ΕΙΔΗΣΕΙΣ

Πρώτη η Ελλάδα σε παιδική παχυσαρκία

news room 6 λεπτά ανάγνωση
παχυσαρκία

Για άλλη μια χρονιά η Ελλάδα βρέθηκε στην πρώτη θέση παγκο­σμίως στην παιδική παχυ­σαρ­κία. Ενώ τα ποσοστά στις ΗΠΑ αρχί­ζουν για πρώτη φορά να υπο­χω­ρούν, η τελευ­ταία έκθεση του Οργα­νι­σμού Οικο­νο­μι­κής Συνερ­γα­σίας και Ανά­πτυ­ξης (ΟΟΣΑ) δείχνει ότι το 44% των αγοριών και το 38% των κορι­τσιών σχο­λι­κής ηλικίας στην Ελλάδα είναι παχύ­σαρκα ή υπέρ­βαρα.

«Πρέπει να ξεφύ­γουμε από την αντί­ληψη ότι η παιδική παχυ­σαρ­κία συν­δέ­ε­ται απο­κλει­στικά με την αυξη­μένη πρό­σληψη τροφής και τη χαμηλή φυσική άσκηση» λέει στην «Κ» η Λήδα Χατζή, ιατρός Γενικής και Οικο­γε­νεια­κής Ιατρι­κής και καθη­γή­τρια Επι­δη­μιο­λο­γίας – Δια­τρο­φής στο Πανε­πι­στή­μιο Κρήτης. «Αυτοί οι δύο παρά­γο­ντες δεν επαρ­κούν για να εξη­γή­σουμε την επι­δη­μία παι­δι­κής παχυ­σαρ­κίας που εμφα­νί­ζε­ται στη χώρα μας».

Τα τελευ­ταία χρόνια όλο και περισ­σό­τε­ρες επι­στη­μο­νι­κές έρευνες εντο­πί­ζουν την πηγή του προ­βλή­μα­τος στα πρώτα χρόνια της ζωής του παιδιού, στην προ­σχο­λική, τη βρεφική, ακόμα και την εμβρυική ηλικία. H κ. Χατζή, η οποία μελετά αυτή την ασθέ­νεια εδώ και μια δεκα­ε­τία, ξεκί­νησε πριν από οκτώ χρόνια μια πρω­το­πόρα, για τα ελλη­νικά δεδο­μένα, έρευνα. Μαζί με τους συνερ­γά­τες της στην Κλινική Προ­λη­πτι­κής Ιατρι­κής και Δια­τρο­φής του Πανε­πι­στη­μίου Κρήτης, από το 2007, διε­νερ­γούν την πρώτη μελέτη γενιάς στην Ελλάδα. Σε αυτήν την έρευνα που ονο­μά­ζε­ται «Μελέτη ΡΕΑ», οι επι­στή­μο­νες παρα­κο­λου­θούν την υγεία και τους παρά­γο­ντες κιν­δύ­νου 1.500 «ζευγών» μητέρας-παιδιού από τον νομό Ηρα­κλείου, με στόχο να διε­ρευ­νή­σουν τις αιτίες της επι­δη­μίας της παι­δι­κής παχυ­σαρ­κίας.

Αυτό το και­νούρ­γιο για την Ελλάδα μοντέλο επι­δη­μιο­λο­γι­κών μελετών έχει εντα­χθεί εδώ και χρόνια στο εθνικό σύστημα υγείας σκαν­δι­να­βι­κών χωρών, όπως της Δανίας και της Νορ­βη­γίας. Σε κάθε μια από αυτές τις χώρες παρα­κο­λου­θού­νται πάνω από 150.000 ζεύγη μητέρας-παιδιού και τέτοιες μελέτες απο­τε­λούν ένα χρήσιμο εργα­λείο για την ανά­δειξη του τρόπου με τον οποίο εξε­λίσ­σε­ται η υγεία μιας ολό­κλη­ρης γενιάς και για τον σχε­δια­σμό παρεμ­βά­σεων για τη βελ­τί­ωσή της. Οπως και σε αυτές τις μελέτες, έτσι και στη μελέτη ΡΕΑ, οι ερευ­νη­τές παρα­κο­λου­θούν τα παιδιά από τη στιγμή της σύλ­λη­ψής τους μέχρι και την ενη­λι­κί­ωση.

«Σήμερα τα παιδιά είναι οκτώ ετών και ένα στα τρία είναι ήδη υπέρ­βαρο ή παχύ­σαρκο» λέει η κ. Χατζή.

Από την εγκυ­μο­σύνη

Η εγκυ­μο­σύνη είναι μια περί­ο­δος της ζωής του παιδιού που μέχρι πρό­σφατα δεν είχε συν­δε­θεί έντονα με την εμφά­νιση παχυ­σαρ­κίας. Οι ερευ­νη­τές στο Πανε­πι­στή­μιο Κρήτης όμως εντό­πι­σαν και μέτρη­σαν μια σειρά παρα­γό­ντων που σχε­τί­ζο­νται με την εγκυ­μο­σύνη και παίζουν καθο­ρι­στικό ρόλο στην ανά­πτυξη της παι­δι­κής παχυ­σαρ­κίας. Για παρά­δειγμα, εάν η μητέρα είναι ήδη παχύ­σαρκη ή υπέρ­βαρη πριν ξεκι­νή­σει την εγκυ­μο­σύνη, τότε διπλα­σιά­ζε­ται ο κίν­δυ­νος να είναι και το παιδί παχύ­σαρκο. «Δεν είναι μόνο ότι κλη­ρο­νο­μού­νται κάποια γενε­τικά χαρα­κτη­ρι­στικά από τη μητέρα στο παιδί, αλλά η παχυ­σαρ­κία της μητέρας στην αρχή της κύησης δημιουρ­γεί από μόνη της ένα δυσμε­νές περι­βάλ­λον για το έμβρυο» ανα­φέ­ρει η κ. Χατζή.

Επίσης, ανε­ξάρ­τητα από την προ­ϋ­πάρ­χουσα παχυ­σαρ­κία της μητέρας, για κάθε επι­πλέον 200 γραμ­μά­ρια ανά εβδο­μάδα που παίρνει η έγκυος στο πρώτο τρίμηνο της κύησης (πέρα από τη μικρή φυσιο­λο­γική αύξηση βάρους), ο κίν­δυ­νος ένα παιδί να γίνει υπέρ­βαρο ή παχύ­σαρκο στην ηλικία των δύο ετών αυξά­νε­ται κατά 25%. «Οχι μόνο δεν ισχύει πως μια έγκυος τρώει για δύο, αλλά αντι­θέ­τως κάτι τέτοιο φαί­νε­ται να είναι επι­βα­ρυ­ντικό για το παιδί» σημειώ­νει η κ. Χατζή.

Ενας παρά­γο­ντας που μέχρι πρό­σφατα δεν έτυχε της απα­ραί­τη­της προ­σο­χής είναι η πρώιμη έκθεση των παιδιών, ακόμα και από τη μήτρα, σε περι­βαλ­λο­ντι­κούς ρύπους. Στη μελέτη ΡΕΑ οι ερευ­νη­τές διε­ρεύ­νη­σαν την επί­πτωση που έχει στην υγεία του παιδιού η έκθεση σε ρύπους που δρουν ως ενδο­κρι­νείς δια­τα­ρα­κτές, δηλαδή που δια­τα­ράσ­σουν την ορμο­νική ισορ­ρο­πία. Τέτοιο παρά­δειγμα απο­τε­λούν τα οργα­νο­χλω­ριω­μένα φυτο­φάρ­μακα, όπως το DDT, η χρήση των οποίων έχει απα­γο­ρευ­τεί από το 1970. «Οι ρύποι αυτοί δεν δια­σπώ­νται εύκολα και συσ­σω­ρεύ­ο­νται στην τροφική αλυσίδα, με απο­τέ­λε­σμα να τους ανι­χνεύ­ουμε ακόμα και σήμερα στο αίμα των εγκύων και στον ομφάλιο λώρο των παιδιών τους» υπο­γραμ­μί­ζει η κ. Χατζή. Αυτό που παρα­τή­ρη­σαν οι ερευ­νη­τές είναι ότι για κάθε 10 επι­πλέον μονάδες της ουσίας DDE (ο μετα­βο­λι­τής του DDT) που ανι­χνεύ­ε­ται στις μητέρες, αυξά­νε­ται κατά 3,5 περίπου φορές ο κίν­δυ­νος για κοι­λιακή παχυ­σαρ­κία στην ηλικία των τεσ­σά­ρων ετών.

Συνη­θι­σμέ­νοι… κίν­δυ­νοι

Ομως και άλλοι, πιο συνη­θι­σμέ­νοι παρά­γο­ντες κιν­δύ­νου, επη­ρε­ά­ζουν εξίσου την εξέλιξη της υγείας των παιδιών. Το ενερ­γη­τικό κάπνι­σμα κατά τη διάρ­κεια της εγκυ­μο­σύ­νης, η έκθεση του βρέφους στο παθη­τικό κάπνι­σμα και ο θηλα­σμός για λιγό­τερο από τρεις μήνες αυξά­νουν κατά 2,5 φορές τον κίνδυνο να είναι ένα παιδί παχύ­σαρκο στην ηλικία των τεσ­σά­ρων ετών. «Στην Ελλάδα είναι τρο­μα­κτικό ότι το 30% των γυναι­κών καπνί­ζει κατά τη διάρ­κεια της εγκυ­μο­σύ­νης, ενώ σε άλλες χώρες της Ευρώπης το ποσοστό αυτό δεν ξεπερνά το 5%-10%» επι­ση­μαί­νει η κ. Χατζή.

Τέλος, σε παιδιά προ­σχο­λι­κής ηλικίας οι ερευ­νη­τές παρα­τή­ρη­σαν ότι η καθυ­στε­ρη­μένη ένταξή τους σε παιδικό σταθμό ―μετά την ηλικία των τριών ετών― και η παρα­κο­λού­θηση τηλε­ό­ρα­σης για περισ­σό­τε­ρες από δύο ώρες την ημέρα διπλα­σιά­ζουν τον κίνδυνο ένα παιδί να γίνει παχύ­σαρκο. «Ως γονείς απο­τε­λούμε πρότυπο για τα παιδιά. Γι’ αυτό πρέπει να κλεί­νουμε την τηλε­ό­ραση και να παί­ζουμε με τα παιδιά μας ή να πηγαί­νουμε μαζί τους ένα περί­πατο» λέει η κ. Χατζή, τονί­ζο­ντας τη σημασία του να εισά­γε­ται στο παιδί η έννοια της μη οργα­νω­μέ­νης φυσικής άσκησης. «Ο χρόνος που περνούν ο πατέρας ή η μητέρα με το παιδί φαί­νε­ται να παίζει σημα­ντικό ρόλο στο να μη γίνει παχύ­σαρκο και να ανα­πτύ­ξει καλή δια­τρο­φική συμπε­ρι­φορά».

Η Κλινική Προ­λη­πτι­κής Ιατρι­κής και Δια­τρο­φής του Πανε­πι­στη­μίου Κρήτης παρέχει χρή­σι­μες πλη­ρο­φο­ρίες για την παιδική παχυ­σαρ­κία και τον ρόλο των περι­βαλ­λο­ντι­κών ρύπων μέσα από τις ιστο­σε­λί­δες: www.child-obesity.gr και www.child-environment.gr.

Μήνυμα αισιο­δο­ξίας από το ΕΚΠΑ

Ανάμεσα στην πληθώρα μελετών που δεί­χνουν τα ποσοστά της παι­δι­κής παχυ­σαρ­κίας να αυξά­νο­νται ή να παρα­μέ­νουν σταθερά τα τελευ­ταία έτη, τα απο­τε­λέ­σματα μιας νέας έρευνας από την Ιατρική Σχολή του ΕΚΠΑ φέρνουν έναν πρώτο δείγμα αισιο­δο­ξίας.

Αρχικός στόχος της εν λόγω έρευνας δεν ήταν να μελε­τή­σει την παιδική παχυ­σαρ­κία αλλά να παρα­κο­λου­θή­σει τον ρυθμό αύξησης βάρους και ύψους 1.300 παιδιών κατά τη διάρ­κεια τριών σχο­λι­κών ετών, ξεκι­νώ­ντας από το 2009. «Με έκπληξη παρα­τη­ρή­σαμε ότι υπήρξε μια γρήγορη μείωση του βάρους των παιδιών, κάτι που ουσια­στικά δεν έχει ανα­φερ­θεί ποτέ ξανά στην Ελλάδα τα τελευ­ταία χρόνια» λέει ο παι­δο­εν­δο­κρι­νο­λό­γος Αν. Παπα­δη­μη­τρίου, επι­κε­φα­λής της συγκε­κρι­μέ­νης έρευνας και καθη­γη­τής στην Ιατρική Σχολή του Πανε­πι­στη­μίου Αθηνών.

Οπως ανα­φέ­ρουν οι ερευ­νη­τές στην πρό­σφατη δημο­σί­ευσή τους στο επι­στη­μο­νικό περιο­δικό Acta Paediatrica, μέσα σε 2,5 χρόνια το ποσοστό υπέρ­βα­ρων και παχύ­σαρ­κων αγοριών μειώ­θηκε από το 43% στο 37,3% και των κορι­τσιών από το 33,4% στο 26,9%. Τα απο­τε­λέ­σματα αφορούν σε παιδιά που πηγαί­νουν σε σχολεία της δυτικής Αττικής και είναι από 6 έως 16 ετών.

«Η κρίση μπορεί να απο­τε­λεί εξήγηση γι’ αυτή τη βελ­τί­ωση του βάρους, όμως χρειά­ζο­νται περισ­σό­τε­ρες μελέτες που ίσως να επι­βε­βαιώ­σουν ή να δια­ψεύ­σουν τα απο­τε­λέ­σματά μας» λέει ο κ. Παπα­δη­μη­τρίου. Ανα­ζη­τώ­ντας τα αίτια αυτής της πρω­το­φα­νούς μείωσης του βάρους των παιδιών, οι ερευ­νη­τές από την Ιατρική Σχολή του Πανε­πι­στη­μίου Αθηνών σχε­διά­ζουν ήδη επό­με­νες έρευνες στις οποίες θα παρα­κο­λου­θή­σουν τη συχνό­τητα εμφά­νι­σης κάποιων εκ των παρα­γό­ντων που εξε­τά­ζει και η μελέτη ΡΕΑ.

Οπως και η οικο­νο­μική κρίση, έτσι και η παχυ­σαρ­κία είναι ένα πολυ­πα­ρα­γο­ντικό νόσημα, γι’ αυτό και «δεν μπο­ρούμε να πούμε ακόμα με σιγου­ριά εάν η κρίση αυξάνει ή μειώνει την παιδική παχυ­σαρ­κία» σημειώ­νει η κ. Λήδα Χατζή καθη­γή­τρια Επιδημιολογίας-Διατροφής. Σήμερα όμως στην Ελλάδα, ένα στα δύο παιδιά 7 έως 12 ετών εξα­κο­λου­θούν να είναι υπέρ­βαρα ή παχύ­σαρκα. Η κ. Χατζή προει­δο­ποιεί ότι «εάν δεν δρά­σουμε άμεσα απέ­να­ντι σε αυτή την επι­δη­μία θα έρθουμε σύντομα αντι­μέ­τω­ποι με γενιές άρρω­στων ανθρώ­πων, ηλικίας 20, 25 και 30 ετών».

Καθη­με­ρινή

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.