ΕΙΔΗΣΕΙΣ

Τι τρέχει με την Ευρώπη, τη Λε Πεν και την Ελλάδα; Του Πολ Κρούγκμαν

news room 5 λεπτά ανάγνωση
Λεπέν

την Κυριακή διε­ξά­γε­ται ο δεύ­τε­ρος γύρος των προ­ε­δρι­κών εκλογών στη Γαλλία. Οι περισ­σό­τε­ροι παρα­τη­ρη­τές ανα­μέ­νουν, ο κεντρώος Εμμα­νουήλ Μακρόν να κερ­δί­σει τη λευκή εθνι­κί­στρια, Μαρίν Λε Πεν – παρα­καλώ, ας στα­μα­τή­σουμε να δίνουμε περισ­σό­τερη αξία  στην πολι­τική της, απο­κα­λώ­ντας την «λαϊ­κι­σμό». Είμαι σίγου­ρος ότι οι κανόνες των Times μου επι­τρέ­πουν να δηλώσω απε­ρί­φρα­στα ότι ελπίζω ειλι­κρινά, η κοινή λογική να μην κάνει λάθος. Μια νίκη της Λε Πεν θα απο­τε­λούσε κατα­στροφή για την Ευρώπη και τον κόσμο.

Ωστόσο, πιστεύω επίσης, ότι έχει νόημα να θέσω μερικά ερω­τή­ματα σχετικά με το τι τρέχει. Πρώτον, πώς έφτασαν τα πράγ­ματα σ’ αυτό το σημείο; Δεύ­τε­ρον, μια ήττα της Λε Πεν θα ήταν άραγε κάτι περισ­σό­τερο από μια ανάσα ανα­κού­φι­σης εν μέσω της συνε­χι­ζό­με­νης ευρω­παϊ­κής κρίσης;

Όπως ο καθένας σε αυτήν την πλευρά του Ατλα­ντι­κού, δεν κατα­φέρνω να δω εν μέρει τη Γαλλία παρά μέσα από ένα «Τρα­μπικό» πρίσμα. Είναι όμως σημα­ντικό να συνει­δη­το­ποι­ή­σουμε ότι οι παραλ­λη­λίες μεταξύ της γαλ­λι­κής και της αμε­ρι­κα­νι­κής πολι­τι­κής υπάρ­χουν, παρά τις μεγάλες δια­φο­ρές στις βασικές οικο­νο­μι­κές και κοι­νω­νι­κές τάσεις (που ισχύουν στις δύο χώρες).

Καταρ­χάς, ενώ η Γαλλία δέχεται σοβαρή κριτική -μεγάλο μέρος της οποίας προ­έρ­χε­ται από ιδε­ο­λό­γους που επι­μέ­νουν ότι η γεν­ναιο­δω­ρία των κρατών πρό­νοιας έχει κατα­στρο­φικά αποτελέσματα- δια­θέ­τει στην πραγ­μα­τι­κό­τητα μια αρκετά επι­τυ­χη­μένη οικο­νο­μία. Είτε το πιστεύ­ετε είτε όχι, οι Γάλλοι μεταξύ 25 και 54 ετών -κατά την παρα­γω­γι­κό­τερη ηλι­κιακή περίοδο του ανθρώ­που δηλαδή- είναι σημα­ντικά πιο πιθανό να εργά­ζο­νται επ’ αμοιβή απ’ ότι οι αντί­στοι­χοι Αμε­ρι­κα­νοί.

Επίσης είναι σχεδόν εξίσου παρα­γω­γι­κοί. Είναι αλήθεια ότι οι Γάλλοι παρά­γουν κατ’ άτομο περίπου ένα τέταρτο λιγό­τερο απ’ όσο παρά­γουν οι Αμε­ρι­κα­νοί, αλλά αυτό οφεί­λε­ται κυρίως στο γεγονός ότι κάνουν δια­κο­πές περισ­σό­τερο και συντα­ξιο­δο­τού­νται νεό­τε­ροι – πράγ­ματα δηλαδή, που προ­φα­νώς δεν είναι και τρομερά.

Και ενώ στη Γαλλία, όπως σχεδόν παντού, έχει παρα­τη­ρη­θεί μια στα­διακή πτώση του αριθμού των θέσεων εργα­σίας στον τομέα της μετα­ποί­η­σης, η χώρα δεν βίωσε ποτέ κάτι ανάλογο του «σοκ της Κίνας», που κατα­βα­ρά­θρωσε την απα­σχό­ληση στις ΗΠΑ στις αρχές της δεκα­ε­τίας του 2000.

Εν τω μεταξύ, στο πλαίσιο αυτής της «όχι τόσο μεγάλης αλλά κι όχι απαί­σιας» οικο­νο­μίας, η Γαλλία προ­σφέ­ρει ένα δίχτυ κοι­νω­νι­κής προ­στα­σίας που οι πιο προ­ο­δευ­τι­κοί Αμε­ρι­κα­νοί δε μπορούν να φαντα­στούν ούτε στα πιο τρελά τους όνειρα: εγγυ­η­μένη υγειο­νο­μική περί­θαλψη υψηλής ποιό­τη­τας για όλους, γεν­ναιό­δωρη άδεια μετ’ απο­δο­χών σε νέους γονείς, βρε­φο­νη­πιακή φρο­ντίδα για όλους και πολλά άλλα.

Τέλος, είναι εξίσου σημα­ντικό ότι η Γαλλία -μπορεί λόγω αυτών των δια­φο­ρών στις κοι­νω­νι­κές πολι­τι­κές, μπορεί γι’ άλλους λόγους – δεν βιώνει μια κοι­νω­νική κατάρ­ρευση ανάλογη με αυτήν που φαί­νε­ται να πλήττει μεγάλο μέρος της λευκής Αμε­ρι­κής. Ναι, η Γαλλία έχει μεγάλα κοι­νω­νικά προ­βλή­ματα. Ποια χώρα δεν έχει; Πλήτ­τε­ται όμως πολύ λιγό­τερο από το  κύμα θανάτων εξαι­τίας της από­γνω­σης που, σύμφωνα με την Ανν Κέις και τον Άνγκους Ντίτον, σαρώνει τη λευκή εργα­τική τάξη των ΗΠΑ.

Εν ολίγοις, η Γαλλία απέχει μακράν από την ουτοπία, αλλά, με βάση τις περισ­σό­τε­ρες προ­δια­γρα­φές, προ­σφέ­ρει στους πολίτες της μια αρκετά αξιο­πρεπή ζωή. Γιατί λοιπόν τόσο πολλοί είναι πρό­θυ­μοι να ψηφί­σουν -και πάλι, ας μην χρη­σι­μο­ποι­ή­σουμε ευφημισμούς- μια ακρο­δε­ξιά ρατσί­στρια;

Υπάρ­χουν, χωρίς αμφι­βο­λία, πολλοί λόγοι – ιδίως η πολι­τι­σμική αγωνία έναντι των μου­σουλ­μά­νων μετα­να­στών. Ωστόσο, δείχνει ξεκά­θαρο ότι οι ψήφοι υπέρ της Λε Πεν θα είναι εν μέρει ψήφοι δια­μαρ­τυ­ρίας ενάντια στην αντί­ληψη που έχει δια­μορ­φω­θεί για τους εκτός επαφής υψη­λό­βαθ­μους αξιω­μα­τού­χους που διοι­κούν την ΕΕ. Κι αυτή η αντί­ληψη έχει δυστυ­χώς ένα στοι­χείο αλή­θειας.

Όσοι από εμάς παρα­κο­λου­θή­σαμε με ποιον τρόπο τα ευρω­παϊκά θεσμικά όργανα δια­χει­ρί­στη­καν την κρίση χρέους που ξεκί­νησε στην Ελλάδα και εξα­πλώ­θηκε σε μεγάλο μέρος της Ευρώπης, συγκλο­νι­στή­καμε από τον συν­δυα­σμό απά­θειας και αλα­ζο­νείας που επι­κρά­τησε.

Παρόλο που οι Βρυ­ξέλ­λες και το Βερο­λίνο έκαναν επα­νει­λημ­μένα λάθος για τα οικο­νο­μικά κι ενώ η λιτό­τητα που επέ­βα­λαν ήταν τόσο κατα­στρο­φική για την οικο­νο­μία όσο προ­έ­βλε­ψαν οι γι’ αυτήν επι­κρι­τι­κές αντι­δρά­σεις, συνέ­χι­σαν να ενερ­γούν σαν να γνώ­ρι­ζαν όλες τις σωστές απα­ντή­σεις – μέσα από μια λογική ότι οποια­δή­ποτε ταλαι­πω­ρία κι αν προ­έ­κυ­πτε ήταν, στην πραγ­μα­τι­κό­τητα, η απα­ραί­τητη τιμωρία για τις αμαρ­τίες του παρελ­θό­ντος.

Πολι­τικά, παρά τη συμπε­ρι­φορά τους αυτή, οι Ευρω­κρά­τες κατά­φε­ραν να «τη βγάλουν καθαρή» γιατί τα μικρό­τερα έθνη απο­τέ­λε­σαν εύκολα θύματα εκφο­βι­σμού, αδύναμα να ορθώ­σουν το ανά­στημά τους στις παρά­λο­γες απαι­τή­σεις, εξαι­τίας του τρόμου που τα δια­κα­τείχε, να μείνουν εκτός της χρη­μα­το­δό­τη­σης του ευρώ. Αλλά η ελίτ της Ευρώπης κάνει τρομερό λάθος εάν πιστεύει ότι μπορεί να συμπε­ρι­φερ­θεί με τον ίδιο τρόπο στους μεγα­λύ­τε­ρους παίκτες.

Πράγ­ματι, υπάρ­χουν ήδη οι ενδεί­ξεις μιας επι­κεί­με­νης κατα­στρο­φής στις δια­πραγ­μα­τεύ­σεις που διε­ξά­γο­νται τώρα μεταξύ της Ευρω­παϊ­κής Ένωσης και της Βρε­τα­νίας.

Εύχομαι οι Βρε­τα­νοί να μην είχαν ψηφίσει υπέρ του Brexit, το οποίο θα κάνει την Ευρώπη πιο αδύναμη και τη χώρα τους πιο φτωχή. Όμως, οι αξιω­μα­τού­χοι της ΕΕ ακού­γο­νται ολοένα και περισ­σό­τερο σαν εξορ­γι­σμένη σύζυγος που είναι απο­φα­σι­σμένη να κερ­δί­σει όσο γίνεται περισ­σό­τερα κατά τον δια­κα­νο­νι­σμό του δια­ζυ­γίου. Κι αυτό είναι απλά παρά­λογο. Είτε της αρέσει είτε όχι, η Ευρώπη θα πρέπει να ζήσει με τη μετα-Brexit Βρε­τα­νία, και το στιλ εκφο­βι­σμού που χρη­σι­μο­ποι­ή­θηκε στην περί­πτωση της Ελλάδας, απλά δεν πρό­κει­ται να λει­τουρ­γή­σει σε ένα έθνος τόσο μεγάλο, πλούσιο και περή­φανο όσο το Ηνωμένο Βασί­λειο.

Όλα τα παρα­πάνω με φέρνουν πίσω στο ζήτημα των γαλ­λι­κών εκλογών. Η πιθα­νό­τητα μιας νίκης της Λε Πεν πρέπει να μας τρο­μά­ζει. Αλλά θα πρέπει επίσης να ανη­συ­χούμε για το εάν μια νίκη του Μακρόν δε θα κάνει τις Βρυ­ξέλ­λες και το Βερο­λίνο να αντι­λη­φθούν το Brexit απλώς ως παρε­κλί­νουσα συμπε­ρι­φορά και να πιστέ­ψουν ότι οι Ευρω­παίοι ψηφο­φό­ροι μπορούν για πάντα να φοβού­νται να δια­φω­νή­σουν με ό, τι υπο­στη­ρί­ζουν οι καλύ­τε­ροι τους πως είναι απα­ραί­τητο.

Οπότε ας ξεκα­θα­ρί­σουμε κάτι: Ακόμη κι αν το χει­ρό­τερο απο­φευ­χθεί αυτή την Κυριακή, το μόνο που θα πάρει ολό­κληρη η ευρω­παϊκή ελίτ είναι μια περιο­ρι­σμένη πίστωση χρόνου για ν’ αλλάξει τρόπους.

* Άρθρο του Πολ Κρού­γκ­μαν στους Νew York Times

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.