ΤΟΠΙΚΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ

Παυλόπουλος από Καστελόριζο: «Οι θέσεις του Αριστοτέλους περί Επιείκειας παραμένουν και σήμερα επίκαιρες»

news room 9 λεπτά ανάγνωση
ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ

Μιλώ­ντας στο 8ο Διεθνές Θερινό Πανε­πι­στή­μιο που οργα­νώ­νε­ται στο Καστε­λό­ριζο, με θέμα «Η επι­και­ρό­τητα της θεωρίας του Αρι­στο­τέ­λους περί Επιεί­κειας στο πεδίο του σύγ­χρο­νου Δημό­σιου Διε­θνούς Δικαίου», ο τέως Πρό­ε­δρος της Δημο­κρα­τίας και Επί­τι­μος Καθη­γη­τής της Νομικής Σχολής του Εθνικού και Καπο­δι­στρια­κού Πανε­πι­στη­μίου Αθηνών Προ­κό­πιος Παυ­λό­πουλο επι­σή­μανε -με βάση την αντί­στοιχη ομιλία του στο Δια­δι­κτυακό Διεθνές Επι­στη­μο­νικό Συνέ­δριο του Κέντρου Αρι­στο­τε­λι­κών Μελετών, στις 21/2/2022- και τα εξής:

«Η Επι­στη­μο­νική Κοι­νό­τητα, διεθνώς, δικαίως ανα­γνω­ρί­ζει στον Αρι­στο­τέλη, με βάση την ποσό­τητα και ιδίως την ποιό­τητα του έργου του, τον τίτλο του «Πατέρα των Επι­στη­μών». Τούτο αιτιο­λο­γεί­ται και τεκ­μη­ριώ­νε­ται και από το ότι, σύμφωνα με τις έρευνες και τους συνα­κό­λου­θους υπο­λο­γι­σμούς των Αλε­ξαν­δρι­νών, ο Αρι­στο­τέ­λης συνέ­γραψε πάνω από 400 βιβλία. Καίτοι μεγάλο μέρος του έργου του Αρι­στο­τέ­λους δεν κατέστη δυνατό να δια­σω­θεί στην πορεία των αιώνων, τα τμήματά του εκείνα, τα οποία μας περι­ήλ­θαν, αρκούν για να κατα­δεί­ξουν και τούτο: Η σκέψη του Αρι­στο­τέ­λους επε­κτά­θηκε και εμβά­θυνε σ’ ευρύ φάσμα του επι­στη­τού της εποχής του, με απο­τέ­λε­σμα η προ­σφορά της να καλύ­πτει αφενός την ίδια την υφή της επι­στη­μο­νι­κής μεθόδου εν γένει και, αφε­τέ­ρου, σημα­ντικό μέρος των επι­στη­μο­νι­κών πεδίων.

Α. Με βάση τις ως άνω δια­πι­στώ­σεις δεν είναι -κάθε άλλο- παρά­δοξο να υπο­στη­ρι­χθεί ότι και η Νομική Επι­στήμη, ως μέρος των Θεω­ρη­τι­κών Επι­στη­μών, οφείλει πολλά στην φιλο­σο­φική ανα­ζή­τηση του Αρι­στο­τέ­λους. Ιδίως τα «Ηθικά Νικο­μά­χεια», η «Ρητο­ρική» και η «Αθη­ναίων Πολι­τεία» εμπε­ριέ­χουν ανα­λύ­σεις, εξαι­ρε­τικά χρή­σι­μες ως σήμερα, οι οποίες μέσ’ από την θεω­ρη­τική, και με καθαρώς επι­στη­μο­νική μεθο­δο­λο­γία, προ­σέγ­γιση κυρίως του Δικαίου και της Δικαιο­σύ­νης κατα­δει­κνύ­ουν μ’ ενάρ­γεια την πολυ­πρι­σμα­τική και ουσια­στική «οφειλή» της σύγ­χρο­νης Νομικής Επι­στή­μης στο έργο του Αρι­στο­τέ­λους. Μέρος της «οφειλής» αυτής είναι τόσο η έννοια της Επιεί­κειας, ως θεμε­λιώ­δους ρήτρας ερμη­νείας και εφαρ­μο­γής του Δικαίου, στο σύνολό του, όσο και η έννοια της Διαι­τη­σίας. Οι κατ’ Αρι­στο­τέλη έννοιες της Επιεί­κειας και της Διαι­τη­σίας εξε­τά­ζο­νται εδώ απο­κλει­στι­κώς στο πεδίο του σύγ­χρο­νου Δημό­σιου Διε­θνούς Δικαίου. Και ακόμη πιο συγκε­κρι­μένα, στο ειδι­κό­τερο εκείνο πεδίο του που αφορά το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασ­σας του ΟΗΕ, κατά την Σύμβαση του Montego Bay του 1982, με βάση την ακό­λουθη σειρά συλ­λο­γι­σμών:

Β. Μια από τις κυριό­τε­ρες αιτίες, οι οποίες υπο­νο­μεύ­ουν τα θεμέλια της σύγ­χρο­νης Αντι­προ­σω­πευ­τι­κής Δημο­κρα­τίας, είναι και το ότι βασικοί πυλώνες της – πραγ­μα­τι­κές «αντη­ρί­δες» για την εκπλή­ρωση της εκ κατα­γω­γής απο­στο­λής της, που συνί­στα­ται κατ’ εξοχήν στην εγγύηση της ακώ­λυ­της άσκησης των Θεμε­λιω­δών Δικαιω­μά­των του Ανθρώ­που – έχουν αρχίσει να δια­βρώ­νο­νται επι­κιν­δύ­νως. Μεταξύ των πυλώνων αυτών συγκα­τα­λέ­γο­νται, δυστυ­χώς, το Κράτος Δικαίου και το ανα­πό­σπα­στο θεσμικό «παρα­κο­λού­θημά» του, η Αρχή της Νομι­μό­τη­τας. Αυτό οφεί­λε­ται, σε μεγάλο του­λά­χι­στον βαθμό, στο ότι ο ρυθ­μι­στι­κός τους «πυρήνας», ο κανόνας δικαίου, ο οποίος θεσπί­ζε­ται από την Πολι­τεία δια­θέ­το­ντας έτσι την απα­ραί­τητη για το κανο­νι­στικό του κύρος δημο­κρα­τική νομι­μο­ποί­ηση, δια­βρώ­νε­ται αντι­στοί­χως, και μάλιστα με γεω­με­τρι­κώς αύξουσα ένταση. Τούτο ισχύει διεθνώς, και δη σε κάθε πτυχή του ισχύ­ο­ντος Δικαίου, είτε πρό­κει­ται για το Εθνικό είτε πρό­κει­ται για το Ευρω­παϊκό και, προ­ε­χό­ντως, για το Δημόσιο Διεθνές Δίκαιο.

Και προ­κύ­πτει, κατά κύριο λόγο, εκ του ότι ο κανόνας δικαίου, εκ φύσεως γενικός και αόρι­στος αφού πρέπει να υπη­ρε­τεί την αρχή της ανα­λο­γι­κής Ισό­τη­τας και της «έννοιας γένους», της Ανα­λο­γι­κής Δικαιο­σύ­νης, αδυ­να­τεί να πλαι­σιώ­σει κανο­νι­στι­κώς, με την επι­βαλ­λό­μενη για την εγγενή ρυθ­μι­στική του επάρ­κεια, την κοι­νω­νι­κο­οι­κο­νο­μική πραγ­μα­τι­κό­τητα, άρα τις αντί­στοι­χες κοι­νω­νι­κο­οι­κο­νο­μι­κές σχέσεις μεταξύ των μελών κάθε κοι­νω­νι­κού συνόλου, εντός του οποίου είναι προ­ο­ρι­σμέ­νος να εφαρ­μό­ζε­ται. Η Οικο­νο­μική Παγκο­σμιο­ποί­ηση και η ραγδαία εξέλιξη της Τεχνο­λο­γίας μετα­βάλ­λουν με τέτοια ταχύ­τητα την κοι­νω­νι­κο­οι­κο­νο­μική «υποδομή», της οποίας ο κανόνας δικαίου απο­τε­λεί θεσμικό «εποι­κο­δό­μημα» -φυσικά με αμφί­δρομη μεταξύ τους κανο­νι­στική επιρροή- ώστε ο μεν Νομο­θέ­της, ο κάθε νομο­θέ­της, δεν μπορεί να προ­βλέ­ψει με την απαι­τού­μενη «οξυ­δέρ­κεια» τις μελ­λο­ντι­κές εξε­λί­ξεις, που το θεσμικό του δημιούρ­γημα καλεί­ται να πλαι­σιώ­σει ρυθ­μι­στι­κώς. Άρα οι κανόνες δικαίου, τους οποίους θεσπί­ζει, είτε είναι «θνη­σι­γε­νείς», με την έννοια ότι τείνουν να ξεπε­ρα­σθούν αμέσως μετά την έναρξη της ισχύος τους, είτε δια­τυ­πώ­νο­νται με μεγάλη γενι­κό­τητα. Σε τέτοιο μάλιστα βαθμό ώστε ο δικα­στής, ο οποίος καλεί­ται να τους ερμη­νεύ­σει και να τους εφαρ­μό­σει στην πράξη, ανα­γκά­ζε­ται να δικαιο­δο­τεί ακόμη και «δικαιο­πλα­στι­κώς», αφενός για να καλύψει τα μεγάλα κενά τους και, αφε­τέ­ρου, για να διορ­θώ­σει τις κανο­νι­στι­κές «αστο­χίες» τους.

Γ. Η σύγ­χρονη νομική πραγ­μα­τι­κό­τητα κατα­δει­κνύει ότι η ρήτρα της Επιεί­κειας, ως ερμη­νευ­τική αρχή και ανάλογο ερμη­νευ­τικό μέσο, ασκεί ολοένα και μεγα­λύ­τερη επιρροή όταν ο δικα­στής την «βγάζει» από την θεσμική «φαρέτρα» του, εφόσον το κρίνει ανα­γκαίο, για να συμπλη­ρώ­σει το κανο­νι­στικό περιε­χό­μενο του κανόνα δικαίου που εφαρ­μό­ζει ή και για να διορ­θώ­σει τις κανο­νι­στι­κές «αστο­χίες» του, με σκοπό την ορθή απονομή του Δικαίου, όπως απαι­τούν οι επι­μέ­ρους συνι­στώ­σες της Δικαιο­σύ­νης. Όλα τ’ ανωτέρω ισχύουν, στο ακέραιο, και στο μέτρο που αντί για τον δικαστή, που αντλεί την δικαιο­δο­σία του ευθέως από την Έννομη Τάξη στην οποία ανήκει -Εθνική, Ευρω­παϊκή ή Διεθνή– τ’ αντί­δικα μέρη επι­λέ­γουν τον θεσμό της Διαι­τη­σίας και, συνα­κό­λουθα, επα­φί­ε­νται στην κρίση διαι­τη­τι­κών οργάνων. Τα όσα επι­ση­μάν­θη­καν προη­γου­μέ­νως αφορούν, a fortiori, τον τομέα του Δημό­σιου Διε­θνούς Δικαίου, κυρίως δε του Διε­θνούς Δικαίου της Θάλασ­σας του ΟΗΕ, κατά την Σύμβαση του Montego Bay του 1982. Και μόνο μια τέτοια δια­πί­στωση αρκεί για ν’ ανα­δεί­ξει πόσο και πώς η σκέψη του Αρι­στο­τέ­λους, ανα­φο­ρικά με την ρήτρα της Επιεί­κειας ως μεθόδου ερμη­νείας του Δικαίου για την εφαρ­μογή του σύμφωνα με τα προ­τάγ­ματα της Δικαιο­σύ­νης -υπό την ανα­λο­γική της έννοια, που συν­δέ­ε­ται αρρή­κτως με την έννοια της ανα­λο­γι­κής Ισότητας- παρα­μέ­νει εξαι­ρε­τικά επί­καιρη. Και η επι­και­ρό­τητα αυτή εκτεί­νε­ται πολύ πέραν του Εθνικού Δικαίου όταν, όπως τεκ­μη­ριώ­νει μ’ ενάρ­γεια η νομο­λο­γιακή πράξη, βρίσκει, με προ­δή­λως εντει­νό­μενο ρυθμό, «προ­νο­μιακό» πεδίο εκδή­λω­σής της στο Δημόσιο Διεθνές Δίκαιο, κατ’ εξοχήν δε στο Διεθνές Δίκαιο της Θάλασ­σας του ΟΗΕ, κατά την Σύμβαση του Montego Bay του 1982. Ειδι­κό­τερα, η απόφαση του Διε­θνούς Διαι­τη­τι­κού Δικα­στη­ρίου της Χάγης -Παράρτημα VII της Σύμ­βα­σης του Montego Bay του 1982- της 12ης Ιουλίου 2016 «Φιλιπ­πί­νες κατά Κίνας» «παράγει» ήδη νομο­λο­γία, κατά την οποία τα Ελλη­νικά Νησιά, όπως το Καστελ­λό­ριζο, δια­θέ­τουν, εκτός από Αιγια­λί­τιδα Ζώνη, Υφα­λο­κρη­πίδα και Απο­κλει­στική Οικο­νο­μική Ζώνη. Αυτή η νομο­λο­γία ακυ­ρώ­νει, στο ακέραιο, την περί του αντι­θέ­του αβάσιμη και ανι­στό­ρητη τουρ­κική «ρητο­ρική».

Δ. Κατ’ Αρι­στο­τέλη, η ρήτρα της Επιεί­κειας εντάσ­σε­ται μεν στο γενικό πλαίσιο του Δικαίου. Πλην όμως δεν ταυ­τί­ζε­ται απο­λύ­τως με τον θεσπι­σμένο γραπτό νόμο, αλλά μπορεί και πρέπει να γίνεται χρήση της όταν ο ως άνω νόμος, λόγω των κενών ή και των ρυθ­μι­στι­κών «αστο­χιών» που γεννά, μοι­ραίως, η γενι­κό­τητά του, είναι ανάγκη να «διορ­θω­θεί», μέσω της κατάλ­λη­λης ερμη­νείας, ώστε ν’ αντα­πο­κρί­νε­ται πλέον, όσο το δυνατόν περισ­σό­τερο, στο σύνολο των προ­ταγ­μά­των του Δικαίου και της Δικαιο­σύ­νης. Με βάση τις κατά τ’ ανωτέρω δια­πι­στώ­σεις του, ο Αρι­στο­τέ­λης κατα­λή­γει σ’ ένα είδος φιλο­σο­φι­κο­νο­μι­κού ορισμού της Επιεί­κειας, ο οποίος παρα­μέ­νει, και σήμερα, κλα­σι­κός: «Ἔστιν δὲ ἐπιει­κὲς τὸ παρὰ τὸν γεγραμ­μέ­νον νόμον δίκαιον» (Ρητο­ρική, 1374α, 28-29). Έχει από ορι­σμέ­νους συγ­γρα­φείς υπο­στη­ρι­χθεί η άποψη ότι στον «ορισμό» του αυτό ο Αρι­στο­τέ­λης «αντι­πα­ρα­θέ­τει», εν τέλει, την Επιεί­κεια προς το θεσπι­σμένο γραπτό Δίκαιο.

Η άποψη όμως αυτή είναι εσφαλ­μένη και δείχνει ουσιώδη έλλειψη κατα­νό­η­σης της εν προ­κει­μένω αυθε­ντι­κής θεώ­ρη­σης του Αρι­στο­τέ­λους. Κατ’ ακρί­βεια ο Αρι­στο­τέ­λης, συνεπής με όλες τις εν προ­κει­μένω προ­μνη­μο­νευό­με­νες ανα­λύ­σεις του, τις συνο­ψί­ζει, με άψογη λογική ακρί­βεια, διευ­κρι­νί­ζο­ντας ότι το «επιει­κές» δεν βρί­σκε­ται «απέ­να­ντι» στους κανόνες του γραπτού νόμου. Αλλά ενδε­χο­μέ­νως βαίνει, ακο­λου­θώ­ντας παράλ­ληλη πορεία ως προς την υπε­ρά­σπιση του Δικαίου και της Δικαιο­σύ­νης, και πέραν αυτού, εφόσον τούτο είναι επι­βε­βλη­μένο για την πραγ­μά­τωση του αυθε­ντι­κού νοή­μα­τος του Δικαίου και της Δικαιο­σύ­νης. Χρη­σι­μο­ποιώ­ντας τα «εργα­λεία» της σύγ­χρο­νης νομικής ορο­λο­γίας, μπο­ρούμε και είναι χρήσιμο να δεχθούμε ότι στο πλαίσιο του ως άνω «ορισμού» του ο Αρι­στο­τέ­λης θεωρεί πως η Επιεί­κεια, κατά την ίδια την φιλο­σο­φική και θεσμική ιδιο­συ­στα­σία της, λει­τουρ­γεί ως ρήτρα που παράγει τα έννομα απο­τε­λέ­σματά της κατά την ερμη­νεία και εφαρ­μογή των κανόνων του Δικαίου όχι contra legem, αλλά praeter legem. Με άλλες λέξεις, η προ­σφυγή στην ρήτρα της Επιεί­κειας δεν θέτει, κατ’ ουδένα τρόπο, «εκποδών» τον γραπτό κανόνα δικαίου, αλλά επι­τε­λεί, υπέρ του Δικαίου και της Δικαιο­σύ­νης, την ερμη­νευ­τική λει­τουρ­γία της συμπλή­ρω­σης ή και διόρ­θω­σής του, κατά την εφαρ­μογή του. Και τούτο είτε για να καλύψει τα κενά του είτε για να διορ­θώ­σει τις ρυθ­μι­στι­κές «αστο­χίες» του, όταν και όπου η αδήριτη γενι­κό­τητά του, κατά τ’ ανωτέρω, αφήνει τέτοια κενά ή κατα­λή­γει σε τέτοιες «αστο­χίες».

Ε. Σε ό,τι αφορά τις μεθό­δους αξιο­ποί­η­σης στην πράξη της ρήτρας της Επιεί­κειας, ιδιαί­τερη αίσθηση προ­κα­λεί, ως προς την πρω­το­τυ­πία της δια­τύ­πω­σής της για τα δεδο­μένα της εποχής εκείνης, η ανάλυση του Αρι­στο­τέ­λους για τον θεσμό της Διαι­τη­σίας, ως δια­δι­κα­σίας απο­νο­μής της Δικαιο­σύ­νης η οποία λει­τουρ­γεί, κατά κάποιον τρόπο, παραλ­λή­λως προς την δικαιο­δο­σία του δικαστή, ως οργάνου της Πολι­τείας εξου­σιο­δο­τη­μέ­νου «επι­σή­μως» να επιλύει τις μεταξύ των μελών του κοι­νω­νι­κού συνόλου δια­φο­ρές. Συγκε­κρι­μένα, εισά­γο­ντας την ρήτρα της Επιεί­κειας στο θεσμικό πλαίσιο της άσκησης της, αυστη­ρώς πολι­τεια­κής προ­έ­λευ­σης, δικαιο­δο­τι­κής λει­τουρ­γίας, ο Αρι­στο­τέ­λης παρα­τή­ρησε, μεταξύ άλλων: «Καί τό εἰς δίαιταν μᾶλλον ἤ εἰς δίκην βού­λε­σθαι ἱέναι · ὁ γάρ διαι­τη­τής τό ἐπιει­κές ὁρᾶ, ὁ δέ δικα­στής τόν νόμον · καί τούτου ἕνεκα διαι­τη­τής εὑρέθη, ὅπως τό ἐπιει­κές ἰσχύη» (Ρητο­ρική, Α, 13, 1374 β, 18-22). Με την ως άνω παρα­τή­ρησή του ο Αρι­στο­τέ­λης δέχεται, σε γενικές γραμμές, ότι πέραν της «επί­ση­μης» κρα­τι­κής δικαιο­δο­τι­κής λει­τουρ­γίας υφί­στα­ται –οπωσ­δή­ποτε όμως υπό την θεσμική και πολι­τική «ανοχή» της Πολιτείας- και ο θεσμός της Διαι­τη­σίας, ως δια­δι­κα­σίας επί­λυ­σης των δια­φο­ρών μεταξύ των μελών του κοι­νω­νι­κού συνόλου, ύστερα από επιλογή των αντί­δι­κων μερών. Και κατα­λή­γει στο συμπέ­ρα­σμα ότι η επιλογή της Διαι­τη­σίας συνιστά μια μορφή αξιο­ποί­η­σης της ρήτρας της Επιεί­κειας στην πράξη για την απονομή της Δικαιο­σύ­νης.

Δηλαδή, κατ’ Αρι­στο­τέλη, η Διαι­τη­σία είναι, κατ’ απο­τέ­λε­σμα, θεσμός αρρή­κτως συν­δε­δε­μέ­νος με την Δικαιο­σύνη. Και τούτο διότι στο μεν πλαίσιο της από την Πολι­τεία οργα­νω­μέ­νης δικαιο­δο­τι­κής λει­τουρ­γίας ο δικα­στής στη­ρί­ζε­ται πολύ περισ­σό­τερο -αν όχι αποκλειστικώς- στον νόμο, ήτοι στους θεσπι­σμέ­νους από την Πολι­τεία κανόνες του Δικαίου. Ενώ στο πλαίσιο της Διαι­τη­σίας ο δικα­στής, ως δικαιο­δο­τικό όργανο κατ’ επιλογή των αντί­δι­κων μερών, στη­ρί­ζε­ται κατ’ εξοχήν στις μεθό­δους από­φαν­σης, οι οποίες απορ­ρέ­ουν από την προ­σφυγή στην ρήτρα της Επιεί­κειας. Και ο Αρι­στο­τέ­λης φθάνει στο συμπέ­ρα­σμα του όλου συλ­λο­γι­σμού του δια­τυ­πώ­νο­ντας την θέση, ότι ο κύριος λόγος, για τον οποίο επι­νο­ή­θηκε ο θεσμός της Διαι­τη­σίας, είναι για να επι­λύ­ο­νται οι μεταξύ των αντί­δι­κων μερών δια­φο­ρές με βασικό γνώμονα την χρήση της ρήτρας της Επιεί­κειας.

Υπό τα δεδο­μένα αυτά της επι­και­ρό­τη­τας της σκέψης του Αρι­στο­τέ­λους περί Επιεί­κειας και Διαι­τη­σίας στο σύγ­χρονο Διεθνές Δίκαιο, η «αει­θα­λής» φιλο­σο­φι­κώς, θεσμι­κώς και πολι­τι­κώς, σκέψη του Στα­γει­ρίτη απο­δει­κνύει, με αμάχητα ιστο­ρι­κώς και επι­στη­μο­νι­κώς τεκ­μή­ρια, ότι το Ελλη­νικό Πνεύμα, υφ’ όλες του τις επόψεις και εκφάν­σεις, εξα­κο­λου­θεί να «καταυ­γά­ζει» την πορεία, την οποία οφεί­λουμε ν’ ακο­λου­θή­σουμε, μ’ επί­γνωση και συνέ­πεια, για την εμπέ­δωση του Δικαίου και της Δικαιο­σύ­νης -άρα της Δημο­κρα­τίας και του σύμ­φω­νου με τις επι­τα­γές της Πολι­τι­σμού μας- σε παγκό­σμιο επίπεδο. Εν τέλει δε για την κατα­ξί­ωση του Ανθρώ­που, σύμφωνα με τον προ­ο­ρι­σμό του.»

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.