• Από υπόθεση με 9 κατηγορούμενους για απάτη με υπολογιστή και νομιμοποίηση εσόδων που αναβλήθηκε για τις 2 Δεκεμβρίου 2026, έως δύο καταδίκες για απάτη με διαφορετικές μεθοδολογίες, μέσω αγγελιών και πλαστών τραπεζικών εγγράφων
Ο τρόπος με τον οποίο «στήνονται» οι απάτες, ο ρυθμός με τον οποίο μετακινούνται τα χρήματα και τα ίχνη που αφήνονται σε τράπεζες, τηλεπικοινωνιακές συνδέσεις και πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης αποτελούν επαναλαμβανόμενα σημεία τριών διαφορετικών υποθέσεων που απασχόλησαν χθες τη Δικαιοσύνη στη Ρόδο.
Τα περιστατικά εκτείνονται χρονικά από το 2020 έως το 2021 και παρουσιάζουν διαφορετική μορφή ως προς το μέσο, έχουν όμως κοινό παρανομαστή την αξιοποίηση της εμπιστοσύνης των παθόντων, την πίεση για άμεση πληρωμή και τη γρήγορη διασπορά ποσών σε λογαριασμούς ή αναλήψεις μετρητών.
Η αναβολή της πολυπρόσωπης υπόθεσης και το πλαίσιο των κατηγοριών
Στο Β’ Μονομελές Πλημμελειοδικείο Ρόδου είχε προσδιοριστεί προς εκδίκαση υπόθεση με 9 κατηγορούμενους, η οποία τελικά αναβλήθηκε για 2 Δεκεμβρίου 2026. Στη διαδικασία παρέστησαν ως δικηγόροι οι κ.κ. Μαρία Μητσού και Ειρήνη Βασιλείου. Η δικογραφία περιγράφει κατηγορίες για απάτη με υπολογιστή κατ’ εξακολούθηση, για νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα με χρήση του χρηματοπιστωτικού τομέα κατ’ εξακολούθηση και για ένωση με άλλους προς διάπραξη πλημμελήματος με επιδιωκόμενο οικονομικό όφελος.
Ως αφετηρία αποτυπώνεται καταγγελία αλλοδαπής παθούσας, η οποία μαζί με τον σύζυγό της φέρεται να αναζήτησε όχημα μέσω διαδικτύου και να εντόπισε αγγελία στο Facebook. Στη συνέχεια, σύμφωνα με τη δικογραφία, ακολούθησε τηλεφωνική επικοινωνία με αριθμό σύνδεσης που αναφέρεται ρητά στο διαβιβαστικό. Το χρονικό που περιγράφεται συνδέεται με ημερομηνία 5 Νοεμβρίου 2021 στη Ρόδο.
Η περιγραφή αναφέρει ότι καταβλήθηκε προκαταβολή 2.480€ σε λογαριασμό της Εθνικής Τράπεζας και ότι ακολούθως ζητήθηκαν και δόθηκαν στοιχεία κάρτας και ο αριθμός που εστάλη στο κινητό τηλέφωνο. Μετά από έλεγχο των λογαριασμών τους, οι παθόντες φέρονται να διαπίστωσαν αφαίρεση χρημάτων από 2 λογαριασμούς, με συνολικό ποσό 29.410,00€, μέσω μεταφοράς σε άλλους λογαριασμούς.
Ως συνδρομητής κατά τον χρόνο των γεγονότων εμφανίζεται ένας υπήκοος Μπαγκλαντές. Βάσει απαντήσεων από τράπεζες, οι μεταφορές φέρονται να κατευθύνθηκαν σε λογαριασμούς με συγκεκριμένους κατόχους και, σε σειρά περιπτώσεων, ακολούθησαν αναλήψεις από ΑΤΜ για ποσά που αντιστοιχούν στις επίμαχες μεταφορές. Ενδεικτικά καταγράφονται κινήσεις 3.000,00€, 6.000,00€, 3.290,00€, 2.300,00€ και 340,00€, ενώ σημειώνεται και περίπτωση κατά την οποία, κατά απάντηση τράπεζας, μία συναλλαγή δεν εντοπίστηκε. Οι 9 κατηγορούμενοι που φέρονται να συνδέονται με τους λογαριασμούς και τη χρήση της επίμαχης τηλεφωνικής σύνδεσης είναι ένας υπήκοος Μπαγκλαντές ηλικίας 27 ετών και 8 ημεδαποί ηλικίας 31, 29, 27, 54, 25, 33, 30 και 31 ετών.
Η δεύτερη υπόθεση με καταδίκη 7 μηνών και το σχήμα της τηλεφωνικής προσέγγισης
Σε δεύτερη υπόθεση, το ίδιο δικαστήριο επέβαλε ποινή φυλάκισης 7 μηνών με 3ετή αναστολή σε έναν ημεδαπό. Η υπόθεση τοποθετείται χρονικά στην Ιαλυσό Ρόδου στις 2 Σεπτεμβρίου 2020 και περιγράφεται ότι ο κατηγορούμενος ενήργησε με σκοπό να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος, πείθοντας τον παθόντα σε περιουσιακή διάθεση με εν γνώσει του παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών.
Σύμφωνα με τα αναφερόμενα, το πλαίσιο ξεκίνησε με τηλεφωνική κλήση προς τον εγκαλούντα, ο οποίος είχε αναρτήσει αγγελία σε ιστοσελίδα αγγελιών. Η προσέγγιση βασίστηκε στην παράσταση ότι ο καλών είναι έμπορος αυτοκινήτων από την Αθήνα και ότι προτίθεται να αγοράσει μοτοσυκλέτα για λογαριασμό πελάτη του. Στο ίδιο αφήγημα εντάχθηκε πρόταση ανταλλαγής με αυτοκίνητο, υπό την προϋπόθεση καταβολής επιπλέον 1.500€ ώστε να ισοσταθμιστούν οι παροχές.
Η κρίσιμη λεπτομέρεια στη δικογραφική περιγραφή είναι ότι ο παθών φέρεται να πείσθηκε, συμφώνησε να αποστείλει χρήματα άμεσα και προχώρησε σε καταθέσεις υπέρ του κατηγορούμενου μέσω 2 τηλεφωνικών επιταγών των ΕΛΤΑ, ποσού 1.000€ στις 3 Σεπτεμβρίου 2020 και 400€ στις 4 Σεπτεμβρίου 2020, συνολικά 1.400€. Η ζημία περιγράφεται ως ισόποση των καταβληθέντων χρημάτων, καθώς αναφέρεται ότι δεν υπήρξε η υποσχόμενη αντιπαροχή.
Ως συνήγορος του παρέστη ο κ. Βασίλης Λόγγος.
Η τρίτη υπόθεση με πλαστά τραπεζικά έγγραφα και διπλή καταδίκη σε ποινή και χρηματική ποινή
Στην τρίτη υπόθεση, ο κατηγορούμενος καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης 17 μηνών και χρηματική ποινή 260 χρηματικών μονάδων προς 10€ η μονάδα, με 3ετή αναστολή. Οι πράξεις που αναφέρονται είναι απάτη και κατάρτιση και χρήση πλαστού εγγράφου. Η υπόθεση τοποθετείται στη Ρόδο περί τα τέλη Ιουλίου 2020.
Η περιγραφή αποδίδει ότι αναρτήθηκε δήθεν αγγελία στο marketplace για πώληση αυτοκινήτου μάρκας NISSAN μοντέλου QASHQAI, με τιμή 10.000€. Με αφορμή την αγγελία, ο παθών ήρθε σε επικοινωνία με τον κατηγορούμενο, ο οποίος φέρεται να παρέστησε ψευδώς ότι έχει στην κατοχή του το όχημα και ότι θα το μεταβιβάσει, υπό προϋπόθεση καταβολής 200€.
Το σχήμα, όπως περιγράφεται, περιέλαβε στη συνέχεια μια πρόσθετη αφήγηση περί λογιστικής ανάγκης να εμφανίζεται εξοφλημένη η μεταβίβαση, ώστε να δικαιολογηθεί δήθεν κατάθεση 1.240€ στον λογαριασμό του παθόντος, με απαίτηση ο παθών να «επιστρέψει» τα χρήματα, ώστε να ολοκληρωθεί μια εικονική συναλλαγή. Προς επίρρωση των ισχυρισμών, ο κατηγορούμενος φέρεται να απέστειλε φωτογραφία που εμφάνιζε δήθεν μεταβίβαση 1.240€ και, κατόπιν, επικαλέστηκε πρόβλημα, επαναλαμβάνοντας το αφήγημα για εκ νέου καταβολή του ίδιου ποσού.
Πεισθείς από τις περιγραφόμενες ψευδείς παραστάσεις, ο παθών προέβη σε καταβολή 2.480€ σε λογαριασμό που του υποδείχθηκε. Η ζημία αποτιμάται στο ποσό των 2.480€, το οποίο περιγράφεται ως συνολικά καταβληθέν και ως αντίστοιχο παράνομο όφελος.
Στο σκέλος της πλαστογραφίας, αποδίδεται ότι καταρτίστηκαν 2 πλαστές βεβαιώσεις τράπεζας, στις οποίες εμφανιζόταν ότι έχει γίνει κατάθεση 1.240€ κάθε φορά από λογαριασμό του κατηγορούμενου προς τον παθόντα, με σκοπό να παραπλανηθεί ο παθών ώστε να προβεί σε ισόποση κατάθεση. Τα έγγραφα αυτά, όπως αναφέρεται, χρησιμοποιήθηκαν με αποστολή τους στον παθόντα.














