­βέ­ντα για τον πό­λε­μο. Την πε­ρί­με­νε η Πρό­ε­δρος την αντί­δρα­ση της Δύσης; «Εδει­ξαν αντα­να­κλα­στι­κά, πήραν τα αυ­στη­ρό­τε­ρα μέτρα που μπο­ρού­σαν, ο Σολτς ήταν εντυ­πω­σια­κός. Ευ­τυ­χώς η Ευ­ρώ­πη και ένα με­γά­λο μέρος του πο­λι­τι­σμέ­νου κό­σμου δεί­χνουν ενω­μέ­νοι ως προς τη λήψη μέ­τρων στή­ρι­ξης της Ου­κρα­νί­ας και του ου­κρα­νι­κού λαού. Πλη­γώ­νο­μαι βλέ­πο­ντας έναν λαό να με­τα­τρέ­πε­ται σε πρό­σφυ­γα μέσα στην Ευ­ρώ­πη». Η Κα­τε­ρί­να Σα­κελ­λα­ρο­πού­λου δεν κρύ­βει ότι βλέ­πει πλέον τον κόσμο με άλλο μάτι, «μετά τον Β’ Πα­γκό­σμιο Πό­λε­μο θε­ω­ρού­σα­με ότι με­ρι­κά πράγ­μα­τα ήταν κε­κτη­μέ­να, και ξαφ­νι­κά όλο αυτό το πράγ­μα μπαί­νει σε αμ­φι­σβή­τη­ση, γί­νε­ται μια ει­σβο­λή, πα­ρα­βιά­ζο­νται σύ­νο­ρα». Φο­βά­ται ακόμη και το εν­δε­χό­με­νο ενός πυ­ρη­νι­κού πο­λέ­μου; «Το θεωρώ τε­λεί­ως εξω­πραγ­μα­τι­κό».

Τη ρωτώ να μου χα­ρα­κτη­ρί­σει με μια λέξη τον Πού­τιν, αλλά δι­στά­ζει, η θέση της δεν της το επι­τρέ­πει, πάντα η Κα­τε­ρί­να Σα­κελ­λα­ρο­πού­λου βα­σα­νι­ζό­ταν από τη σύ­γκρου­ση ανά­με­σα στη θέση της (ακόμη κι όταν ήταν δι­κα­στής) και στα πι­στεύω της. «Η απρό­κλη­τη επί­θε­ση της Ρω­σί­ας στην Ου­κρα­νία», μου λέει, «δεν είναι απλά μια συ­μπε­ρι­φο­ρά που αμ­φι­σβη­τεί την κυ­ριαρ­χία και την εδα­φι­κή ακε­ραιό­τη­τα ενός ανε­ξάρ­τη­του κρά­τους, κατά πα­ρά­βα­ση των αρχών του διε­θνούς δι­καί­ου. Χτυ­πά­ει στην καρ­διά των αρχών της Ευ­ρώ­πης, της δη­μο­κρα­τί­ας και των ελευ­θε­ριών, όπως αυτές δια­μορ­φώ­θη­καν ιδίως μετά τον Β’ Πα­γκό­σμιο Πό­λε­μο».

«Μου δί­νουν δύ­να­μη»

Η Σα­κελ­λα­ρο­πού­λου φά­νη­κε από την αρχή ότι θα έφερ­νε έναν φρέ­σκο αέρα στον θεσμό. Αντί για τις πο­μπώ­δεις και κενές νο­ή­μα­τος δια­κη­ρύ­ξεις του προ­κα­τό­χου της για τους Μι­νώ­ταυ­ρους, εκεί­νη θέ­λη­σε από την αρχή να ανοί­ξει την προ­ε­δρία στην κοι­νω­νία. Τα­ξί­δε­ψε σε όλη την Ελ­λά­δα, και ιδίως στα μικρά νησιά και τις ακρι­τι­κές πε­ριο­χές, συ­να­ντή­θη­κε με απλούς αν­θρώ­πους, «η κυρα-Ρήνη στην Κί­να­ρο, η Λί­λιαν στη Γαύδο, η για­γιά στην Κά­λυ­μνο που μου είπε «κο­ρί­τσι μου, σε κα­μα­ρώ­νου­με στην τη­λε­ό­ρα­ση», οι άν­θρω­ποι αυτοί μου δί­νουν δύ­να­μη».

Η Πρό­ε­δρος ενι­σχύ­ει επί­σης δια­κρι­τι­κά τους ευά­λω­τους, από τους αστέ­γους μέχρι τους από­ρους και τα ασυ­νό­δευ­τα προ­σφυ­γό­που­λα. «Μια μέρα κά­λε­σα τον σεφ της Προ­ε­δρί­ας και του πρό­τει­να να ετοι­μά­ζει γεύ­μα­τα για τους αστέ­γους. Συμ­φώ­νη­σε με χαρά. Πη­γαί­νει μά­λι­στα και τα μοι­ρά­ζει κι ο ίδιος». Πέρα από συμ­βο­λι­κό, έχουν και ου­σια­στι­κό απο­τέ­λε­σμα αυτές οι επι­σκέ­ψεις; «Πι­στεύω ότι ευαι­σθη­το­ποιεί­ται η κοι­νω­νία, δρα­στη­ριο­ποιού­νται χο­ρη­γοί και δω­ρη­τές, κι­νού­νται πράγ­μα­τα. Θέλω να κάνω ορα­τούς τους αό­ρα­τους. Αλλά την πολλή δου­λειά την κάνει ο Γιώρ­γος Στα­μά­της, ο γε­νι­κός γραμ­μα­τέ­ας Κοι­νω­νι­κής Πο­λι­τι­κής. Τις προ­άλ­λες πή­γα­με στους Ρομά, στην Κα­τε­ρί­νη, και τους ήξερε όλους με το όνομά τους».

Ανα­με­νό­με­νο ήταν ότι γι’ αυτό το νέο ύφος, και το νέο ήθος, η Πρό­ε­δρος θα δε­χό­ταν κρι­τι­κή, τόσο εκ δε­ξιών όσο και εξ αρι­στε­ρών. Την κα­τη­γό­ρη­σαν ψευ­δώς ότι αφαί­ρε­σε τις ελ­λη­νι­κές ση­μαί­ες από το γρα­φείο της, ότι απα­γό­ρευ­σε την ανά­κρου­ση του Εθνι­κού Υμνου στην Ανά­στα­ση, ακόμη κι ότι έδωσε εντο­λή να μην κτυ­πούν οι εύ­ζω­νοι τα τσα­ρού­χια τους το βράδυ επει­δή την ενο­χλού­σαν! Οταν συμ­φώ­νη­σε με τον Πρω­θυ­πουρ­γό ότι για πρώτη φορά μετά τον Β’ Πα­γκό­σμιο Πό­λε­μο ση­μειώ­νε­ται μια τόσο ορ­γα­νω­μέ­νη και μα­ζι­κή ει­σβο­λή σε ευ­ρω­παϊ­κό κρά­τος, την κα­τη­γό­ρη­σαν ότι ξέ­χα­σε την Κύπρο. «Εγώ δεν μί­λη­σα για πρώτη ει­σβο­λή», διευ­κρι­νί­ζει, «στις συ­νέ­πειες ανα­φε­ρό­μουν, στην εμπλο­κή μιας υπερ­δύ­να­μης και στους κιν­δύ­νους μιας γε­νι­κό­τε­ρης σύρ­ρα­ξης».

Η Σα­κελ­λα­ρο­πού­λου πα­ρα­κο­λου­θεί στενά τη διε­θνή επι­και­ρό­τη­τα, δια­βά­ζει κα­θη­με­ρι­νά στην έντυ­πη μορφή τη Monde και τα Σαβ­βα­το­κύ­ρια­κα τους Financial Times, ενώ στο Δια­δί­κτυο πα­ρα­κο­λου­θεί τη Libération και την Guardian. Θα χα­ρα­κτή­ρι­ζε τον εαυτό της αρι­στε­ρή; «Νέα ήμουν στον Δη­μο­κρα­τι­κό Αγώνα, αλλά ως εκεί. Ημουν κατά των κομ­μα­τι­κών ορ­γα­νώ­σε­ων και της δέ­σμευ­σης που απαι­τού­σαν. Στους δι­κα­στές άλ­λω­στε βλέ­πεις τι είναι ο κα­θέ­νας μέσα από τις αντι­λή­ψεις του για διά­φο­ρα θέ­μα­τα, τα δι­καιώ­μα­τα κ.λπ. Αυτά, ναι, τα έχω υπο­στη­ρί­ξει. Σε ό,τι αφορά τους πρό­σφυ­γες, για πα­ρά­δειγ­μα, είχα επι­μεί­νει με μια από­φα­σή μου ότι η εν­σω­μά­τω­ση περ­νά­ει από την παι­δεία. Αλλά όταν φω­το­γρα­φή­θη­κα στον Εβρο, δέ­χθη­κα επι­κρί­σεις. Η Ελ­λά­δα πρέ­πει από τη μια να προ­στα­τέ­ψει τα σύ­νο­ρά της κι από την άλλη να ανα­γνω­ρί­ζει τα δι­καιώ­μα­τα αυτών των δυ­στυ­χών και κα­τα­τρεγ­μέ­νων που έχουν ανά­γκη από βο­ή­θεια». Και οι κα­ταγ­γε­λί­ες των διε­θνών ορ­γα­νι­σμών για επα­να­προ­ω­θή­σεις; «Εχει υπάρ­ξει απά­ντη­ση της ελ­λη­νι­κής κυ­βέρ­νη­σης».

Η Πρό­ε­δρος της Δη­μο­κρα­τί­ας γεν­νή­θη­κε στη Θεσ­σα­λο­νί­κη και συ­γκι­νεί­ται πάντα όταν την επι­σκέ­πτε­ται. Τι αι­σθή­μα­τα της δη­μιούρ­γη­σε ο φόνος του Αλκη; Η ση­με­ρι­νή Θεσ­σα­λο­νί­κη είναι άλλη από την πόλη όπου με­γά­λω­σε; «Δεν πι­στεύω ότι μια πόλη αλ­λά­ζει ξαφ­νι­κά. Η Θεσ­σα­λο­νί­κη έχει αυτό το σκο­τει­νό κομ­μά­τι, Πολκ, Λα­μπρά­κης κ.λπ., για να μη μι­λή­σω για τους Εβραί­ους και το ενο­χι­κό σύν­δρο­μο που τη συ­νο­δεύ­ει, από την άλλη όμως είναι μια ανοι­χτή πόλη, μια γέ­φυ­ρα όπως το έχει πει πολύ ωραία ο Μα­ζά­ου­ερ, και επί Μπου­τά­ρη απέ­κτη­σε μια εξω­στρέ­φεια, με τα ανοίγ­μα­τα στο Ισ­ρα­ήλ και την Τουρ­κία. Στη Θεσ­σα­λο­νί­κη βουρ­κώ­νω, και στη Θράκη, που την ξέρω από παιδί. Την Αθήνα την αγαπώ, ιδίως το κέ­ντρο, μένω χρό­νια σ’ αυτό, Κυ­ψέ­λη και Με­τα­ξουρ­γείο, αλλά πα­τρί­δα μας είναι η παι­δι­κή μας ηλι­κία, έτσι δεν λέει ο Ρολάν Μπαρτ;».

Η ανα­φο­ρά στην οπα­δι­κή βία φέρ­νει στη συ­ζή­τη­ση ένα θέμα που γνω­ρί­ζει καλά μια πρώην δι­κα­στι­κός, την κα­θυ­στέ­ρη­ση στην απο­νο­μή δι­καιο­σύ­νης. Θυ­μί­ζω στην Πρό­ε­δρο την ενό­χλη­ση που εξέ­φρα­σε πρό­σφα­τα στον Πρω­θυ­πουρ­γό η Κά­μα­λα Χάρις για την υπό­θε­ση της δο­λο­φο­νί­ας του νε­α­ρού Αμε­ρι­κα­νού Μπα­κά­ρι Χέ­ντερ­σον στη Ζά­κυν­θο πριν από πέντε χρό­νια. Πώς θα λυθεί αυτό τα πρό­βλη­μα; «Εχουν γίνει προ­σπά­θειες, και στο Συμ­βού­λιο της Επι­κρα­τεί­ας, αλλά εδώ έχου­με να κά­νου­με με την ποι­νι­κή Δι­καιο­σύ­νη. Είναι τρα­γι­κό, σε άλλες χώρες οι δίκες τε­λειώ­νουν σε έναν χρόνο». Είναι λίγοι οι δι­κα­στές; «Οχι, οι δι­κα­στές είναι πολ­λοί στην Ελ­λά­δα, το σύ­στη­μα είναι λάθος ορ­γα­νω­μέ­νο, δεν υπάρ­χουν αί­θου­σες, δί­νο­νται με το πα­ρα­μι­κρό ανα­βο­λές. Οσο σκέ­φτο­μαι πόσο κρά­τη­σε η δίκη της Χρυ­σής Αυγής…».

Από την άλλη πλευ­ρά, όποτε γί­νε­ται ένα στυ­γε­ρό έγκλη­μα και ξε­ση­κώ­νε­ται η κοι­νω­νία, ανα­κοι­νώ­νε­ται αυ­στη­ρο­ποί­η­ση των ποι­νών. Το πρό­βλη­μα τε­λι­κά είναι πως οι ποι­νές δεν είναι αυ­στη­ρές ή πως δεν εφαρ­μό­ζε­ται η νο­μο­θε­σία; «Νο­μί­ζω το δεύ­τε­ρο, οι απο­σπα­σμα­τι­κές ρυθ­μί­σεις εν θερμώ δεν είναι κάτι σωστό, χρειά­ζε­ται μια από­στα­ση. Να ξε­κα­θα­ρί­σω όμως ότι ο χώρος μου δεν είναι το ποι­νι­κό κι έχω μάθει να μιλάω μόνο γι’ αυτά που ξέρω καλά».

«Υπάρ­χει φόβος»

Οταν η Ολγα Μπε­κα­τώ­ρου βγήκε μπρο­στά και κα­τήγ­γει­λε τον βια­σμό της, η Κα­τε­ρί­να Σα­κελ­λα­ρο­πού­λου δεν δί­στα­σε να τη συ­να­ντή­σει ώστε να στη­ρί­ξει συμ­βο­λι­κά την προ­σπά­θεια να πά­ψουν τα θύ­μα­τα κα­κο­ποί­η­σης να φο­βού­νται. Η εξέ­λι­ξη του #MeToo την ικα­νο­ποιεί; Ή το κί­νη­μα αυτό δεν προ­χώ­ρη­σε όσο έπρε­πε; «Κα­κο­ποι­η­τι­κές συ­μπε­ρι­φο­ρές υπάρ­χουν σε όλους τους χώ­ρους, εδώ υπήρ­ξε με­γά­λος θό­ρυ­βος στον αθλη­τι­σμό, αλλά χωρίς ση­μα­ντι­κά απο­τε­λέ­σμα­τα. Υπάρ­χει φόβος, στον ιδιω­τι­κό τομέα πολ­λές γυ­ναί­κες φο­βού­νται να κά­νουν κα­ταγ­γε­λία γιατί φο­βού­νται για τη δου­λειά τους. Ο χρό­νος είναι όμως με την αλ­λα­γή, όπως έλεγε και η Ρουθ Γκίν­σμπεργκ. Οι νο­ο­τρο­πί­ες αλ­λά­ζουν, οι μα­νά­δες με­γα­λώ­νουν πλέον τα αγό­ρια τους ώστε να σέ­βο­νται τις γυ­ναί­κες. Σε­βα­σμός και ισό­τη­τα πη­γαί­νουν μαζί, κι όπως έλεγε πάλι η Γκίν­σμπεργκ η ισό­τη­τα θα επι­τευ­χθεί όταν θα μοι­ρα­στούν απο­λύ­τως τα οι­κο­γε­νεια­κά βάρη. Το έχω ζήσει και στο δι­κα­στή­ριο, οι άν­δρες μια χαρά, αλλά οι γυ­ναί­κες έχουν και το δι­κα­στή­ριο και το σπίτι».

Ο κ. Κώ­στας επι­μέ­νει να αλ­λά­ξει σερ­βί­τσια για το κρέας, αρ­νιό­μα­στε, και του ζη­τά­με να κα­θί­σει λίγο μαζί μας, πα­ρό­λο που το μα­γα­ζί έχει πολλή δου­λειά. Τρεις μα­γεί­ρισ­σες απα­σχο­λεί στην κου­ζί­να, η μία είχε κα­θί­σει για έξι μήνες με τον Οι­κο­νό­μου κι έμαθε τα μυ­στι­κά. Αλλά το με­γά­λο πάθος το έχει εκεί­νος, ξυ­πνά­ει από νωρίς το πρωί και πη­γαί­νει στη λαϊκή, όλα τα κη­πευ­τι­κά είναι από μι­κρούς πα­ρα­γω­γούς, οι πα­τά­τες είναι Τρι­πό­λε­ως, η φέτα Λα­κω­νί­ας. Υστε­ρα πάει στον χα­σά­πη. Κρα­τά­ει την ποιό­τη­τα ψηλά κι είναι υπε­ρή­φα­νος όταν του ανα­γνω­ρί­ζε­ται. «Μια μέρα ήρθε στο μα­γα­ζί η Ντα­νιέλ Μαζέ – Ντελ­πές, η προ­σω­πι­κή σεφ του Φραν­σουά Μι­τε­ράν, ήθελε να δο­κι­μά­σει πα­ρα­δο­σια­κό ελ­λη­νι­κό φα­γη­τό και την έστει­λαν εδώ. Με ρώ­τη­σε τι να πάρει και της είπα να φο­ρέ­σει μια ποδιά και να μπει στην κου­ζί­να να δει. Εν­θου­σιά­στη­κε. «Μπρά­βο που κρα­τάς έτσι το μα­γα­ζί», μου είπε».

Επέ­τειοι και κρί­σεις

Ρωτάω την Πρό­ε­δρο αν οι επέ­τειοι, πρώτα της Ελ­λη­νι­κής Επα­νά­στα­σης κι ύστε­ρα της Μι­κρα­σια­τι­κής Κα­τα­στρο­φής, βοη­θούν στην από­κτη­ση με­γα­λύ­τε­ρης αυ­το­γνω­σί­ας ή με τις συ­νε­χείς κρί­σεις, πρώτα η παν­δη­μία και τώρα ο πό­λε­μος, το χά­σα­με το παι­χνί­δι. «Ισως και να είναι κα­λύ­τε­ρα έτσι, γιατί τα πράγ­μα­τα έγι­ναν πιο δια­κρι­τι­κά. Υπήρ­ξε προ­βλη­μα­τι­σμός, εί­δα­με τα πράγ­μα­τα με πιο κα­θα­ρό βλέμ­μα, εμένα μου άρεσε που βγή­καν πολλά βι­βλία».

Τι διά­βα­σε αλή­θεια τε­λευ­ταία; «Ρο­ζά­κη και Μα­ζά­ου­ερ, μ’ αυ­τούς κοι­μά­μαι, μ’ αυ­τούς ξυ­πνάω». Λο­γο­τε­χνία; «Διά­βα­σα τα «Ποι­ή­μα­τα 1978-2012» του Μι­χά­λη Γκανά, μ’ αρέ­σουν πολύ τα Γυά­λι­να Γιάν­νε­να: «Επει­δή σ’ αγά­πη­σα και σ’ αγαπώ ακόμη, / κι ας μην είναι όπως παλιά, / δε θα πει πως πέ­θα­νε η αγάπη, / κου­ρά­στη­κε ίσως σαν κα­θε­τί που ανα­σαί­νει». Διά­βα­σα επί­σης το «Μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κό Ανα­γνω­στή­ριο» του Σταύ­ρου Ζου­μπου­λά­κη, μ’ αρέ­σει ο τρό­πος που προ­σεγ­γί­ζει τα δια­βά­σμα­τά του. Εν­δια­φέ­ρον και το «VOR. Πέρα από τον νόμο» της Σο­φί­ας Νι­κο­λα­ΐ­δου, όπως και το «Εξή­ντα χρό­νια τρύ­γος», του Γιάν­νη Μπου­τά­ρη. Και τώρα θα ξα­να­δια­βά­σω το «Testament of Hope» του Μάρ­τιν Λού­θερ Κινγκ, μου το χά­ρι­σαν οι Ρομά στον Πέ­λε­κα». Σι­νε­μά πη­γαί­νει; «Είδα πρό­σφα­τα το «C’ mon C’ mon», «Η Ζωή συ­νε­χί­ζε­ται» νο­μί­ζω ήταν ο ελ­λη­νι­κός τί­τλος, τι ωραί­ος ο Φίνιξ! Και το «Μπέλ­φαστ» το αγά­πη­σα πολύ. Μ’ άρεσε και η «Εξου­σία του Σκύ­λου», αν και με αγρί­ε­ψε λίγο».

Γρά­φο­ντας ύστε­ρα από με­ρι­κές μέρες αυτές τις γραμ­μές, σκέ­φτο­μαι το ασύλ­λη­πτο κο­ντράστ ανά­με­σα σ’ εμένα, που συ­ζη­τώ σε μια τα­βέρ­να με την Πρό­ε­δρο της Δη­μο­κρα­τί­ας για βι­βλία και ται­νί­ες, και στους Ου­κρα­νούς, που περ­νούν τις μέρες και τις νύ­χτες τους στα κα­τα­φύ­για, ενώ ο Πρό­ε­δρος της δικής τους Δη­μο­κρα­τί­ας απευ­θύ­νει συ­γκι­νη­τι­κά διαγ­γέλ­μα­τα για να εμ­ψυ­χώ­σει τους δι­κούς του, να ξε­ση­κώ­σει τους ρώ­σους πο­λί­τες και να ευαι­σθη­το­ποι­ή­σει τους Δυ­τι­κούς. Τη­λε­φω­νώ στην Κα­τε­ρί­να Σα­κελ­λα­ρο­πού­λου και ζητώ τη γνώμη της για τον Βο­λο­ντί­μιρ Ζε­λέν­σκι. «Ενας ει­λι­κρι­νής και κα­θα­ρός άν­θρω­πος, με αρχές και αξίες, που στην κρί­σι­μη στιγ­μή υπη­ρε­τεί την πα­τρί­δα του, τους συ­μπα­τριώ­τες του και το μέλ­λον των παι­διών του», μου απα­ντά αυ­θόρ­μη­τα. «Οσα λέει βγαί­νουν απ’ την ψυχή του, κι αυτό τον κάνει ήρωα, τον ήρωα της δι­πλα­νής πόρ­τας».

ΕΝΤΥ­ΠΗ ΕΚ­ΔΟ­ΣΗ ΝΕΑ

Σχολιασμός Άρθρου

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται.

Προσθέστε ένα σχόλιο

Το E-mail δεν θα δημοσιευτεί.
Πρέπει να συμπληρωθούν όλα τα πεδία για την υποβολή του σχολίου.