ΤΟΠΙΚΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ

Ένα βραβείο για την κυρά-Ρηνιώ, την ακρίτισσα φύλακα-άγγελο της Κινάρου

news room 5 λεπτά ανάγνωση
Ρηνιώ Κατσοτούρχη

Αν υπάρχει ένας άνθρω­πος που συμπυ­κνώ­νει το νόημα της λέξης «ακρίτας», αυτός είναι η Ρηνιώ Κατσοτούρχη-

Θηραίου, μονα­δική κάτοι­κος μιας δυσπρό­σι­της νησίδας ανα­το­λικά της Αμοργού, για αυτό και ο Γαστρο­νό­μος την τίμησε με ειδικό βραβείο στη φετινή απονομή.

Έχοντας δια­σχί­σει μια από­σταση 19 ναυ­τι­κών μιλίων από την Αιγιάλη Αμοργού έως την Κίναρο, δέσαμε μετά από κάνα δίωρο στο λιμα­νάκι Πνιγκό και απο­βι­βα­στή­καμε μπροστά στο σπίτι της κυρα-Ρηνιώς. Κρα­τούσα ένα κουτί με πάστες κι εκείνη είχε μαγει­ρέ­ψει κατσι­κο­μα­κα­ρο­νάδα. Κάναμε βεγγέρα μες στη μέση της θάλασ­σας, σε ένα νησί με μία μόνο κάτοικο. Το νιώσαμε κατόρ­θωμα, αλλά μόνο μέχρι τη στιγμή που συνει­δη­το­ποι­ή­σαμε πως το αληθινό κατόρ­θωμα είναι να ζεις 365 μέρες τον χρόνο ολό­μο­νος σε μια βρα­χο­νη­σίδα, σε σχεδόν πρω­τό­γο­νες συν­θή­κες και με αρκετές από τις στοι­χειώ­δεις ανάγκες ενός σύγ­χρο­νου ανθρώ­που να καλύ­πτο­νται εξαι­ρε­τικά ανε­παρ­κώς. Αλλαγή δεδο­μέ­νων λέγεται αυτό. Ανα­το­λικά της Αμοργού και δυτικά της Λέρου και της Καλύ­μνου, στο αρχι­πέ­λα­γος των Δωδε­κα­νή­σων. Είναι εύκολο να εντο­πί­σεις την Κίναρο στον χάρτη, αλλά εξαι­ρε­τικά δύσκολο να την προ­σεγ­γί­σεις, γιατί είναι ανοιχτό πέλαγος και τα μελ­τέ­μια είναι δυνατά. Μετά από ένα θαλασ­σο­δαρ­μένο, δύσκολο ταξίδι, καθι­σμέ­νοι πια στην αυλή της, που είναι μαζί απο­θη­κευ­τι­κός χώρος, καθι­στικό, τρα­πε­ζα­ρία και κουζίνα, μας έβγαλε νεράκι δροσερό και καφέ ελλη­νικό και μας διη­γή­θηκε την ιστορία της.

Ταξι­δέ­ψαμε στην Κίναρο με τον «Τίμιο Σταυρό», το ψαρο­κάικο του Μιχάλη Βεκρή. Βεγ­γε­ρί­σαμε με πάστες σοκο­λα­τί­νες και ψωνί­σαμε τα υλικά για τα μαγει­ρέ­ματά μας από την Αμοργό. Η κυρά-Ρηνιώ είχε μαγει­ρέ­ψει και μας περί­μενε, για να μας διη­γη­θεί την ιστορία της.

Η μονα­δική σημε­ρινή κάτοι­κος της Κινάρου ζει σε έναν παλιό καφενέ ψαράδων, μια κάμαρη όλη κι όλη, στε­ρε­ω­μένη στον τσι­με­ντέ­νιο ντόκο όπου τα καλο­καί­ρια δένουν τα ψαρά­δικα. Γεν­νή­θηκε το 1945 στην Αμοργό, ήταν μία από τις έξι κόρες του Γιώργου και της Ακαθής Θηραίου, γεωργών και κτη­νο­τρό­φων, μόνιμων κατοί­κων της Κινάρου. Η κυρα-Ρηνιώ ήρθε 9 ημερών στο νησί και εκεί έκανε τα πρώτα της βήματα σε χώματα τραχιά και άγονα, σπαρ­μένα με πέτρα, σε έναν ακα­τέρ­γα­στο τόπο που δεν χαρί­ζε­ται, που θέλει κόπο και σκληρή δουλειά για να τον κατα­κτή­σεις. Εκεί, στα κατσά­βραχα, πρέπει να έχει κανείς γερά κότσια για να τα βγάλει πέρα δίχως καν τρε­χού­μενο νερό και απο­χε­τευ­τικό σύστημα, με ρεύμα που τρο­φο­δο­τεί­ται από φωτο­βολ­ταϊκά, επι­κοι­νω­νία με τον «έξω κόσμο» μόνο μέσω δορυ­φο­ρι­κού τηλε­φώ­νου και, αν ο καιρός το επι­τρέ­ψει και προ­σεγ­γί­σει το καΐκι του επι­δο­τού­με­νου δρο­μο­λο­γίου από την Αμοργό, με τις βασικές προ­μή­θειες να κατα­φθά­νουν στην καλύ­τερη περί­πτωση μία φορά την εβδο­μάδα.

Από την αυγή έως το σού­ρουπο

Όταν έχει απα­νε­μιά, η κυρα-Ρηνιώ κάθεται κι αγνα­ντεύει με τις ώρες την μπούκα του στενού κόλπου Πνιγκό, στο βάθος του οποίου βρί­σκε­ται το σπιτάκι της, πλάι σε μια μικρή παραλία. Με τις μπου­νά­τσες απα­γκιά­ζουν εκεί καΐκια με φίλους ψαράδες ή και σκάφη ανα­ψυ­χής που φου­ντά­ρουν αρόδου, αλλά με τις φουρ­τού­νες μπορεί να κάνει μήνες να δει άνθρωπο. Άλλες φορές πάλι, δεν της φτάνουν οι ώρες της ημέρας για να κανο­νί­σει τις δου­λειές της. Ώσπου να βάλει δυο πετρό­ψαρα στην παλιά κατσα­ρο­λί­τσα στην γκα­ζιέρα της αυλής της να βράσουν με αλμυρό νερό για να τα κάνει σούπα, πρέπει να σκαρ­φα­λώ­σει τρέ­χο­ντας στις δύσβα­τες πλαγιές του ξερό­βρα­χου για να ποτίσει και να ταΐσει τα ζώα της, πριν πέσει το σού­ρουπο. Εκτός από τη σκυ­λί­τσα της τη Σίβα, η κυρα-Ρηνιώ έχει στο κοτέτσι της μία ντου­ζίνα κότες και σκόρπια στις πλαγιές βόσκουν καμιά δια­κο­σα­ριά σκλη­ρο­τρά­χηλα κατσι­κο­πρό­βατα, κάποια φερτά, κάποια ντόπια, άγρια και ήμερα μαζί, μπα­σταρ­δε­μένα όλα πια. Κατά τα άλλα, «τίποτα δεν φυτρώ­νει πια εδώ», όπως λέει η ίδια, «ο ήλιος τα καίει όλα». Πέρα από μια χαρου­πιά, φρα­γκο­συ­κιές, κάτι αγριο­συ­κιές, φρύγανα και μερικές αμπε­λιές με Μοσχάτα, Φρά­ου­λες, Βου­δό­ματα και στα­φί­δες, η Κίναρος είναι κρανίου τόπος.

Μέρες νοσταλ­γίας

Είναι κι εκείνες οι μέρες που η νοσταλ­γία είναι κατά­φωρη. Θυμάται τον άντρα της τον Μικέ, που τον έχασε το 2013. Ανη­φο­ρί­ζει προς τον παλιό, εγκα­τα­λε­λειμ­μένο οικισμό πιλα­λώ­ντας σαν το κατσίκι. Εκεί, στη μικρή βυζα­ντινή εκκλη­σία του Αγίου Γεωρ­γίου του 1878, που την έχτισε ο προ­πάπ­πους της Μιχάλης Δαβής, ανάβει μέρα παρά μέρα ένα κεράκι εις μνήμην. Στον αυλό­γυρο της εκκλη­σιάς έχει στηθεί και το μνημείο για τους υπο­πλοιάρ­χους Ανα­στά­σιο Του­λί­τση και Κων­στα­ντίνο Πανανά, και τον χει­ρι­στή ραντάρ επι­φα­νείας σημαιο­φόρο Ελευ­θέ­ριο Ευαγ­γέ­λου, οι οποίοι έχασαν τη ζωή τους στις 11 Φεβρουα­ρίου του 2016, όταν συνε­τρίβη στην Κίναρο το ελι­κό­πτερο Agusta Bell 212 του Πολε­μι­κού Ναυ­τι­κού. Λίγο πιο πέρα βρί­σκε­ται κι ερη­μώ­νει το παλιό σπίτι όπου έμενε όταν ήταν παιδί και ζούσαν οι γονείς της, και τα γκρέμια τώρα πια, που ήταν τα σπίτια των τότε γει­τό­νων τους.

Στο δύσκολο ταξίδι της επι­στρο­φής μας σκε­φτό­μουν πως η κυρα-Ρηνιώ με το γάργαρο γέλιο της, που αντη­χούσε κελα­ρυ­στό σε ολό­κληρο το νησί, πήρε μια απόφαση γενναία: έμεινε εκεί πει­σμα­τικά να φυλάει Θερ­μο­πύ­λες, να καλο­δέ­χε­ται κόσμο και ύστερα πάλι να κουνάει μαντίλι. Όσο υπάρχει κι ανα­πνέει πάνω στο νησί που έχει από μόνη της ανα­λά­βει το χρέος να περι­φρου­ρεί, η Κίναρος δεν είναι απλώς μια σταγόνα στον ωκεανό, αλλά ένα κομμάτι παλ­λό­με­νης Ελλάδας. Την παρα­τη­ρούσα όπως ξεμα­κραί­ναμε με το καΐκι, ντυμένη με μια πολυ­φο­ρε­μένη μαρι­νιέρα να στέκει περή­φανη στην ακρο­θα­λασ­σιά. Μου φάνηκε ίδια με ελλη­νική σημαία.

Ούτε στα Βραβεία μας κατόρ­θωσε να έρθει, παρότι ήταν ένα από τα τιμώ­μενα πρόσωπα της βραδιάς. Όχι γιατί δεν ήθελε, αλλά γιατί δεν είχε πού να αφήσει τα ζώα της. / Φωτο­γρα­φία: Κων­στα­ντί­νος Τσα­κα­λί­δης

«Κυρα-Ρηνιώ, γιατί δεν φεύγετε από εδώ, δεν σας πει­ρά­ζει η μοναξιά; Δεν φοβάστε;» τη ρώτησα λίγο πριν μπω στο καΐκι. Η απά­ντησή της δεν άφηνε περι­θώ­ρια για παρερ­μη­νείες: «Δεν φεύγω, κόρη μου, το σπίτι μου είναι εδώ. Κι ένα τσου­βάλι με λίρες να μου έδιναν, εγώ θα το έδινα στους φτωχούς και δεν θα πήγαινα πουθενά». Τι πάθος, τι πείσμα, τι αγάπη είναι αυτή για τον τόπο της! Και πράγ­ματι, ούτε στα Βραβεία μας κατόρ­θωσε να έρθει, παρότι ήταν ένα από τα τιμώ­μενα πρόσωπα της βραδιάς. Όχι γιατί δεν ήθελε, αλλά γιατί δεν είχε πού να αφήσει τα ζώα της, που τώρα γεν­νού­σαν κι ήθελαν συνεχή φρο­ντίδα. Μας έστειλε όμως την κόρη της, την Ακάθη, από την Κάλυμνο μαζί με τους χαι­ρε­τι­σμούς και την αγάπη της.

Δείτε εδώ το βίντεο από τη βρά­βευση του Γαστρο­νό­μου

Πηγή kathimerini.gr

Νικο­λέτα Μακρυω­νί­του

Φωτο­γρα­φίες: Χρι­στίνα Γεωρ­γιά­δου

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.