ΕΙΔΗΣΕΙΣ

Εντοπίστηκε μετά από 73 χρόνια το υποβρύχιο «Κατσώνης»

news room 7 λεπτά ανάγνωση
45

Έχουν περάσει 73 ολό­κληρα χρόνια από την ημέρα που το υπο­βρύ­χιο «Κατσώ­νης» βυθί­στηκε από γερ­μα­νικό πλοίο βόρεια της Σκιάθου. Σήμερα ανα­κοι­νώ­θηκε και επίσημα ότι  εντο­πί­στηκε σε βάθος 170 μέτρων από το υδρο­γρα­φικό ωκε­α­νο­γρα­φικό πλοίο «Ναυ­τί­λος», που εκτε­λούσε σχετική επι­χεί­ρηση βόρεια της Σκιάθου από της 4 Ιουλίου.

Στη δεύτερη φάση του Β΄ Παγκο­σμίου Πολέμου και ενώ το «Κατσώ­νης» ανέμενε τη διέ­λευση εχθρι­κού πλοίου κοντά στις ακτές του νοτίου Πηλίου, εντο­πί­στηκε από το γερ­μα­νικό ανθυ­πο­βρυ­χθιακό UJ-210. Μετά από τη ρίψη βομβών βάθους, το υπο­βρύ­χιο εξα­να­γκά­στηκε σε ανάδυση και εμβο­λί­στηκε από το γερ­μα­νικό πλοίο.

Ο κυβερ­νή­της του, Βασίλης Λάσκος μαζί με 31 μέλη του πλη­ρώ­μα­τος δολο­φο­νή­θη­καν ενώ άλλοι 17 αιχ­μα­λω­τί­στη­καν.

Μόλις τέσ­σε­ρις άνθρω­ποι κατά­φε­ραν να δια­φύ­γουν κολυ­μπώ­ντας. Ο  ύπαρχος του υπο­βρυ­χίου υπο­πλοί­αρ­χος Ηλίας Τσου­κα­λάς, μαζί με τον υπα­ξιω­μα­τικό Α. Τσίγκρο, κατόρ­θωσε να δια­φύ­γει και να φθάσει κολυ­μπώ­ντας, μετά από εννέα ώρες, στην Σκιάθο.

 

Ο υπα­ξιω­μα­τι­κός Α. Αντω­νίου, μαζί με τον δίοπο ηλε­κτρο­λόγο Ν. Θυμαρά, διέ­φυ­γαν επίσης την σύλληψη και κατευ­θύν­θη­καν κολυ­μπώ­ντας προς το Πήλιο.

Παρότι ο Θυμαράς δεν κατά­φερε να φτάσει στο Πήλιο γιατί τον εγκα­τέ­λει­ψαν οι δυνά­μεις του, ο Αντω­νίου κολύ­μπησε μέχρι τις ακτές του βουνού των Κενταύ­ρων.

Εκεί, τον συνά­ντη­σαν μερικές ημέρες αργό­τερα οι Τσου­κα­λάς και Τσί­γκρος, που έφτασαν στο Πήλιο με τη βοήθεια των κατοί­κων της Σκιάθου.

Μετά από χρο­νο­βόρα αναμονή κατά­φε­ραν να επι­στρέ­ψουν τελικά, μέσω Τουρ­κίας, στην Μέση Ανατολή όπου εντά­χθη­καν και πάλι στο δυνα­μικό του ελλη­νι­κού Βασι­λι­κού Ναυ­τι­κού.

Από την έκθεση του Πολε­μι­κού Ναυ­τι­κού στο ΙΜΕ με τίτλο «Ιστο­ρίες Ανδρείας». Ο κυβερ­νή­της του «Κατσώ­νης» Βασίλης Λάσκος και τα μέλη του πλη­ρώ­μα­τος

Οι συλ­λη­φθέ­ντες αιχ­μά­λω­τοι κρα­τή­θη­καν αρχικά στις φυλακές Αβέρωφ οι υγιείς και στο νοσο­κο­μείο της Κηφι­σιάς οι τραυ­μα­τίες. Στην συνέ­χεια μετα­φέρ­θη­καν, μέσω Γιου­γκο­σλα­βίας, στο γερ­μα­νικό στρα­τό­πεδο ναυ­τι­κών αιχ­μα­λώ­των «MARLANG», κοντά στην Βρέμη, όπου και παρέ­μει­ναν κρα­τού­με­νοι μέχρι την απε­λευ­θέ­ρωση τους από τον συμ­μα­χικό στρατό στις 28 Απρι­λίου 1945.

Η αναφορά Τσου­καλά για το περι­στα­τικό 

Μετά την επα­νέ­νταξή του στο δυνα­μικό του ελλη­νι­κού Βασι­λι­κού Ναυ­τι­κού, ο ύπαρχος του υπο­βρυ­χίου Τσου­κα­λάς συνέ­ταξε αναφορά για τη βύθιση του «Κατσώνη».

Σύμφωνα με όσα έγραψε, βόμβες βάθους εξερ­ρά­γη­σαν κοντά στο υπο­βρύ­χιο προ­κα­λώ­ντας «σοβαρές βλάβες και ανω­μα­λίες».

Ο κυβερ­νή­της Βασίλης Λάσκος διέταξε «γενική δίωξη», διαταγή που δεν επα­να­λή­φθηκε από το κέντρο με απο­τέ­λε­σμα να μην τη λάβει ο υπεύ­θυ­νος αξιω­μα­τι­κός.

Ο Β΄ μηχα­νι­κός αντε­λή­φθη την διαταγή απ΄ ευθείας από τον πυρ­γί­σκο και άνοιξε το επι­στό­μιο του γενικού εξα­ε­ρι­σμού. Ο ύπαρχος του υπο­βρυ­χίου, Ηλίας Τσου­κα­λάς, θεω­ρώ­ντας ότι το άνοιγμα του επι­στο­μίου προήλθε από πρω­το­βου­λία του Β΄ μηχα­νι­κού το ξανα­έ­κλεισε.

Πριν όμως τελειώ­σει τον χει­ρι­σμό του άκουσε από τον πυρ­γί­σκο την διαταγή του κυβερ­νήτη «επι­φά­νεια – γενική εκδί­ω­ξης».

 

Το επι­στό­μιο ανοί­χτηκε και πάλι και το υπο­βρύ­χιο ανήλθε στην επι­φά­νεια. Η κάθοδος του πυρ­γί­σκου όμως, λόγω εμπλο­κής της, παρου­σί­ασε δυσκο­λία στο να ανοι­χτεί και ανοί­χτηκε μετά από μεγάλο χρονικό διά­στημα με την χρήση σιδε­ρέ­νιου μοχλού.

Το πλήρωμα και ο κυβερ­νή­της βγήκαν στη γέφυρα και άρχισαν να βάλλουν ενα­ντίον του γερ­μα­νι­κού πλοίου, το οποίο αντα­πέ­δωσε τα πυρά με τα δύο του πυρο­βόλα.

Η τελευ­ταία σελίδα της ανα­φο­ράς του 

«Υπό του υπο­βρυ­χίου εβλή­θη­σαν εν όλω 12 βολαί πυρο­βό­λου εκ των οποίων 4-5 επι­τυ­χείς βολαί επέ­τυ­χον να σιγή­σουν το πρυ­μναίο πυρο­βό­λον της κορ­βέτ­τας, η οποία τότε έστρε­ψεν την πρώραν και επλη­σί­α­σεν ολο­τα­χώς προς εμβο­λι­σμόν. Η τελευ­ταία βολή εβλήθη υπό του υπο­βρυ­χίου από απο­στά­σεως 50 μέτρων κατά της κορ­βέτ­τας και την έπληξεν εις την γέφυραν, έπειτα δε εκα­λύ­φθη εις το απυ­ρό­βλη­τον του πυρο­βό­λου του υπο­βρυ­χίου ο εχθρός. Ο σκο­πευ­τής κελ. Στάμου ετραυ­μα­τί­σθη θανα­σί­μως και έπεσεν. Εν τω μεταξύ κατη­νοί­χθη το κάτω πώμα του θαλάμου δύτου, απη­λευ­θε­ρώθη δε το άνω από τας ασφα­λι­στι­κάς πετα­λού­δας. Ηνοίχθη έπειτα η πρυ­μναία φρακτή προς απε­λευ­θέ­ρω­σιν των απο­μο­νο­θέ­ντων ανδρών, εντός του πρυ­μναίου δια­με­ρί­σμα­τος. Μεταβάς ο ίδιος προς πρύμναν αντε­λή­φθην τότε ότι αμφό­τε­ροι οι κινη­τή­ρες ήσαν κράτει εις δε το ηλε­κτρο­στά­σιον υπήρχον πυκνοί καπνοί.

Ελλεί­ψει δια­τα­γών από την γέφυραν, ανέλαβα την πρω­το­βου­λίαν της εκκι­νή­σεως των μηχανών.

Η δεξιά μηχανή ετέθη δι΄ αέρος πρόσω υπό του Α΄ μηχα­νι­κού κελευ­στή Μαγιάτη και υπο­κε­λευ­στή Σελάκη υπό την άμεσον καθο­δή­γη­σιν μου εις το μηχα­νο­στά­σιον. Ουδείς άλλος παρευ­ρί­σκετο εκεί. Το πλοίον προ­ω­θήθη ταχέως προς τα εμπρός και παρέ­συ­ρεν τους άνδρας οι οποίοι είχον ήδη πέσει εις την θάλασ­σαν και συνε­κρα­τού­ντο από τους προ­φυ­λα­κτή­ρας των ελίκων.

Η ταχεία προ­ώ­θη­σης του πλοίου συνε­τέ­λε­σεν εις το να αποτύχη εν μέρει ο υπό της κορ­βέτ­τας επι­διω­κό­με­νος σκοπός, η οποία εν τέλει μας ενε­βό­λι­σεν πολύ πρύμα αρι­στερά, εις την εξω­τε­ρι­κήν πετρε­λαιο­δε­ξα­με­νήν, προ­κα­λέ­σασα συγ­χρό­νως σοβαράς ζημίας εις το Νο 5 θαλάσ­σερμα.

Η επι­φά­νεια της θαλάσ­σης εγέ­μι­σεν πετρέ­λαιον. Το πλοίον εκλο­νί­σθη ολό­κλη­ρον και υπέστη μέγαν εγκάρ­σιον δια­τοι­χι­σμόν, μετά τον οποίον ήρχισεν να κλείνη προς την αρι­στε­ράν πλευράν. Εξε­τέ­λεσα αμέσως ο ίδιος «γενικήν εκδί­ω­ξην» και εν συνε­χεία αφού έκλεισα το επι­στό­μιον γενικού εξα­ε­ρι­σμού, εκδί­ω­ξιν αρι­στε­ράς υδρο­δό­κης, η οποία περιείχε 3.500 χιλιό­γραμμα. Το πλοίον επα­νήλθε εις το ορι­ζό­ντιον και επα­νέ­κτη­σεν δι΄ ολίγον την ευστά­θειαν του.

Διέταξα τον παρευ­ρι­σκό­με­νον κελευ­στήν Μαγιά­την να ανοίξη το άνω πόμα του θαλάμου δύτου, αλλά τούτο δεν κατέστη δυνατόν λόγω φαί­νε­ται, παρα­μορ­φώ­σεως την οποίαν είχεν υποστή η γέφυρα από τα εχθρικά βλήματα, εμπο­δί­ζουσα το άνοιγμα του πώματος προς τα άνω. Το πλοίον ήρχισεν να βυθί­ζε­ται δια της πρύμνης και να κλίνη και πάλιν προς τα αρι­στερά όταν διέταξα τους ολίγους ενα­πο­μεί­να­ντας εν τω πλω άνδρας, «άπαντες άνω, εγκα­τά­λει­ψις πλοίου». Εις την κάτω δίοδον του πυρ­γί­σκου ανερ­χό­με­νοι προς τα άνω εστα­μά­τη­σαν οι τέσ­σα­ρες τελευ­ταίοι άνδρες, όταν τους ρώτησα άκουσα που μου φώναξαν «δεν μπο­ρούμε ν΄ ανέ­βουμε».

Τους εκτύ­πησα δυνατά δια να τους ενθαρ­ρύνω, δεν ηδυ­νή­θην όμως ν΄ αντι­λη­φθώ τι τους συνέ­βαινε, δεδο­μέ­νου ότι αι κεφαλαί των εκρύ­πτο­ντο προς το άνω εντός του πυρ­γί­σκου. Και οι τέσ­σα­ρες άνδρες παρέ­με­νον εκεί μη δυνά­με­νοι να κινη­θούν ουδέ προς τα άνω, ουδέ προς τα κάτω. Πυκνοί καπνοί πυρ­καϊών εγέ­μι­ζον τον εσω­τε­ρι­κόν του πλοίου και απο­πνυ­κτική οσμή καθίστα την ατμό­σφαι­ραν αφό­ρη­τον. Δεν διέ­κρινε κανείς εις από­στα­σιν μεγα­λυ­τέρα του μέτρου. Άνοιξα δια δευ­τέ­ραν φοράν το επι­στό­μιον γενικού εξα­ε­ρι­σμού δια να τους δώσω καιρόν και το άφισα τελείως ανοι­κτόν. Τόση ήτο η προς τα αρι­στερά κλίσις του πλοίου και τόσος ο καπνός ώστε έπεσα επάνω εις τον πρω­ραίον πίνακα δυνά­μεως ο οποίος μου έδωσεν έναν ισχυρόν τιναγ­μόν.

Εν τω μεταξύ η εχθρική κορ­βέττα, εγχεί­ρι­σεν μετά τον εμβο­λι­σμόν με ανάποδα και από εγγυ­τά­της απο­στά­σεως από της πρύμνης του υπο­βρυ­χίου, έβαλλεν με όλον τον όγκον του πυρός της και με χει­ρο­βομ­βί­δας, τυφέκια και περί­στροφα κατά της γεφύρας και επί των θαλασ­σερ­μά­των.

Τότε υπήρξαν πάρα πολλά τα θύματα και εκ των επι­πλε­ό­ντων εγγύς του πλοίου. Ο κυβερ­νή­της έπεσεν εν τη εκτε­λέ­σει του καθή­κο­ντος επί της γεφύρας, απο­κλειο­μέ­νης της περι­πτώ­σεως αυτο­κτο­νίας, δεδο­μέ­νου ότι δεν έφερεν μεθ΄ εαυτού περί­στρο­φον και ουδέν περί­στρο­φον εξήχθη του πλοίου. Τα σιδη­ρε­λά­σματα της γεφύρας πλησίον της καθόδου του πυρ­γί­σκου ήσαν διάπυρα και εφλέ­γο­ντο.

Εν τω μεταξύ απο­κλει­σθείς εις το εσω­τε­ρι­κόν του πλοίου, λόγω της εμφρά­ξεως της καθόδου του πυρ­γί­σκου, ανέλαβα την ατο­μι­κήν μου προ­σω­πίδα προ­στα­σίας κατ΄ αερίων, έπειτα ήνοιξα την πλή­ρω­σιν και το εξα­ε­ρι­στι­κόν σύστημα της αρι­στε­ράς υδρο­δό­κης, ώστε να επι­τα­χυνθή η βύθισης του πλοίου. Την στιγμήν εκείνην, αντε­λή­φθην πλησίον μου κάποιον και στρέψας διέ­κρινα εις τον διά­δρο­μον πλησίον του δια­με­ρί­σμα­τος Α/Τ, τον άγγλον αξιω­μα­τι­κόν σύν­δε­σμον. Προ­χώ­ρησα και συνή­ντησα τον υπό­λο­γον Α/Τ υπα­σπι­στήν Ανα­στα­σό­που­λον και τον υπα­σπι­στήν Σελάκην, οι μόνοι οι οποίοι παρέ­με­νον ακόμη εις το εσω­τε­ρι­κόν του πλοίου, απο­κε­κλει­σμέ­νοι λόγω του αδυ­νά­του της εξόδου δια της διόδου του πυρ­γί­σκου. Τους παρώ­τρυνα ν΄ ανοί­ξουν την κάθοδον των αξιω­μα­τι­κών, της οποίας ο χει­ρι­σμός ήτο εύκολος και δια την οποίαν υπε­λό­γιζα ότι υπήρχε πιθα­νό­της να ελευ­θε­ρωθή του ύδατος, καθώς το πλοίον βυθι­ζό­με­νον δια της πρύμνης θα ηνώρθου την πρώραν.

Όλοι ομού εχει­ρί­σα­μεν την κάθοδον προς άνοιγμα, αλλά μόλις ανε­γεί­ρα­μεν ολίγον το πώμα, το ύδωρ ήρχισεν να εισρέη αφθόνως εις το εσω­τε­ρι­κόν του πλοίου. Επι­μεί­να­μεν και εξα­κο­λου­θή­σαμε να ωθώμεν προς τα άνω, μέχρις ότου έξαφνα απη­λευ­θε­ρώθη η κάθοδος από το ύδωρ, καθώς το πλοίον ήρχισεν να λαμβάνη μεγάλην κλίσιν προς τα πρύμα. Εξήλ­θο­μεν τελευ­ταίοι από το εσω­τε­ρι­κόν του πλοίου, ελά­χι­στα προτού τούτο βυθισθή. Διέ­κρινα την γερ­μα­νι­κήν κορ­βέτ­ταν προ­βαλ­λο­μέ­νην επί των ακτών του Πηλίου να εκσφεν­δο­νίζη από απο­στά­σεως 300 μέτρων τον όγκον του πυρός της, επί του βυθι­ζο­μέ­νου υπο­βρυ­χίου, προ­βαλ­λο­μέ­νου προς το μέρος της σελήνης. Αι πολύ­χρω­μοι τροχιαί των τρο­χιο­δει­κτι­κών βλη­μά­των και αι ανα­λα­μπού­σαι εκρή­ξεις επί του σκάφους ήσαν τόσο πυκναί ώστε ευρι­σκό­με­νος εγγύς του υπο­βρυ­χίου και προς το μέρος της κορ­βέτ­τας, υπέστην πλήθος αμυχών από τα θραύ­σματα εις τας χείρας και την κεφαλήν.

Το πλοίον ηνορ­θώθη τελείως κατα­κο­ρύ­φως, ένα βλήμα εξερ­ράγη εις από­στα­σιν 50 μέτρων πλησίον μου την τελευ­ταίαν στιγμήν επί της προ­ε­ξε­χού­σης πρώρας η οποία απότομα εξη­φα­νί­σθη υπό την επι­φά­νειαν της θαλάσ­σης. Η ώρα ήτο 21.00/14/9. Μετά την τελείαν βύθισην του υπο­βρυ­χίου, η γερ­μα­νική κορ­βέττα εξη­κο­λού­θη­σεν επί 20 λεπτά να βάλλη συνεχώς δια των πολυ­βό­λων κλπ., χαμηλά επί της επι­φα­νείας της θαλάσ­σης, ενα­ντίον των επι­πλε­ό­ντων ναυαγών»

Ο εντο­πι­σμός του υπο­βρυ­χίου «Κατσώ­νης» έρχεται μερικές ημέρες μετά από την επίσημη παρά­δοση του ομώ­νυ­μου νεό­τε­ρου… αδελφού του, στο Πολε­μικό Ναυτικό.

 

Η τελετή παρά­δο­σης πραγ­μα­το­ποι­ή­θηκε στα ναυ­πη­γία Σκα­ρα­μα­γκά παρου­σία του Προ­έ­δρου της Δημο­κρα­τίας, Προκόπη Παυ­λό­που­λου.

ΕΘΝΟΣ

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου 3 σχόλια

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

  1. xaniared

    Αυτο ειναι παραβίαση των κανόνων πολέμου. Μετά απο βύθιση ο επιτεθέμενος είναι υποχρεωμένος να περισυνελλέξει τους αιχμαλώτους

  2. Γ

    Οι Γερμανοί είναι φίλοι μας…….

  3. Greg Kv

    Διαβάζοντας αυτό … ανατρίχιασα:
    Μετά την τελείαν βύθισην του υποβρυχίου, η γερμανική κορβέττα εξηκολούθησεν επί 20 λεπτά να βάλλη συνεχώς δια των πολυβόλων κλπ., χαμηλά επί της επιφανείας της θαλάσσης, εναντίον των επιπλεόντων ναυαγών»
    Που σημαίνει σε απλά ελληνικά:
    Αντί να περισυλλέξει τους ναυαγούς αιχμαλώτους πολέμου, τους αποδεκάτιζε χωρίς να είναι σε θέση να φέρουν αντίσταση. Όποιος κατάλαβε … κατάλαβε.