ΕΙΔΗΣΕΙΣ

Πώς άλλαξαν οι ζωές των εργαζομένων από τον Μάρτιο του 2020

news room 13 λεπτά ανάγνωση
874

Τον Μάρτιο του 2020, «τα φώτα» έσβησαν, τα ρολά σε πολλές επι­χει­ρή­σεις κατέ­βη­καν, οι τάξεις των σχο­λείων άδεια­σαν και η αυλαία στον χώρο του πολι­τι­σμού έπεσε. Οι εργα­ζό­με­νοι κλή­θη­καν να προ­σαρ­μο­στούν στους όρους «τηλεκ­παί­δευση», «τηλερ­γα­σία», «ανα­στολή συμ­βά­σεων». Το Αθη­ναϊκό – Μακε­δο­νικό Πρα­κτο­ρείο Ειδή­σεων συνο­μί­λησε με εργα­ζό­με­νους από δια­φο­ρε­τι­κούς κλάδους για το πώς άλλαξε η ζωή τους μέσα σε αυτό το χρόνο και πώς δια­μορ­φώ­θηκε η καθη­με­ρι­νό­τητά τους.

Φαίη Γιαννούλη- Εκπαι­δευ­τι­κός στο 22ο δημο­τικό σχολείο Αθηνών

Στην πόρτα της αίθου­σας της Β’ τάξης του δημο­τι­κού την πρώτη Πέμπτη του Μαρτίου του 2021 υπάρ­χουν ακόμη κρε­μα­σμένα χαρ­τό­νια που υπεν­θυ­μί­ζουν στους μικρούς/ες μαθητές/ριες να φορούν τις μάσκες τους και να πλένουν τα χέρια τους. Ο πίνακας δεν γράφει Πέμπτη, 4 Μαρτίου 2021 αλλά Τετάρτη, 10 Φεβρουα­ρίου. Ο χρόνος μέσα στην αίθουσα στα­μά­τησε πριν σχεδόν ένα μήνα, τα θρανία άδεια­σαν για ακόμα μία φορά και η εκπαί­δευση συνε­χί­στηκε από το σπίτι. Η Φαίη Γιαν­νούλη κάθεται στην έδρα με ανοικτό τον υπο­λο­γι­στή και περι­μέ­νει να ξεκι­νή­σει το μάθημα στις 2 το μεση­μέρι για να αρχί­σουν να ξεπε­τά­γο­νται στην οθόνη της μικρά παρά­θυρα με γελαστά πρόσωπα. Είναι εκπαι­δευ­τι­κός από το 1992 και βρί­σκε­ται στο 22ο δημο­τικό σχολείο Αθηνών από το 2001.

Έπειτα από 28 χρόνια συγκε­κρι­μέ­νου τρόπου διδα­σκα­λίας η κ. Γιαν­νούλη από τις 10 Μαρτίου του 2020 κλήθηκε όχι μόνο να απο­κτή­σει επαφή με τον υπο­λο­γι­στή αλλά και να διδά­σκει μέσω αυτού. «Δεν είχα καμία επαφή με τον υπο­λο­γι­στή, ήμουν εξοι­κειω­μένη μόνο με το smartphone. Ωστόσο η βοήθεια και η ενθάρ­ρυνση που είχα από την υπο­διευ­θύ­ντρια του σχο­λείου και άλλους συνα­δέλ­φους ήταν πολύ μεγάλη. Στην αρχή ήμουν σε πανικό αλλά ήθελα να προ­χω­ρήσω. Είχα ξοδέψει ξενύ­χτια με τις συνα­δέλ­φισ­σες μου, καθό­μα­σταν το βράδυ μετά τις 12 και κάναμε πρόβες μόνες μας ώστε να μάθουμε», ανα­φέ­ρει η κ. Γιαν­νούλη. Βοήθεια υπήρξε και από τον διευ­θυ­ντή του σχο­λείου και τους ίδιους τους γονείς καθώς διέ­θε­σαν ό,τι λάπτοπ και τάμπλετ υπήρχε ώστε να καλυ­φθεί το μεγα­λύ­τερο ποσοστό των μαθητών.

Στις 2 το μεση­μέρι η κ. Γιαν­νούλη συν­δέ­ε­ται στην εικο­νική αίθουσα του Webex και μετά από πέντε-δέκα λεπτά η τάξη γεμίζει. Πριν από ένα χρόνο, που τους ανα­κοι­νώ­θηκε ότι κλεί­νουν για πρώτη φορά τα σχολεία λόγω της παν­δη­μίας, οι εκπαι­δευ­τι­κοί, όπως εξηγεί, δεν πρό­λα­βαν ούτε να χαι­ρε­τή­σουν τους μαθητές τους, ούτε καν να πάρουν τα προ­σω­πικά τους αντι­κεί­μενα. Πλέον το μάθημα γίνεται με δια­φο­ρε­τι­κούς όρους, ο πίνακας και η κιμωλία έχουν αντι­κα­τα­στα­θεί από το πλη­κτρο­λό­γιο και τους ηλε­κτρο­νι­κούς πίνακες, ενώ ολο­κλη­ρώ­νο­ντας το μάθημα οι ασκή­σεις και οι οδηγίες της επό­με­νης ημέρας δεν γρά­φο­νται στον πίνακα, αλλά στέλ­νο­νται στην ηλε­κτρο­νική αλλη­λο­γρα­φία.

Η κ. Γιαν­νούλη έχει συνεν­νοη­θεί με τους γονείς των μαθητών να συνε­χί­σουν τα παιδιά να γράφουν στο τετρά­διο και οι ασκή­σεις να στέλ­νο­νται με φωτο­γρα­φία στο email ή στο viber της. Στα 30 λεπτά που διαρκεί η διδα­κτική ώρα τα παιδιά χρειά­ζε­ται να είναι συγκε­ντρω­μένα και να μην μιλούν το ένα πάνω στο άλλο γιατί όπως τονίζει η κ. Γιαν­νούλη «όταν αρχί­ζουν και μιλάνε όλα μαζί το ίδιο το σύστημα “τους τιμωρεί” και δεν ακού­γε­ται κανείς». Το πρό­βλημα που παρα­μέ­νει είναι η σύνδεση στο δίκτυο. «Πολλές φορές η σύνδεση είναι προ­βλη­μα­τική, στον πίνακα κυρίως τον ηλε­κτρο­νικό υπάρχει διαφορά στην ταχύ­τητα, εκεί προ­σαρ­μο­ζό­μα­στε πώς και τι θα δεί­ξουμε», περι­γρά­φει.

Η καθη­με­ρι­νό­τητά της και το πρό­γραμμά της πλέον έχει γίνει πιο απαι­τη­τικό καθώς χρειά­ζε­ται περισ­σό­τε­ρος χρόνος προ­ε­τοι­μα­σίας. «Οι εργα­σίες που στέλ­νο­νται από τους γονείς δεν έρχο­νται όλες την ίδια ώρα οπότε πρέπει να είσαι απίκο όλη τη μέρα. Στην περιοχή αυτή είναι άνθρω­ποι του μερο­κά­μα­του, όταν ο γονιός γυρίσει στις 8 και στις 9 το βράδυ τότε θα στις στείλει. Εμείς πάντα δίνουμε τη δυνα­τό­τητα αν κάποιο παιδί δεν κατά­λαβε να μας πάρει τηλέ­φωνο στο σπίτι», υπο­γραμ­μί­ζει.

Για εκείνη ωστόσο η μεγάλη αυτή αλλαγή δημιούρ­γησε μία ευκαι­ρία ώστε το επάγ­γελμα της να απο­κτή­σει άλλο ενδια­φέ­ρον και ο τρόπος του μαθή­μα­τος να γίνει πιο σύγ­χρο­νος. Σύμφωνα με την κ. Γιαν­νούλη, τα παιδιά στην αρχή το είδαν σαν παι­χνίδι όλο αυτό που συνέβη, ωστόσο τους στοί­χισε ότι κλεί­στη­καν μέσα. «Τους έλειπαν οι συμ­μα­θη­τές τους. Αυτό ήταν το μεγα­λύ­τερο μειο­νέ­κτημα στην όλη κατά­σταση ότι τα παιδιά έχασαν τον χώρο, τους φίλους τους». Η τάξη της λείπει πολύ γιατί είναι κι αυτό που λείπει στα ίδια τα παιδιά. «Στην τάξη υπάρχει συναί­σθημα πιο πολύ, υπάρχει επι­κοι­νω­νία άμεση. Αυτό είναι που έχουν ανάγκη τα παιδιά, το σχολείο δεν είναι μόνο γνώσεις είναι κοι­νω­νι­κές δεξιό­τη­τες και αυτές είναι που δεν μπο­ρούμε να καλύ­ψουμε στην εξ’ απο­στά­σεως εκπαί­δευση», ανα­φέ­ρει ωστόσο όπως τονίζει, ο δάσκα­λος επειδή πλάθει χαρα­κτήρα και κοι­νω­νίες πρέπει να προ­σαρ­μό­ζε­ται και να είναι εφευ­ρε­τι­κός πάντα, δεν μπορεί να στέ­κε­ται πίσω σκου­ρια­σμέ­νος όταν η εποχή όλη προ­χω­ράει.

Μυρτώ Βεντούρη- Φοι­τή­τρια Μηχα­νι­κών Βιο­μη­χα­νι­κής Σχε­δί­α­σης και Παρα­γω­γής του Πανε­πι­στη­μίου Δυτικής Αττικής

Η 20χρονη Μυρτώ Βεντούρη πέρασε στο Πανε­πι­στή­μιο Δυτικής Αττικής το 2019 και παρα­κο­λού­θησε δια ζώσης το πρώτο εξάμηνο. Η καθη­με­ρι­νό­τητά της ωστόσο άλλαξε ριζικά από το πρώτο lockdown και έπειτα καθώς όχι μόνο στα­μά­τησε να πηγαί­νει στη σχολή αλλά οι έξοδοί της από το σπίτι εδώ και ένα χρόνο είναι ελά­χι­στες. «Η σχολή ήταν για μένα ένα μέρος το οποίο περ­νούσα κυριο­λε­κτικά όλη μου τη μέρα. Επέλεγα να πηγαίνω στα πρωινά μαθή­ματα έτσι ώστε να πηγαίνω να παίρνω καφέ από το κυλι­κείο, έμπαινα στο μάθημα καθό­μουν με τους φίλους μου και συζη­τού­σαμε, μετά τρώγαμε, μετά ξανα­μπαί­ναμε για μάθημα, οπότε όταν έκλεισε ήταν πάρα πολύ δύσκολο να προ­σαρ­μο­στώ σε όλη αυτή την κατά­σταση. Είμαι ένα άτομο κοι­νω­νικό και ήταν πολύ δύσκολο για μένα στην αρχή. Έμεινα στο σπίτι για ένα χρόνο στον οποίο δεν έβγαινα καθόλου», λέει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, ενώ εξηγεί ότι η κατά­σταση την κατέ­βαλλε πολύ ψυχο­λο­γικά.

Το δωμάτιο και η οθόνη του υπο­λο­γι­στή της απο­τε­λούν εδώ κι ένα χρόνο τη μόνη καθη­με­ρι­νό­τητά της. «Ήμουν μπροστά από μία οθόνη για τα μαθή­ματα και δεν είχα όρεξη να βγω ούτε με τον κωδικό 6 για να περ­πα­τήσω, καθό­μουν και έπαιζα παι­χνί­δια στον υπο­λο­γι­στή και κάπως έτσι κύλησε για μένα η καρα­ντίνα», περι­γρά­φει. Για εκείνη ένα ακόμη δύσκολο ζήτημα που είχαν να αντι­με­τω­πί­σουν οι συμ­φοι­τη­τές της εκτός από τον εγκλει­σμό ήταν το γεγονός ότι δεν είχαν όλοι υπο­λο­γι­στή γεγονός που τους απέ­κλειε από την εκπαι­δευ­τική δια­δι­κα­σία. «Το ίδρυμα δεν ήταν ανοιχτό, τα ίντερ­νετ καφέ κλειστά, οπότε αν κάποιος δεν είχε υπο­λο­γι­στή απο­κλειό­ταν από την εκπαι­δευ­τική δια­δι­κα­σία», τονίζει. Η Μυρτώ κάθε πρωί συν­δέ­ε­ται και παρα­κο­λου­θεί εξ’ απο­στά­σεως τα μαθή­ματα αλλά όλη αυτή η δια­δι­κα­σία της φαί­νε­ται απρό­σωπη, ωστόσο όπως τονίζει «δεν γίνεται να ζει άλλο έτσι συνεχώς μπροστά από έναν υπο­λο­γι­στή».

Γιάννης Τσίτουρας- Ιδιο­κτή­της και εργα­ζό­με­νος στο λιανικό εμπόριο ανδρι­κών ενδυ­μά­των

Ο Γιάννης Τσί­του­ρας εργά­ζε­ται εδώ και 43 χρόνια στο λιανικό εμπόριο δια­τη­ρώ­ντας κατά­στημα ανδρι­κών ενδυ­μά­των. Κάθε μέρα ξυπνούσε στις 6 το πρωί και ξεκι­νούσε από το σπίτι του στα δυτικά προ­ά­στια για να φτάσει στο μαγαζί του που βρί­σκε­ται στο Βύρωνα. Ο κ. Τσί­του­ρας δεν είναι απλώς ένα κατα­στη­μα­τάρ­χης αλλά ράβει αντρικά κοστού­μια για γάμους εδώ και πολλά χρόνια. Πίσω από τις κρε­μά­στρες με τα σακάκια και τα ράφια με τα που­κά­μισα πάνω σε ένα ξύλινο τραπέζι ο κ. Τσί­του­ρας έχει αφήσει τα τόπια υφα­σμά­των, τις μεζού­ρες και τις καρ­φί­τσες, που περι­μέ­νουν με ανυ­πο­μο­νη­σία να ντύσουν τους μελ­λο­ντι­κούς γαμπρούς. Όταν άκουσε στις 18 Μαρτίου του 2020 ότι πρέπει να στα­μα­τή­σει να πηγαί­νει στη δουλειά του και να κρε­μά­σει έξω από την πόρτα του μαγα­ζιού του την ταμπέλα «κλειστό» αντέ­δρασε σαν κάποιος να τον κοροϊ­δεύει. «Έλα μωρέ δεν θα γίνει τίποτα. Αυτή ήταν η πρώτη μου αντί­δραση. Κι από εκείνη τη στιγμή αναιρώ τα πάντα, δεν θέλω να σκέ­φτο­μαι», εξηγεί στο ΑΠΕ-ΜΠΕ.

Ο κ. Τσί­του­ρας, στα 57 του χρόνια, δεν πίστευε ότι θα έρθει μια «ασθέ­νεια αόρατη» που θα δημιουρ­γούσε τόσα προ­βλή­ματα. «Με την κρίση ερχό­μα­σταν στη δουλειά μας, δεν δου­λεύ­αμε αλλά η σκέψη μας ήταν ότι θα ανοίξει κάποια στιγμή η αγορά και θα ξανα­πά­ρουμε τα πάνω μας. Δεν πίστευα ότι θα ερχόταν στη ζωή μου κάτι τέτοιο, να μην μπορείς να κυκλο­φο­ρή­σεις μέσα στο δρόμο, να μην μπορείς να έρθεις με τους πελάτες σου σε επαφή, όλα αυτά μου δημιούρ­γη­σαν μεγάλο φόβο και αβε­βαιό­τητα για το μέλλον», ανα­φέ­ρει, ενώ προ­σθέ­τει ότι το κράτος τους «βοήθησε με κάποια επι­δό­ματα που τους έδωσε».

Ακόμα και όταν τα μαγαζιά ξανά­νοι­ξαν φοβόταν ο ένας τον άλλον. Ανα­κα­λώ­ντας στη μνήμη του την εποχή του πρώτου lockdown, θυμάται ότι στην αρχή η ψυχο­λο­γία του δεν ήταν καλή, καθώς πέρα από τον φόβο που ένιωθε, δεν είχε μείνει ποτέ πάνω από μία εβδο­μάδα εκτός του κατα­στή­μα­τός του. Τα υφά­σματα, οι μηχανές και τα που­κά­μισα αντι­κα­τα­στά­θη­καν από τις βίδες, τα κατσα­βί­δια, τις μπογιές, τα εργα­λεία για τον κήπο και τις φόρμες γυμνα­στι­κής καθώς ο κ. Τσί­του­ρας κατά τη διάρ­κεια της καρα­ντί­νας έφτιαξε ό,τι ντου­λάπι υπήρχε στο σπίτι του, έβαψε τους εξω­τε­ρι­κούς χώρους, ασχο­λή­θηκε με τον κήπο και περ­πά­τησε συνο­λικά γύρω στα 980 χιλιό­με­τρα μέχρι τώρα.

Ο κ. Τσί­του­ρας προ­σπα­θώ­ντας να είναι αισιό­δο­ξος για το μέλλον ελπίζει ότι σιγά – σιγά θα «αρχί­σουμε να ορθο­πο­δούμε». «Αν πάνε καλά τα πράγ­ματα με τα εμβόλια μετά το Μάιο πιστεύω θα αρχί­σουμε σιγά-σιγά να ορθο­πο­δούμε», ανα­φέ­ρει χαρα­κτη­ρι­στικά.

Μιχάλης Καμπα­νά­κης – Ιδιο­κτή­της κατα­στή­μα­τος εστί­α­σης

Στο κατά­στημα του Μιχάλη Καμπα­νάκη στους Αγίους Αναρ­γύ­ρους οι λογα­ρια­σμοί πάνω στον πάγκο βρί­σκο­νται σε σειρά, ενώ το κομπιου­τε­ράκι για τους υπο­λο­γι­σμούς των εξόδων έχει τοπο­θε­τη­θεί πάνω από ένα τετρά­διο.

Το άλλοτε «στέκι» των κατοί­κων της περιο­χής παρα­μέ­νει σιωπηλό και έρημο χωρίς τις φωνές και τις μυρω­διές που τρα­βού­σαν την προσοχή σε όσους πέρ­να­γαν από κει. Ο κ. Καμπα­νά­κης δια­τη­ρεί αυτό το κατά­στημα εδώ και 8 χρόνια και παρότι έχει κλείσει από τον Νοέμ­βριο λόγω του δεύ­τε­ρου lockdown απο­φά­σισε να μην βάλει υπη­ρε­σίες delivery και take away στο μεζε­δο­πω­λείο του.

Αυτό που του λείπει περισ­σό­τερο είναι η καθη­με­ρι­νό­τητά του μέσα στο μαγαζί η οποία πλέον έχει αλλάξει αρκετά. «Το μόνο καλό είναι ότι επειδή έχω δύο παιδιά όλος μου ο χρόνος αφιε­ρώ­θηκε σε αυτά, κάτι που πριν δεν είχα τη δυνα­τό­τητα να το κάνω, οπότε γέμισε ο χρόνος μου και η μέρα μου. Βέβαια είναι πολύ δύσκολο για έναν άνθρωπο που έχει μάθει να δου­λεύει από το πρωί να συμ­βαί­νει κάτι τέτοιο», εξηγεί στο ΑΠΕ-ΜΠΕ. Το κομμάτι των λογα­ρια­σμών που «τρέχουν» τον αγχώνει ωστόσο όπως λέει υπάρχει μία «ανοχή» ότι δεν θα τους κόψουν το ρεύμα, το νερό, και θα υπάρ­ξουν κάποιες ρυθ­μί­σεις. «Υπάρχει άγχος, είναι μαζε­μένα όλα και περι­μέ­νουμε πότε θα τα πλη­ρώ­σουμε χωρίς να ξέρουμε πότε θα ανοί­ξουμε. Ελπί­ζουμε σε ένα θαύμα», ανα­φέ­ρει χαρα­κτη­ρι­στικά. Όπως λέει, δεν είναι λίγοι εκείνοι που τον στα­μα­τάνε κάθε μέρα και τον ρωτάνε πότε θα ανοί­ξουν και να τους κλείσει ένα τραπέζι από τώρα. Ο κ. Καμπα­νά­κης πιστεύει ότι όταν έρθει η ώρα που θα ανοίξει η εστίαση θα υπάρξει ένα ‘’πυροτέχνημα’’ από τον κόσμο που θα προ­σέρ­χε­ται ωστόσο αυτό που τον φοβίζει περισ­σό­τερο είναι ο επό­με­νος χει­μώ­νας και οικο­νο­μι­κές συνέ­πειες που ίσως αρχί­σουν να φαί­νο­νται.

Μαρία Καραμπέλη- Επι­κου­ρική Επι­με­λή­τρια Β’ Παθο­λο­γίας στο νοσο­κο­μείο «Κορ­για­λέ­νειο Μπε­νά­κειο» (Ερυθρός Σταυρός).

Η παθο­λό­γος Μαρία Καρα­μπέλη φτάνει στο νοσο­κο­μείο κάθε μέρα γύρω στις 8 το πρωί. Εδώ κι αρκετό καιρό εργά­ζε­ται στις κλι­νι­κές Covid-19 κι αφού πραγ­μα­το­ποι­η­θούν τα απαι­τού­μενα η κ. Καρα­μπέλη μπαίνει στην πτέρυγα και ξεκι­νάει να φοράει την ειδική στολή που πρέπει να καλύ­πτει όλα της τα ρούχα, την ειδική μάσκα, την κάσκα πάνω από τα μαλλιά της και γάντια που θα προ­στα­τεύ­ουν και δεν θα αφήνουν ακά­λυ­πτα τα χέρια της. Ο ασθενής το μόνο που ανα­γνω­ρί­ζει είναι δύο μάτια και μια φωνή. Αυτή είναι η καθη­με­ρι­νό­τητά της το τελευ­ταίο διά­στημα από τότε που η Covid-19 μπήκε στις ζωές της.

«Όταν ανα­κοι­νώ­θηκε το πρώτο κρούσμα νομίζω ότι όλοι οι υγειο­νο­μι­κοί αρχί­σαμε να έχουμε μία πολύ έντονη ανη­συ­χία, όχι μόνο στο πώς ακριβώς θα προ­ε­τοι­μα­στούμε αλλά κυρίως γιατί ήδη το ΕΣΥ είχε τρο­μα­κτι­κές ελλεί­ψεις και σε προ­σω­πικό και σε υπο­δο­μές. Το ενδε­χό­μενο και μόνο να κλη­θούμε να αντι­με­τω­πί­σουμε μία κατά­σταση παν­δη­μίας που θα υπάρ­χουν τρομερά αυξη­μέ­νες ανάγκες για παροχή ιατρι­κής φρο­ντί­δας και περί­θαλ­ψης σε ένα ΕΣΥ που ήταν ήδη υπο­στε­λε­χω­μένο μας έφερε λίγο σε μία κατά­σταση φόβου», εξηγεί στο ΑΠΕ-ΜΠΕ η κ. Καρα­μπέλη.

Οι εφη­με­ρίες είναι εξα­ντλη­τι­κές ενώ υπάρ­χουν μέρες που δεν μπορούν να κοι­μη­θούν ούτε μία ώρα. Τα ρεπό πλέον δεν υπάρ­χουν όχι γιατί όπως ανα­φέ­ρει η κ. Καρα­μπέλη, δεν θέλει κάποιος να τους τα δώσει, αλλά γιατί δεν υπάρχει κάποιος να τους αντι­κα­τα­στή­σει. Οι υγειο­νο­μι­κοί εδώ και ένα χρόνο δεν απο­τε­λούν μόνο τους «μαχητές» της πρώτης γραμμής απέ­να­ντι στην παν­δη­μία, αλλά γίνο­νται και μέλη των οικο­γε­νειών των ασθενών τους.

Σύμφωνα με την κ. Καρα­μπέλη, οι άνθρω­ποι που νοσούν από κορο­νοϊό και βρί­σκο­νται στο νοσο­κο­μείο βιώνουν τρομερή μοναξιά. Έρχο­νται αντι­μέ­τω­ποι με ένα πρό­βλημα που τους είναι γνωστό γιατί μαθαί­νουν κάθε μέρα από τα μέσα μαζικής ενη­μέ­ρω­σης γι αυτό, γεγονός που τους δημιουρ­γεί ακόμη μεγα­λύ­τερο φόβο. Όπως περι­γρά­φει η ίδια, «το πιο συγκι­νη­τικό, είναι οι αλχη­μείες που κάνουμε εμείς να βάλουμε με κάποιον τρόπο δικά μας κινητά, απο­στει­ρω­μένα, μέσα στο δωμάτιο προ­κει­μέ­νου να υπάρξει μια βιντε­ο­κλήση των ασθενών με το δικό τους άνθρωπο. Είμαστε η φωνή που ακούει ο συνοδός καθη­με­ρινά στο τηλέ­φωνο και τους ενη­με­ρώ­νουμε για τα νέα του ανθρώ­που τους για την πορεία για τα χαι­ρε­τί­σματα που μπορεί να στέλνει κι αντί­στοιχα στέλ­νουμε εμείς τις ευχές και την αγάπη και τη φρο­ντίδα των απέξω ανθρώ­πων μέσα στους νοση­λευό­με­νους. Μοιάζει σαν ο γιατρός, ο νοση­λευ­τής να έχει γίνει μέλος μιας οικο­γε­νεια­κής κατά­στα­σης».

Η σωμα­τική και η ψυχο­λο­γική κόπωση για τους υγειο­νο­μι­κούς είναι τερά­στια, ειδικά όταν βλέπουν τις κλίνες ΜΕΘ να γεμί­ζουν, να ασφυ­κτιούν και να μην μπορούν να αντι­με­τω­πί­σουν και τους ασθε­νείς με λοιπή νοση­ρό­τητα. Πολύ δύσκολο για εκεί­νους επίσης είναι όταν καλού­νται να πουν στους ασθε­νείς τους ότι θα δια­σω­λη­νω­θούν. «Σε παρα­καλώ γιατρέ περί­μενε λίγο, δώσε μου μια ευκαι­ρία να παλέψω για τη ζωή μου». Αυτά ήταν τα λόγια που θυμάται η κ. Καρα­μπέλη ότι της είχε πει ένας ασθενής της ενώ προ­σπα­θούσε να του εξη­γή­σει ότι η δια­σω­λή­νωση δεν είναι η ύστατη λύση, ένα βήμα πριν τον θάνατο. «Ίσα-ίσα είναι ένα βήμα πριν τη ζωή, πριν να επι­στρέ­ψεις στη ζωή για ανθρώ­πους που το χρειά­ζο­νται. Η ανα­πνευ­στική υπο­στή­ριξη σε ΜΕΘ για ανθρώ­πους με κορο­νοϊό είναι θερα­πευ­τική λύση, απο­σω­λη­νώ­νο­νται οι ασθε­νείς μας σε πολύ μεγάλο βαθμό, γι’ αυτό το λόγο ζητάμε και ΜΕΘ στε­λε­χω­μέ­νες με το απαι­τού­μενο προ­σω­πικό», ανα­φέ­ρει.

Το ψυχο­λο­γικό βάρος που σηκώ­νουν όλο αυτό το διά­στημα είναι μεγάλο και δεν είναι λίγες οι φορές που επι­στρέ­φο­ντας στο σπίτι τους βάζουν τα κλάματα. «Κλαίμε. Πάμε στο σπίτι μας και κλαίμε και ξεσπάμε και κρατάμε το χέρι ο ένας του άλλου και λέμε μεταξύ μας “δεν αντέχω”, και στο τέλος δίνουμε κου­ρά­γιο ο ένας στον άλλον», λέει.

Η κ. Καρα­μπέλη προ­σπα­θεί να ελπίζει για το μέλλον βλέ­πο­ντας τους συνα­δέλ­φους της όπως λέει «να είναι στην πρώτη γραμμή της μάχης και να παλεύ­ουν», παρά τις δυσμε­νείς συν­θή­κες που έχουν δια­μορ­φω­θεί εξαι­τίας των ελλεί­ψεων που υπάρ­χουν.

Συμεών Παπαϊωάννου- εργα­ζό­με­νος σε μονάδα φρο­ντί­δας ηλι­κιω­μέ­νων

Ο Συμεών Παπαϊ­ω­άν­νου είναι εργα­ζό­με­νος 6μιση χρόνια σε μονάδα φρο­ντί­δας ηλι­κιω­μέ­νων στην κουζίνα. Το άγχος των εργα­ζο­μέ­νων στο χώρο εργα­σίας τους μεγά­λωσε μετά την ανα­κοί­νωση των πρώτων κρου­σμά­των του κορο­νοϊού καθώς, όπως ανα­φέ­ρει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο κ. Παπαϊ­ω­άν­νου, «ένιωθαν μία παρα­πάνω ευθύνη γιατί είχαν να κάνουν με ανθρώ­πους μεγα­λύ­τε­ρης ηλικίας με διάφορα νοσή­ματα και ασθέ­νειες που ήταν πολύ επι­κίν­δυνο σε περί­πτωση που νοσού­σαν για την επι­δεί­νωση της υγείας τους».

Αυτό που δυσκό­λεψε το έργο και την καθη­με­ρι­νό­τητά τους ήταν τα λίγα μέτρα προ­στα­σίας που είχαν στο χώρο της εργα­σίας τους. «Στον κλάδο μας υπάρχει μεγάλη εντα­τι­κο­ποί­ηση είμαστε πολύ λίγο προ­σω­πικό σε σχέση με τα άτομα, τους ηλι­κιω­μέ­νους που πρέπει να περι­θάλ­ψουμε», εξηγεί, ενώ προ­σθέ­τει ότι εξίσου δύσκολο ήταν και το ψυχο­λο­γικό κομμάτι, καθώς ξαφνικά έπρεπε να περιο­ρί­σουν τις κοι­νω­νι­κές τους επαφές και συνα­να­στρο­φές στο ελά­χι­στο δυνατό, δηλαδή μόνο με την οικο­γέ­νειά τους.

«Όλοι εργα­ζό­με­νοι προ­σέ­χαμε και εκτός δου­λειάς, να μην συνα­να­στρε­φό­μα­στε με φίλους αλλά νιώθαμε και κυρίως απρο­στά­τευ­τοι γενικά, νιώθαμε ένα επι­πλέον φορτίο να κου­βα­λή­σουμε», ανα­φέ­ρει. Σύμφωνα με τον κ. Παπαϊ­ω­άν­νου μέσα σε αυτό το χρόνο ανα­δεί­χθη­καν περισ­σό­τερο τα προ­βλή­ματα που αντι­με­τω­πί­ζουν οι μονάδες φρο­ντί­δας ηλι­κιω­μέ­νων αλλά και η σημασία που έχει να υπάρ­χουν πάντα εκεί ατομικά μέτρα προ­στα­σίας, ενώ όπως καταγ­γέλ­λει υπάρ­χουν εργα­ζό­με­νοι ανα­σφά­λι­στοι από το 2019 και κατά την περίοδο της παν­δη­μίας, μένο­ντας τελείως ανο­χύ­ρω­τοι μπροστά σε αυτό τον τόσο μεγάλο κίνδυνο.

Πηγή ΑΠΕ-ΜΠΕ

Ιωάννα Καρδάρα

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.