ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

Η ζωή του Σεβασμιότατου Μητροπολίτου Λέρου, Καλύμνου και Αστυπάλαιας κ.κ. Παϊσίου: Πορεία πίστης και αφοσίωσης

Νατάσα Παμπρή 1 λεπτό ανάγνωση
Παϊσίος

Η συ­νέ­ντευ­ξη με τον Σε­βα­σμιό­τα­το Μη­τρο­πο­λί­τη Λέρου, Κα­λύ­μνου και Αστυ­πα­λαί­ας κ.κ. Πα­ΐ­σιο μας προ­σφέ­ρει μία σπά­νια ευ­και­ρία να πα­ρα­κο­λου­θή­σου­με τη ζωή και την πο­ρεία ενός αν­θρώ­που που αφιέ­ρω­σε την ύπαρ­ξή του στο Θείο έργο και στην υπη­ρε­σία του λαού του. Μέσα από τα λόγια του, απο­κα­λύ­πτε­ται η βαθιά του πίστη και η εσω­τε­ρι­κή του κλίση προς την Εκ­κλη­σία, η οποία φά­νη­κε από τα πρώτα του βή­μα­τα, όταν, σε νεαρή ηλι­κία, έδει­ξε την επι­θυ­μία του να ακο­λου­θή­σει το Θεϊκό κά­λε­σμα.

Εν­δει­κτι­κό της τάσης του προς τον Χρι­στό, η συ­νή­θεια του ευ­σε­βούς πα­τέ­ρα του να τον απο­κα­λεί από μικρό παιδί «παπά»!

Η πο­ρεία του Σε­βα­σμιό­τα­του από τα παι­δι­κά του χρό­νια στην Πα­τμιά­δα Εκ­κλη­σια­στι­κή Σχολή, έως τη μο­να­χι­κή του κουρά και την εκλο­γή του ως Μη­τρο­πο­λί­τη, είναι γε­μά­τη από ση­μα­ντι­κές προ­σω­πι­κό­τη­τες και ση­μα­ντι­κά γε­γο­νό­τα που σμί­λε­ψαν τον χα­ρα­κτή­ρα του και τη θρη­σκευ­τι­κή του αφο­σί­ω­ση. Όπως και η πίστη των γο­νιών του που απο­τέ­λε­σαν θε­μέ­λια για τη με­τέ­πει­τα δια­κο­νία του. Η ανα­φο­ρά του στον Μα­κα­ρι­στό Μη­τρο­πο­λί­τη Ρόδου Σπυ­ρί­δω­να Συ­νο­δι­νό, που υπήρ­ξε κα­θο­δη­γη­τής και πνευ­μα­τι­κός πα­τέ­ρας, φω­τί­ζει τη ση­μα­ντι­κή στή­ρι­ξη και κα­θο­δή­γη­ση που έλαβε στην πο­ρεία του.

Η συ­νέ­ντευ­ξη – πέρα από την προ­σω­πι­κή του πο­ρεία- ανα­δει­κνύ­ει και την αφο­σί­ω­σή του στην εκ­κλη­σια­στι­κή κοι­νό­τη­τα, την οποία υπη­ρέ­τη­σε με τα­πει­νό­τη­τα και αγάπη. Οι ση­μα­ντι­κές στιγ­μές της εκλο­γής του και της απο­δο­χής του από τον λαό της Ρόδου, όπως πε­ρι­γρά­φει ο ίδιος, απο­κα­λύ­πτουν την αμοι­βαία αγάπη και σε­βα­σμό που υπήρ­χε με­τα­ξύ του λαού και του κλη­ρι­κού, και την ευ­γνω­μο­σύ­νη που ο ίδιος αι­σθά­νε­ται για την πίστη και την αφο­σί­ω­ση του κό­σμου.

Στην πο­ρεία της συ­νέ­ντευ­ξης, ο Σε­βα­σμιό­τα­τος ανα­φέ­ρε­ται και στις προ­κλή­σεις της ιε­ρα­τι­κής ζωής, οι οποί­ες δεν είναι πάντα εύ­κο­λες, αλλά απαι­τούν ακλό­νη­τη πίστη, θυσία και προ­σφο­ρά στον Θεό και στους αν­θρώ­πους. Οι δυ­σκο­λί­ες της ιε­ρο­σύ­νης, όπως ση­μειώ­νει, δεν τον εμπό­δι­σαν να συ­νε­χί­σει το έργο του με πίστη, καθώς το πα­ρά­δειγ­μα του Χρι­στού, με τη Σταύ­ρω­ση και την Ανά­στα­ση, του έδωσε τη δύ­να­μη να προ­χω­ρή­σει.

Ο Σε­βα­σμιό­τα­τος κλεί­νει τη συ­νέ­ντευ­ξή του με μία βαθιά ανα­φο­ρά στην απο­στο­λή του Επι­σκό­που ως ση­μεί­ου ενό­τη­τας στην Εκ­κλη­σία και στον κόσμο, όπου η θυ­σια­στι­κή προ­σφο­ρά είναι η κε­ντρι­κή αξία που διέ­πει το έργο κάθε ιε­ράρ­χη. Μέσα από αυτήν την προ­ο­πτι­κή, ανα­δει­κνύ­ε­ται η ση­μα­σία της ανοι­χτής καρ­διάς και της διά­θε­σης για προ­σφο­ρά προς τον συ­νάν­θρω­πο, κάτι που απο­τε­λεί το θε­μέ­λιο της χρι­στια­νι­κής ζωής και δια­κο­νί­ας.

Αδιαμ­φι­σβή­τη­τα η ζωή του Σε­βα­σμιό­τα­του είναι μία συ­νε­χής πο­ρεία πί­στης, αγά­πης και προ­σφο­ράς, που απο­τε­λεί πα­ρά­δειγ­μα και για τις επό­με­νες γε­νιές ιε­ρέ­ων και πι­στών.

Ανα­λυ­τι­κά η συ­νέ­ντευ­ξη:

• Σε­βα­σμιό­τα­τε, θέλω να σας γυ­ρί­σω πίσω στα παι­δι­κά σας χρό­νια και να σας ρω­τή­σω αν εί­χα­τε κλίση από μι­κρός στην εκ­κλη­σία. Θυ­μά­μαι από πα­λαιό­τε­ρη συ­νέ­ντευ­ξή σας ότι σε νεαρή ηλι­κία γρα­φτή­κα­τε στην Πα­τμιά­δα Εκ­κλη­σια­στι­κή Σχολή;

Αγα­πη­τή κα Πα­μπρή, αφού σας ευ­χα­ρι­στή­σω, θα ήθελα να ευ­χη­θώ σε σας προ­σω­πι­κά, στη διεύ­θυν­ση και στους ερ­γα­ζο­μέ­νους της εφη­με­ρί­δος αλλά και σε όλο το ανα­γνω­στι­κό κοινό, καλή κι ευ­λο­γη­μέ­νη χρο­νιά υπό την Σκέπη του εν Τριά­δι Θεού. Πράγ­μα­τι η κλίση μου προς την Εκ­κλη­σία ήταν από νεαρή ηλι­κία, όταν άρ­χι­σα να θυ­μά­μαι τον εαυτό μου και να αντι­λαμ­βά­νο­μαι τον κόσμο σε ηλι­κία πέντε ετών.

Βέ­βαια, είχα την ευ­λο­γία να με­γα­λώ­σω σ’ ένα τέ­τοιο πε­ρι­βάλ­λον, αφού οι αεί­μνη­στοι γο­νείς μου Νι­κό­λα­ος και Μαρία, φρό­ντι­σαν ν’ ανα­θρέ­ψουν εμένα και τ’ αδέλ­φια μου «Εν παι­δεία και νου­θε­σία Κυ­ρί­ου». Μά­λι­στα ο πα­τέ­ρας μου μ’ έλεγε πά­ντο­τε παπά από μικρό παιδί. Η πρό­νοια και το έλεος του Θεού οδή­γη­σαν τα βή­μα­τά μου τον Νο­έμ­βριο του 1959 στην τροφό σχολή της Πά­τμου, όπου εκεί φοί­τη­σα, έχο­ντας την ιδιαί­τε­ρη χαρά κι ευ­λο­γία να συ­να­να­στρα­φώ με σπου­δαί­ες εκ­κλη­σια­στι­κές προ­σω­πι­κό­τη­τες, όπως ο Όσιος Αμ­φι­λό­χιος, ο Γέ­ρο­ντας Αρ­χι­μαν­δρί­της Θε­ο­δώ­ρη­τος Μπουρ­νής, ο Αρ­χι­μαν­δρί­της Παύ­λος Νι­κη­τα­ράς (ήταν και κα­θη­γη­τές της Σχο­λής), ο Αρ­χι­μαν­δρί­της Μά­ξι­μος Δα­σκα­λά­κης (ο Άγιος όπως τον απο­κα­λού­σαν οι μα­θη­τές της Σχο­λής), ο διευ­θυ­ντής αυτής Άγ­γε­λος Ντό­λιος, οι κα­θη­γη­τές Νι­κή­τας Χρυ­σο­χό­ος, Ευάγ­γε­λος Κα­λέρ­γης, ο Χα­τζη­κυ­ρια­ζής Ιω­άν­νης από τα Κα­λα­βάρ­δα της Ρόδου, ο Αλα­χού­ζος Ιω­άν­νης από την Κά­λυ­μνο, ο Ντι­νί­δης Γε­ώρ­γιος και Κο­τί­τσας Γε­ώρ­γιος απο­κο­μί­ζο­ντας ση­μα­ντι­κά πνευ­μα­τι­κά εφό­δια, τα οποία με βο­ή­θη­σαν και μέχρι σή­με­ρα τα δια­φυ­λάτ­τω ως πο­λύ­τι­μη πα­ρα­κα­τα­θή­κη.

• Η μο­να­χι­κή κουρά σας έγινε στην Ιερά Μονή Πα­να­γί­ας Φα­νε­ρω­μέ­νης Ιξιάς, από τον Μα­κα­ρι­στό Μη­τρο­πο­λί­τη Σπυ­ρί­δω­να Συ­νο­δι­νό. Εξ’ όσων αντι­λαμ­βά­νο­μαι, ο Μα­κα­ρι­στός έπαι­ξε κα­τα­λυ­τι­κό ρόλο κι απο­τέ­λε­σε έμπνευ­ση και στή­ριγ­μά σας;

Όταν τε­λεί­ω­σα την Πα­τμιά­δα μετά από έξι χρό­νια και πιο συ­γκε­κρι­μέ­να το έτος 1966, με­τέ­βη­κα στην Αθήνα, προ­κει­μέ­νου να συ­να­ντή­σω τον συ­ντο­πί­τη μου, Μα­κα­ρι­στό Μη­τρο­πο­λί­τη Ρόδου κυρό Σπυ­ρί­δω­να Συ­νο­δι­νό, για να τον ρω­τή­σω αν θα με πάρει μαζί του στη Ρόδο ή αν θα επι­στρέ­ψω πίσω στο νησί της Απο­κά­λυ­ψης. Ο Μα­κα­ρι­στός Σπυ­ρί­δων τη­λε­φώ­νη­σε στον τότε στενό του συ­νερ­γά­τη, τον αεί­μνη­στο Πρω­το­σύ­γκε­λο Αλέ­ξαν­δρο Θε­ο­δω­ρα­κό­που­λο, ο οποί­ος ήταν και ηγού­με­νος στην Αν­δρώα Κοι­νο­βια­κή Μονή Πα­να­γί­ας Φα­νε­ρω­μέ­νης Ιξιάς και του είπε να με εγ­γρά­ψει στο Μο­να­χο­λό­γιο της Μονής ως δό­κι­μο μο­να­χό. Τον Φε­βρουά­ριο του 1967 και πιο συ­γκε­κρι­μέ­να στις 10 του μήνα, έλαβα τον πρώτο βαθμό της ιε­ρο­σύ­νης, αυτόν του Δια­κό­νου, στον πα­νη­γυ­ρί­ζο­ντα Ιερό Ναό Αγίου Χα­ρα­λά­μπους, της ενο­ρί­ας των Αγίων Αναρ­γύ­ρων Ρόδου. Ως Διά­κο­νος πα­ρέ­μει­να 14 και μισό χρό­νια, ενώ με­τα­ξύ των ετών 1973-1977, πε­ρά­τω­σα τις σπου­δές μου στη Θε­ο­λο­γι­κή Σχολή του Αρι­στο­τε­λεί­ου Πα­νε­πι­στη­μί­ου Θεσ­σα­λο­νί­κης. Μετά το πέρας των σπου­δών μου, επα­νήλ­θα στη Ρόδο, όπου ο Μα­κα­ρι­στός Σπυ­ρί­δων με διό­ρι­σε Πρω­το­συγ­γε­λεύ­ο­ντα, θέση την οποία ανέ­λα­βα επι­σή­μως το 1981, όπου και χει­ρο­το­νή­θη­κα Πρε­σβύ­τε­ρος, αντι­κα­θι­στώ­ντας τον αεί­μνη­στο Αλέ­ξαν­δρο, ο οποί­ος ήταν ασθε­νής.

Από τη θέση αυτή υπη­ρέ­τη­σα τρεις Μη­τρο­πο­λί­τες. Τον Γέ­ρο­ντά μου, Μη­τρο­πο­λί­τη Σπυ­ρί­δω­να, τον Μη­τρο­πο­λί­τη Από­στο­λο Δι­μέ­λη αλλά και τον αδελ­φό νυν Μη­τρο­πο­λί­τη κ. Κύ­ριλ­λο.

• Πόσο εύ­κο­λος ήταν και είναι ο δρό­μος της Εκ­κλη­σί­ας; Νιώ­σα­τε κά­ποια στιγ­μή να προ­βλη­μα­τί­ζε­στε αν πρά­ξα­τε το σωστό, να αφο­σιω­θεί­τε δη­λα­δή εφ’ όρου ζωής στην δια­κο­νία του Κυ­ρί­ου;

Σί­γου­ρα αγα­πη­τή κα Πα­μπρή, ο δρό­μος της ιε­ρο­σύ­νης αλλά και της Εκ­κλη­σί­ας γε­νι­κό­τε­ρα, δεν είναι ένας δρό­μος εύ­κο­λος, ούτε είναι στρω­μέ­νος με ρο­δο­πέ­τα­λα. Αντί­θε­τα, είναι ανη­φο­ρι­κός και πολ­λές φορές κα­κο­τρά­χα­λος. Έχο­ντας όμως ακρά­δα­ντη πίστη στον Θεό, δεν χά­νου­με την ελ­πί­δα μας, γιατί ως Χρι­στια­νοί γνω­ρί­ζου­με ότι μετά από κάθε Σταύ­ρω­ση, ακο­λου­θεί η Ανά­στα­ση.

• Η εκλο­γή σας από την Αγία και Ιερά Σύ­νο­δο του Οι­κου­με­νι­κού Πα­τριαρ­χεί­ου, ως Μη­τρο­πο­λί­της Λέρου, Κα­λύ­μνου και Αστυ­πα­λαί­ας, έγινε δεκτή στη Ρόδο με κω­δω­νο­κρου­σί­ες, κορ­να­ρί­σμα­τα αυ­το­κι­νή­των και σύσ­σω­μη την κοι­νω­νία να κα­τα­κλύ­ζει τα γρα­φεία της Μη­τρο­πό­λε­ως στον Ευαγ­γε­λι­σμό, προ­κει­μέ­νου να σας συγ­χα­ρεί. Εκεί­νες τις στιγ­μές, τι ήταν αυτό που πέ­ρα­σε από το μυαλό σας;

Είναι γε­γο­νός ότι ο λαός της Ρόδου υπο­δέ­χθη­κε με χαρά την εκλο­γή μου ως Μη­τρο­πο­λί­του Λέρου, Κα­λύ­μνου και Αστυ­πα­λαί­ας από την Αγία και Ιερά Σύ­νο­δο του Οι­κου­με­νι­κού μας Πα­τριαρ­χεί­ου. Αυτές οι στιγ­μές δεν πε­ρι­γρά­φο­νται με λόγια και σί­γου­ρα μέ­νουν βαθιά χα­ραγ­μέ­νες στο μυαλό. Προ­σω­πι­κά αι­σθάν­θη­κα συ­γκί­νη­ση, βλέ­πο­ντας στα μάτια των αν­θρώ­πων κάθε ηλι­κί­ας, την αγάπη και την ικα­νο­ποί­η­σή τους για την προ­α­γω­γή μου με εκ­δη­λώ­σεις αγά­πης.

Ιδιαί­τε­ρα δε οι συ­νά­δελ­φοί σας δη­μο­σιο­γρά­φοι, οσά­κις επι­κοι­νω­νού­με, με απο­κα­λούν «ο δικός μας Πα­ΐ­σιος».

Ξέ­ρε­τε κα Πα­μπρή, ως Πρω­το­σύ­γκε­λος της Μη­τρο­πό­λε­ως Ρόδου 38 χρό­νια σχε­δόν, προ­σπά­θη­σα να είμαι κοντά στον κόσμο, στις χαρές και στις λύπες, στα καλά και στα κακά, επι­τε­λώ­ντας το κα­θή­κον μου σεμνά και χωρίς τυ­μπα­νο­κρου­σί­ες, όχι μόνο στο νησί της Ρόδου, αλλά και στα υπό­λοι­πα νησιά που είχε τότε υπό τη δι­καιο­δο­σία της η Μη­τρό­πο­λη Ρόδου (Σύμη, Χάλκη, Τήλο, Κα­στε­λό­ρι­ζο και Νί­συ­ρο), τα οποία πά­ντο­τε επι­σκε­πτό­μουν ως Πρω­το­σύ­γκε­λος και ιδιαι­τέ­ρως όσο η μνήμη μου μένει αιω­νία εις την Ιερά Μονή Τα­ξιάρ­χου Μι­χα­ήλ του Πα­νορ­μί­του, όπου με την συ­μπα­ρά­στα­ση του τότε Κα­θη­γου­μέ­νου Αρ­χι­μαν­δρί­τη Γα­βρι­ήλ Μαρ­γα­ρί­τη και τη συ­νερ­γα­σία του τότε τε­χνι­κού της Μονής Ιω­άν­νου Βο­λο­νά­κη, δη­μιουρ­γή­θη­κε το εκ­κλη­σια­στι­κό μου­σείο της Μονής ως και το λαϊκό. Ίσως η αγάπη αυτή του κό­σμου να ήταν το αντί­δω­ρο για ό,τι προ­σέ­φε­ρα όλα αυτά τα χρό­νια. Ήρθα στη Ρόδο νεαρό παιδί λαϊ­κός 23 χρό­νων κι έφυγα στα 61 μου ως Μη­τρο­πο­λί­της.

• Συ­μπλη­ρώ­νε­τε αι­σί­ως 20 χρό­νια στο ύπατο εκ­κλη­σια­στι­κό αξί­ω­μα και μά­λι­στα ως Επί­σκο­πος μίας ιστο­ρι­κής Μη­τρο­πό­λε­ως. Ποιο το κύριο χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό του λαού της Λέρου, της Κα­λύ­μνου και της Αστυ­πά­λαιας;

Πράγ­μα­τι φέτος συ­μπλη­ρώ­νω 20 χρό­νια Αρ­χιε­ρα­τεί­ας και μά­λι­στα σε μία ιστο­ρι­κή Μη­τρό­πο­λη, όπως είναι η Μη­τρό­πο­λη Λέρου, Κα­λύ­μνου και Αστυ­πα­λαί­ας. Ο λαός και των τριών νη­σιών της επαρ­χί­ας μου, είναι ένας λαός φι­λο­πρό­ο­δος, φι­λό­θρη­σκος, φι­λα­κό­λου­θος, με γνή­σιο εκ­κλη­σια­στι­κό φρό­νη­μα και βαθιά πίστη. Ένας λαός που σέ­βε­ται την ιστο­ρία του και τηρεί τα ήθη και τα έθιμά του. Πραγ­μα­τι­κά είμαι τυ­χε­ρός κι ευ­χα­ρι­στώ τον Θεό που είμαι Ποι­με­νάρ­χης ενός τέ­τοιου λαού.

• Ποια η ση­μα­σία της θυ­σια­στι­κής προ­σφο­ράς ενός Ιε­ράρ­χη προς την Εκ­κλη­σία και τον άν­θρω­πο;

Ο Επί­σκο­πος αγα­πη­τή κα Πα­μπρή, απο­τε­λεί το ορατό ση­μείο της ενό­τη­τος εντός της Εκ­κλη­σί­ας, αφού είναι «Εις τύπον και τόπον Χρι­στοὐ». Έχο­ντας ως γνώ­μο­να την Πα­ρά­δο­ση των Πα­τέ­ρων της Εκ­κλη­σί­ας, υπα­κού­ο­ντας στα κε­λεύ­σμα­τά της, κα­λεί­ται να δια­κο­νή­σει το λαό. Έργο και μέ­λη­μα κάθε χρι­στια­νού αλλά κυ­ρί­ως εμάς των κλη­ρι­κών, είναι να ανοί­ξου­με τις καρ­διές μας για τον συ­νάν­θρω­πο, για τον πά­σχο­ντα, για τον ασθε­νή, για τον κα­θέ­να που έχει ανά­γκη, γιατί μόνο με ανοι­χτή τη δική μας καρ­διά θα έρθει και θα κα­τοι­κή­σει μέσα εκεί ο Χρι­στός, ο οποί­ος απο­τέ­λε­σε και απο­τε­λεί δια­χρο­νι­κά τον ορι­σμό της θυ­σια­στι­κής προ­σφο­ράς, αφού από απέ­ρα­ντη αγάπη, ήρθε στη γη, κή­ρυ­ξε τον Λόγο της Αλη­θεί­ας και στο τέλος επάνω στο Σταυ­ρό, θυ­σιά­στη­κε για όλους εμάς.

Σχολιασμός Άρθρου

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται.

Προσθέστε ένα σχόλιο

Το E-mail δεν θα δημοσιευτεί.
Πρέπει να συμπληρωθούν όλα τα πεδία για την υποβολή του σχολίου.