ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

H αριστούχα μαθήτρια Eλένη που γνώρισε την “κυρία Hρώ” και καταστράφηκε, εξομολογείται…

Μαίρη Φώτη 1 λεπτό ανάγνωση

Η «Ελένη» είναι μια γυναίκα 31 ετών σήμερα και στη συνέ­ντευξή της στη «δημο­κρα­τική», περι­γρά­φει πώς ως μαθή­τρια στη Ρόδο έμπλεξε με τα ναρ­κω­τικά και πώς εξε­λί­χθηκε η ζωή της από τότε μέχρι σήμερα.

Μιλά για την ευκολία να βρει κανείς ναρ­κω­τικά, ανα­φέ­ρε­ται στο όνειρο για μια καλύ­τερη ζωή που έγινε εφιάλ­της και την κρατά «εγκλω­βι­σμένη» σε ένα υπόγειο στην Αθήνα, μοι­ρά­ζε­ται τον μεγα­λύ­τερο φόβο της και απευ­θύ­νε­ται στα παιδιά αλλά και στους γονείς τους, λέγο­ντας αλή­θειες για όσα εκείνη δεν άκουσε στην εφηβεία της και δεν συζή­τησε πίσω από τις κλει­στές πόρτες της «καθω­σπρέ­πει» οικο­γέ­νειάς της στη Ρόδο.

Να σε ρωτήσω ξεκι­νώ­ντας την συνέ­ντευξη, γιατί απο­φά­σι­σες να μιλή­σεις;

Με παρα­κί­νησε η συνέ­ντευξη του Αργύρη, που φιλο­ξε­νή­σατε πριν από μερικές εβδο­μά­δες, που ήταν χρήστης ναρ­κω­τι­κών και τώρα βοηθάει όπως είπε άλλους ανθρώ­πους για να απε­ξαρ­τη­θούν. Εγώ είμαι εξαρ­τη­μένη με πολλές απο­τυ­χη­μέ­νες προ­σπά­θειες στην πλάτη μου. Ξέρετε τι μου έκανε εντύ­πωση στην συνέ­ντευξη; Η επιμονή της μάνας του να τον σώσει όταν ο γιος της είχε παρα­δο­θεί για να πεθάνει και η παρα­δοχή του ίδιου ότι δεν έφται­ξαν οι κακές παρέες όπως λέγεται, αλλά το γεγονός ότι ο ίδιος πήγε στις παρέες αυτές.

Εσύ πώς έμπλε­ξες;

Κάπως έτσι κι εγώ. Απο­φά­σισα να κάνω την επα­νά­στασή μου με λάθος τρόπο, όπως απο­δεί­χθηκε. Οικο­γε­νειακή κατα­πί­εση, γονείς μορ­φω­μέ­νοι, αυστη­ρών αρχών που ήθελαν μέσα από τα παιδιά τους να ικα­νο­ποι­ή­σουν δικές τους ανάγκες, προ­σω­πι­κές, επαγ­γελ­μα­τι­κές, κοι­νω­νι­κές.

Υπήρχε ένα επί­πλα­στο πρότυπο οικο­γέ­νειας μπορώ να πω, που πίσω από τις πόρτες έκρυβε πολλά προ­βλή­ματα. Εκεί στην εφηβεία, λίγο μετά την πρώτη τάξη του Λυκείου, άρχισα να καπνίζω «μαύρο», μέχρι την Τρίτη Λυκείου είχα περάσει στα χάπια και λίγο πριν τις πανελ­λα­δι­κές εξε­τά­σεις γνώρισα την «κυρία Ηρώ».

Όταν λες «κυρία Ηρώ»;

Την ηρωίνη… Την «κυρία Ηρώ» που θα ήθελα να μην την είχα γνω­ρί­σει ποτέ.

Όλα αυτά στη Ρόδο;

Ναι.

Πότε;

Περίπου 15 χρόνια πριν, μετά έφυγα για σπουδές πιστεύ­ο­ντας ότι θα κατα­φέρω μόνη μου πηγαί­νο­ντας στην Αθήνα, να «καθα­ρίσω».

Σήμερα πόσων χρονών είσαι;

Είμαι στα 31.

Αρα, ήσουν ένα κορι­τσάκι 16 ετών και ήδη σε χρήση.

Ναι, κάπως έτσι. Και δεν ήμουν η μόνη τότε από την παρέα.

Μας παρου­σιά­ζεις μια άλλη οπτική της Ρόδου.

Δεν είναι άλλη οπτική, υπάρ­χουν πολλές δια­φο­ρε­τι­κές και μια από τις πολλές είναι και αυτή. Αρκετοί στην παρέα τότε, έπαιρ­ναν διάφορα ναρ­κω­τικά με το χαρ­τζι­λίκι που μας έδιναν οι γονείς μας για το σχολείο. Τι πιστεύ­ετε δηλαδή, ότι η χρήση ναρ­κω­τι­κών αφορά άλλες περιο­χές και όχι το νησί μας;

Μα μόνο από τις συλ­λή­ψεις που γίνο­νται για δια­κί­νηση κάθε τρεις και λίγο, έπρεπε να είχε αντι­λη­φθεί ο κόσμος το μέγεθος του προ­βλή­μα­τος και στη Ρόδο και παντού. Απλώς έχουμε μάθει τόσα χρόνια να κρύ­βουμε το πρό­βλημα κάτω από το χαλί, μας βολεύει αυτό.

Είναι τόσο εύκολο για ένα παιδί 15-16 χρονών να βρει ναρ­κω­τικά στη Ρόδο;

Και στη Ρόδο και παντού. Όταν θες βρί­σκεις, ή σε βρί­σκουν όταν δουν πως θέλεις. Κάπως έτσι πάει.

Τίποτα δεν είναι δύσκολο, και τα ναρ­κω­τικά δεν είναι τόσο απο­μα­κρυ­σμένα από την κοι­νω­νία όσο μας διευ­κο­λύ­νει να πιστεύ­ουμε. Και μέρα μεση­μέρι, στο Μαντράκι, μπορείς να βρεις, άμα θέλεις και άμα ξέρεις τους «ανθρώ­πους» που πρέπει.

Οι γονείς σου δεν είχαν κατα­λά­βει κάτι;

Τότε όχι. Πού να πάει το μυαλό τους ότι η αρι­στούχα κόρη τους, είχε μπλέξει με ναρ­κω­τικά. Είχαν στο μυαλό τους μια άλλη εικόνα για τους χρήστες, αυτή που έχουν οι περισ­σό­τε­ροι. Μέχρι που έφυγα από τη Ρόδο για σπουδές, δεν είχαν κατα­λά­βει κάτι.

Πέρασες στο Πανε­πι­στή­μιο, ούσα σε χρήση;

Ναι αμέ. Ημουν καλή μαθή­τρια όλα τα χρόνια στο σχολείο. Στο Λύκειο μπορεί να μην αρί­στευα αλλά με βαθ­μο­λο­γία μέσο όρο γύρω στα 17 θεω­ρού­μουν από τις καλές μαθή­τριες.

Φτάνεις λοιπόν στην Αθήνα, και;

Εφτασα, εγκα­τα­στά­θηκα σε ένα σπιτάκι κοντά στο πανε­πι­στή­μιο με τα όνειρα που έχει κάθε φοι­τη­τής για το μέλλον του και με την ελπίδα ότι θα τα άφηνα όλα πίσω, νόμιζα ότι ήταν στο χέρι μου. Και τελικά δεν ήταν. Κι εκεί στο Πανε­πι­στή­μιο, μέσα από διά­φο­ρες δια­δρο­μές, βρήκα την άκρη και συνέ­χισα την χρήση.

Πιο συστη­μα­τικά πια. Εκεί έχασα την μπάλα. Και τις σπουδές μου παρά­τησα, και τον εαυτό μου. Ηταν η περί­ο­δος που η οικο­γέ­νειά μου, η μητέρα μου κυρίως, άρχισε να αντι­λαμ­βά­νε­ται ότι κάτι συμ­βαί­νει.

Τα χρήματα εξα­νε­μί­ζο­νταν, ως φοι­τή­τρια δεν πρόκοψα, δεν μπο­ρούσα να περάσω τα μαθή­ματα. Εκεί στον πρώτο χρόνο το πρό­βλημα πια ήταν τερά­στιο. Παίρνει η μάνα μου τον μεγάλο μου αδελφό, έρχο­νται στην Αθήνα και απο­κα­λύ­πτε­ται το πρό­βλημα.

Βασικά, κατά βάθος ήθελα να απο­κα­λυ­φθεί, μήπως και κατα­φέ­ρουν εκείνοι να μου βρουν λύση, διότι έβλεπα ότι δεν πάω καλά.

Βρήκατε λύση;

Η μαμά μου είχε πλήρη άρνηση για την κατά­σταση, η πρώτη της κου­βέ­ντα ήταν «γιατί μου συνέβη εμένα αυτό». Όχι στο παιδί της, στην ίδια γιατί συνέβη αυτό… Μεγάλη σφα­λιάρα για μένα. Ακόμα και σε εκείνη την φάση, έβαζε πρώτα τον εαυτό της και μετά εμένα. Ο αδελφός μου έτρεξε μαζί μου, σε κοι­νό­τη­τες, σε κέντρα απε­ξάρ­τη­σης, σε ψυχο­λό­γους, σε ψυχιά­τρους…

Ο πατέρας σου;

Ο πατέρας μου δεν μου μιλάει μέχρι σήμερα. Ούτε τον έχω δει από τότε που του το είπε η μάνα μου. Μόνο ο αδελφός μου με στη­ρί­ζει.

Στη Ρόδο γιατί δεν επέ­στρε­ψες;

Γιατί η οικο­γέ­νειά μου με έδιωξε από το σπίτι, δεν έχω πού να μείνω με λίγα λόγια. Ο αδελφός μου παντρεύ­τηκε, έχει τη δική του οικο­γέ­νεια και με φιλο­ξε­νεί όποτε πηγαίνω, για λίγες μέρες.

Στην Αθήνα πώς ζεις σήμερα;

Δουλεύω ως σερ­βι­τόρα, βγάζω τα έξοδά μου. Το νοίκι μου, το φαγητό μου και τα υπό­λοιπα πάνε στην «κυρία Ηρώ». Δουλεύω για να στέ­κο­μαι στα πόδια μου και να ζω σε ένα καθαρό σπίτι με στέγη, νερό και ρεύμα. Δεν θέλω πολυ­τέ­λειες. Είμαι από τις «τυχερές» που μπορώ ακόμα να δουλεύω κι έτσι δεν έχω μείνει στο δρόμο, με ό,τι σημαί­νει αυτό.

Αν γυρ­νούσε πίσω ο χρόνος, τι θα έκανες δια­φο­ρε­τικά;

Θέλει και ερώτημα; Θα ήθελα να έχω πάρει άλλο δρόμο, να τέλειωνα το σχολείο μου, τις σπουδές μου, να είχα μια δουλειά καλή και γιατί όχι, ίσως και μια δική μου οικο­γέ­νεια.

Αυτά τα όνειρα όμως, στην κατά­σταση που είμαι εγώ, είναι απα­γο­ρευ­μένα. Θέλω να «καθα­ρίσω», να ζήσω σαν φυσιο­λο­γι­κός άνθρω­πος. Θα ήθελα να πω σε εκείνο το κορι­τσάκι το 15χρονο, που νόμιζε ότι έκανε την επα­νά­στασή του, ότι ανοίγει το δρόμο για την κατα­στροφή του, ότι χαρα­μί­ζει τα πιο ωραία του χρόνια. Αυτός είναι ένας βασικός λόγος που ήρθα σε επι­κοι­νω­νία μαζί σας.

Ο,τι δεν άκουσα εγώ στα 15 μου χρόνια, να το πω σε άλλα παιδιά, για να μην έχουν αυτή την κατά­ληξη.

Δεν ξέρω αν ο δρόμος αυτός έχει γυρισμό, μπορεί και να έχει κι εγώ να μην τον βρήκα ακόμα, αλλά κοι­μά­μαι και ξυπνάω με τον φόβο ότι θα πεθάνω μόνη μου μέσα σε ένα υπόγειο και δεν θα με ψάξει κανείς.

Φίλους έχω, αλλά τους έχω κου­ρά­σει κι αυτούς. Την καλύ­τερή μου φίλη που είχα εδώ στην Αθήνα, την έχασα από υπερ­βο­λική δόση, πάνε τρία χρόνια. Είχε κι εκείνη όνειρα για τη ζωή της αλλά η «κυρία Ηρώ» είχε άλλα σχέδια.

Όταν γυρνάω από τη δουλειά, σκέ­φτο­μαι πολλές φορές «λες να πεθάνω σήμερα;». Κι έτσι περνάνε οι μέρες, μέσα στο φόβο και στην «χαρμάνα». Δεν βλέπω το πρόσωπό μου στον καθρέ­φτη, δεν θέλω. Δεν ανα­γνω­ρίζω αυτό το πρόσωπο που βλέπω. Εχω γράψει κι ένα γράμμα, για την μάνα μου και τον πατέρα μου, μην τύχει και πεθάνω και δεν έχουμε μιλήσει.

Είναι ανα­τρι­χια­στικό αυτό που περι­γρά­φεις.

Είναι η ζωή μου. Για αυτό το λέω. Μήπως και σωθεί έστω και ένα παιδί.

Τι τους λες στο γράμμα;

Διάφορα. Τους ζητώ και συγ­γνώμη που δεν έγινα αυτό που ονει­ρεύ­ο­νταν αλλά τους λέω και τα παρά­πονά μου, που ως γονείς δεν ήταν τόσο κοντά μου όσο θα ήθελα.

Γιατί δεν τους τα λες;

Δεν έχουμε επαφές. Ο πατέρας μου δεν θέλει να με δει και η μάνα μου, πού και πού με παίρνει κανένα τηλέ­φωνο αλλά δεν μιλάμε για αυτά τα θέματα.

Ποτέ δεν μιλού­σαμε για θέματα ουσίας, μόνο για το τι θα πει ο κόσμος και τη θέση μας στην κοι­νω­νία. Όλα γύρω από αυτό γυρ­νού­σαν. Από το «θεα­θή­ναι».

Εχεις κάνει προ­σπά­θειες να απε­ξαρ­τη­θείς;

Πολλές. Και μόνη μου και σε κέντρα και σε ψυχιά­τρους. Δεν έχω κατα­φέ­ρει μέχρι στιγμής να μείνω «καθαρή». Αλλά δεν το βάζω κάτω. Μόλις μαζέψω τα χρήματα που χρειά­ζο­μαι, θα κάνω ακόμα μια προ­σπά­θεια, ελπίζω αυτή τη φορά να τα κατα­φέρω.

Κλεί­νο­ντας την συνέ­ντευξη, τι θα ήθελες να πεις;

Πρώτα πρώτα θέλω να απευ­θυνθώ στα παιδιά, ο κόσμος αυτός δεν είναι ωραίος όπως σας παρου­σιά­ζουν. Εχει πόνο, έχει μοναξιά, έχει απελ­πι­σία, έχει ξεφτίλα και έχει και θάνατο. Και σήμερα κρύβω το πρόσωπό μου, γιατί ντρέ­πο­μαι και για αυτό που είμαι και γι αυτό που έκανα στην οικο­γέ­νειά μου.

Στους γονείς, θέλω να πω να είναι κοντά στα παιδιά τους, να τα ακούνε, να τους δίνουν σημασία, να μάθουν να είναι γονείς.

Τα παιδιά τους δεν είναι η συνέ­χειά τους, είναι ξεχω­ρι­στές προ­σω­πι­κό­τη­τες με δικά τους όνειρα και δικά τους σχέδια, να μην τους κόβουν τα φτερά τους. Και εκεί στην κοι­νω­νία της Ρόδου θέλω να πω ότι το πρό­βλημα είναι δίπλα μας, κοντά μας. Εγω μπορεί να λείπω 15 χρόνια αλλά δεν έχουν αλλάξει και πολλά πράγ­ματα από τότε, για το πώς από τη μια στιγμή τα όνειρα γίνο­νται εφιάλ­της αλλά δυστυ­χώς δεν μπορείς να ξυπνή­σεις.

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.