ΕΙΔΗΣΕΙΣ

Ελάχιστη βάση εισαγωγής: Τμήματα ΑΕΙ «χαμηλώνουν» τον πήχυ – Προβληματισμός για τις κενές θέσεις

news room 6 λεπτά ανάγνωση
πανελλαδικες αποτελεσματα

Προ­βλη­μα­τι­σμό και αλλαγή τακτι­κής προ­κα­λούν οι κενές θέσεις στα ΑΕΙ, όπως προ­έ­κυ­ψαν κατά την ανα­κοί­νωση των φετινών βάσεων εισα­γω­γής. Ηδη, τμήματα απο­φά­σι­σαν να «χαμη­λώ­σουν» τον πήχυ της ελά­χι­στης βάσης εισα­γω­γής (ΕΒΕ), προσ­δο­κώ­ντας ότι το 2023 θα καλυ­φθούν περισ­σό­τε­ρες θέσεις τους και το επόμενο διά­στημα ανα­μέ­νε­ται να υπάρξει μπαράζ ανά­λο­γων απο­φά­σεων σε σειρά τμη­μά­των, και μάλιστα της Αθήνας και της Θεσ­σα­λο­νί­κης.

Ειδι­κό­τερα, λόγω ΕΒΕ, περί τις 11.000 θέσεις έμειναν κενές σε πανε­πι­στη­μιακά τμήματα, από τις περίπου 72.000 θέσεις που είχαν οριστεί από το υπουρ­γείο Παι­δείας και τα συναρ­μό­δια υπουρ­γεία. Ωστόσο, αν ήταν ανα­με­νό­μενο να μείνουν κενές θέσεις σε χαμηλής ζήτησης τμήματα της περι­φέ­ρειας, όπως συνέβη και πέρυσι –πρώτη χρονιά εφαρ­μο­γής της ΕΒΕ–, φέτος ξάφ­νια­σαν οι κενές θέσεις σε τμήματα κεντρι­κών ΑΕΙ και δη ανθρω­πι­στι­κών σπουδών. Ενδει­κτικά, έμειναν κενές 97 και 95 θέσεις στη Φιλο­λο­γία Αθηνών και Θεσ­σα­λο­νί­κης αντί­στοιχα, πάνω από 100 στη Φιλο­σο­φία Ιωαν­νί­νων και 56 στη Φιλο­σο­φία Αθηνών. Στο εμβλη­μα­τικό τμήμα Φιλο­λο­γίας Αθηνών καλύ­φθηκε το 55% των θέσεων. Συνο­λικά, από τις 11.000 κενές θέσεις, οι 2.060 είναι σε τμήματα της Αθήνας και της Θεσ­σα­λο­νί­κης και εξ αυτών οι περισ­σό­τε­ρες σε τμήματα χαμηλής ζήτησης ανθρω­πι­στι­κών επι­στη­μών: 127 στη Θεο­λο­γία ΕΚΠΑ, 123 στην Κοι­νω­νική Θεο­λο­γία ΑΠΘ, 114 στη Θρη­σκειο­λο­γία ΕΚΠΑ, 103 στη Φιλοσοφία-Παιδαγωγική ΑΠΘ, 101 στο τμήμα Μου­σουλ­μα­νι­κές Σπουδές ΑΠΘ.

Η ύπαρξη των κενών θέσεων σε τμήματα ανθρω­πι­στι­κών σπουδών απο­δί­δε­ται κατ’ αρχάς στη μείωση του ενδια­φέ­ρο­ντος των 18χρονων λόγω της υψηλής ανερ­γίας για τους κλάδους αυτούς. Παράλ­ληλα, «ευθύνη» έχουν και τα τμήματα, καθώς επέ­λε­ξαν υψηλό συντε­λε­στή για τον καθο­ρι­σμό της ΕΒΕ τους. Υπεν­θυ­μί­ζε­ται ότι η ΕΒΕ για κάθε τμήμα προ­κύ­πτει από τον μέσο όρο των επι­δό­σεων των υπο­ψη­φίων του επι­στη­μο­νι­κού πεδίου στο οποίο είναι ενταγ­μένο το τμήμα, πολ­λα­πλα­σια­σμένο με έναν συντε­λε­στή από 0,8 έως 1,2. Αν, για τη δια­μόρ­φωση της ΕΒΕ, ένα τμήμα επι­λέ­ξει συντε­λε­στή από 0,8 έως 0,99, «χαμη­λώ­νει» τον μέσο όρο, ενώ αντί­στροφα, αν επι­λέ­ξει από 1,01 έως 1,2, αυξάνει τον μέσο όρο.

Οι 2.060 κενές θέσεις αφορούν τμήματα της Αθήνας και της Θεσ­σα­λο­νί­κης και ειδικό- τερα ανθρω­πι­στι­κών επι­στη­μών.

Ετσι, τώρα οι καθη­γη­τές τμη­μά­των με κενές θέσεις ετοι­μά­ζο­νται να μειώ­σουν τους συντε­λε­στές τους. Χαρα­κτη­ρι­στικά, αυτό απο­φά­σισε το τμήμα Φιλο­σο­φίας του ΕΚΠΑ, που για τις φετινές Πανελ­λα­δι­κές είχε συντε­λε­στή 1,1 και την Παρα­σκευή απο­φά­σισε να τον μειώσει στο 1. Σύμφωνα με την υπουρ­γική απόφαση, τα τμήματα οφεί­λουν έως τα τέλη Αυγού­στου να αλλά­ξουν τον συντε­λε­στή που έχουν επι­λέ­ξει, αν και θεω­ρεί­ται πιθανό να δοθεί εύλογη παρά­ταση.

Οπως εξήγησε, μιλώ­ντας χθες στην «Κ», ο ανα­πλη­ρω­τής πρό­ε­δρος του τμή­μα­τος Φιλο­σο­φίας Αθηνών, Γεώρ­γιος Στείρης, η μείωση του ενδια­φέ­ρο­ντος για τις ανθρω­πι­στι­κές σπουδές πρέπει να προ­βλη­μα­τί­σει. Πόσο μάλλον που η φυγή από τις ανθρω­πι­στι­κές σπουδές οφεί­λε­ται και στο γεγονός ότι οι 18χρονοι δεν γνω­ρί­ζουν τις εναλ­λα­κτι­κές καριέ­ρες που μπορεί να ανοίξει ένα πτυχίο στις ανθρω­πι­στι­κές σπουδές, εάν εξει­δι­κευ­τεί μέσω ενός μετα­πτυ­χια­κού.

Από την άλλη, σύμφωνα με τον κ. Στείρη, χρόνια στρέ­βλωση προ­κα­λεί η τακτική του υπουρ­γείου Παι­δείας, το οποίο δεν λαμ­βά­νει υπόψη του τις προ­τά­σεις των τμη­μά­των για τον αριθμό των εισα­κτέων τους. Ενδει­κτικό είναι ότι φέτος τα ΑΕΙ ζήτησαν 44.000 θέσεις και τελικά το υπουρ­γείο όρισε 69.000 (χωρίς τις θέσεις Σχολών Αστυ­νο­μίας, Στρατού). Ετσι, δεν απο­κλεί­ε­ται σε κάποια τμήματα με κενές θέσεις ο αριθμός όσων θέσεων καλύ­φθη­καν να είναι ίσος με εκείνον που οι καθη­γη­τές θεωρούν ότι μπορούν να εκπαι­δεύ­σουν.

ΑΠΟΨΕΙΣ

Το απατηλό «φαί­νε­σθαι» και το αληθινό «είναι»

Της Μαρίζας Φου­ντο­πού­λου*

Οι φετινοί αριθμοί των εισα­κτέων, για όσους τους δια­βά­ζουν μονο­με­ρώς, απόλυτα, με στενά ιδε­ο­λο­γική θεώρηση και με πρόθεση αλλοί­ω­σης της πραγ­μα­τι­κό­τη­τας, δεί­χνουν ότι έμειναν κενές θέσεις –περί τις 11.000– λόγω ΕΒΕ. Το «φαί­νε­σθαι» των αριθμών είναι αυτό. Το «είναι», όμως, των κενών θέσεων δεν οφεί­λε­ται στην καθιέ­ρωση της ΕΒΕ εκ μέρους του υπουρ­γείου, αλλά στον τρόπο χει­ρι­σμού της ΕΒΕ εκ μέρους των τμη­μά­των των ΑΕΙ, τα οποία, ορί­ζο­ντας τον συντε­λε­στή για την ΕΒΕ, προσ­διό­ρι­σαν και τον πραγ­μα­τικό αριθμό των φοι­τη­τών και φοι­τη­τριών, απαι­τώ­ντας υψηλές επι­δό­σεις και αφή­νο­ντας κενές τις θέσεις.

Στο πλαίσιο της αυτο­τέ­λειάς τους, της ορθής υπη­ρέ­τη­σης της επι­στή­μης, της ποιό­τη­τας και όχι της ποσό­τη­τας, της πλήρους και απο­τε­λε­σμα­τι­κής αντα­πό­κρι­σης των καθη­γη­τών των ΑΕΙ στα διδα­κτικά και ερευ­νη­τικά τους καθή­κο­ντα, τα ΑΕΙ της χώρας αξιο­ποί­η­σαν την ευκαι­ρία που τους δόθηκε από την υπουργό Παι­δείας και προ­έ­τα­ξαν την ανα­βάθ­μιση των πανε­πι­στη­μια­κών σπουδών έναντι του εύκολου πτυχίου και της ήσσονος προ­σπά­θειας.

Σε μια ευρύ­τερη θεώρηση, οι 11.000 κενές θέσεις, οι οποίες είναι λιγό­τε­ρες από τις 17.000 κενές θέσεις του 2021, θα ήταν επι­πό­λαιο να εκτι­μη­θούν ως στέρηση ευκαι­ρίας για σπουδές αν δεν συνε­κτι­μη­θούν με το είδος των σπουδών στις οποίες αφορούν, όπως είναι τομείς οι οποίοι έχουν μεγάλη, μεν, προ­σφορά, ολοένα και μικρό­τερη, δε, ζήτηση, με τρόπο ώστε να προ­μη­νύ­ουν αυρια­νούς ανέρ­γους πτυ­χιού­χους.

Χαρα­κτη­ρι­στικό παρά­δειγμα απο­τε­λούν οι λεγό­με­νες «καθη­γη­τι­κές» σχολές, οι οποίες στε­λε­χώ­νουν τη δευ­τε­ρο­βάθ­μια εκπαί­δευση, η οποία όλο και συρ­ρι­κνώ­νε­ται λόγω της υπο­γεν­νη­τι­κό­τη­τας, κυρίως. Αν στη συρ­ρί­κνωση αυτή προ­σθέ­σουμε και τον μεγάλο αριθμό πτυ­χιού­χων του ιδίου αντι­κει­μέ­νου, εφόσον υπάρ­χουν εκπαι­δευ­τι­κές ειδι­κό­τη­τες, όπως η ΠΕ02, που προ­έρ­χο­νται από 15 τμήματα ΑΕΙ ανά τη χώρα, η αδυ­να­μία της επαγ­γελ­μα­τι­κής τους απο­κα­τά­στα­σης είναι προ­φα­νής.

Η κυβερ­νη­τική προ­σπά­θεια εξορ­θο­λο­γι­σμού της δια­δι­κα­σίας εισα­γω­γής στα ΑΕΙ της χώρας είναι πραγ­μα­τικά σοβαρή και ουσια­στική, αρκεί να την υπο­δε­χθούμε χωρίς ιδε­ο­λο­γι­κές αγκυ­λώ­σεις και εμμονές. Σε συν­δυα­σμό, εξάλλου, με τον νέο νόμο για τα ΑΕΙ και τις ευκαι­ρίες που προ­σφέ­ρο­νται στους φοι­τη­τές και φοι­τή­τριες για παράλ­ληλα/πολ­λα­πλά προ­γράμ­ματα σπουδών, ανα­πλαι­σιώ­νει και εκσυγ­χρο­νί­ζει ριζικά όσα ίσχυαν μέχρι τώρα προς την κατεύ­θυνση της ανά­δει­ξης των ποιο­τή­των.

* Η κ. Μαρίζα Φου­ντο­πού­λου είναι καθη­γή­τρια στο ΕΚΠΑ.

Νέες προ­κλή­σεις για τις φιλο­σο­φι­κές

Του Βασίλη Κ. Γούναρη

Το πολι­τικό μέρος της συζή­τη­σης το ξέρω: έμειναν παιδιά εκτός των ΑΕΙ, ειδικά στο πεδίο των ανθρω­πι­στι­κών και κοι­νω­νι­κών σπουδών, ενώ υπήρχαν θέσεις. Ξέρω και τον αντί­λογο και μάλιστα από την πικρή μου πείρα: έμειναν εκτός ΑΕΙ υπο­ψή­φιοι με επίπεδο ακα­τάλ­ληλο για να σπου­δά­σουν εντός του προ­βλε­πό­με­νου χρόνου. Υπάρχει όμως και μία ακόμη παρά­με­τρος: οι υπο­ψή­φιοι στο πεδίο των ανθρω­πι­στι­κών και κοι­νω­νι­κών επι­στη­μών, της Νομικής συμπε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νης, μειώ­θη­καν βαθ­μιαία από 26.000-27.000 την περίοδο 2017-18 σε 18.000 φέτος. Θα μπο­ρούσα να προ­σθέσω ότι οι επι­δό­σεις τους ήταν απο­γοη­τευ­τι­κές, αλλά ίσως και να ήταν συγκυ­ριακό, δηλαδή θα ήταν καλύ­τε­ρες αν δεν εξε­τά­ζο­νταν στα Λατι­νικά ή η ύλη ήταν ακόμη μικρό­τερη.

Νομίζω πως το μήνυμα είναι σαφές – και δεν είναι η συρ­ρί­κνωση της εξε­τα­στέας ύλης και η κατάρ­γηση της ΕΒΕ, ώστε να σπου­δά­ζουν όλοι, ούτε η αιώνια φοίτηση, ώστε να ανα­κα­λύ­ψουν οι νέοι στην πορεία του χρόνου τον δρόμο τους. Το μήνυμα είναι πως οι φιλο­σο­φι­κές σχολές –και άλλες καθη­γη­τι­κές– πρέπει να σκε­φτούν ξανά τον προ­ο­ρι­σμό τους. Η αντί­ληψη ότι «η αγορά εργα­σίας δεν θα υπα­γο­ρεύ­σει τα προ­γράμ­ματα σπουδών» έχει ξοφλή­σει. Το λένε οι αριθμοί των υπο­ψη­φίων. Η επί­κληση των επαγ­γελ­μα­τι­κών δικαιω­μά­των –ποιων, αλήθεια;– δεν έχει αντι­κεί­μενο. Το λένε τα δημο­γρα­φικά δεδο­μένα. Ο μαθη­τι­κός πλη­θυ­σμός φθίνει. Η αντί­ληψη ότι θα συνε­χί­σουμε, όπως πάντα, σαν να μη συμ­βαί­νει τίποτε, διεκ­δι­κώ­ντας νέες διδα­κτι­κές θέσεις σε παλαιά γνω­στικά αντι­κεί­μενα, επίσης δεν ισχύει. Είμαστε υπό­λο­γοι στο κράτος και στους φορο­λο­γού­με­νους πολίτες, γιατί οι φοι­τη­τές μας δεν απο­φοι­τούν και οι πτυ­χιού­χοι μας είναι άνεργοι.

Τα τμήματα των ΑΕΙ, εκ του νέου νόμου έχουν πλέον τη δυνα­τό­τητα αλλά και την ευθύνη να προ­σφέ­ρουν συν­δυα­στι­κές σπουδές, ώστε να εξα­σφα­λί­ζουν επι­πρό­σθετα προ­σό­ντα εκτός από «καθαρή επι­στήμη». Θα τολ­μή­σουν, άραγε; Αν δεν το κάνουν, οι φιλο­σο­φι­κές σχολές θα συρ­ρι­κνω­θούν περισ­σό­τερο και, το χει­ρό­τερο, θα απευ­θύ­νο­νται όλο και περισ­σό­τερο σε φοι­τη­τές χωρίς κλίση, που βλέπουν τις ανθρω­πι­στι­κές και κοι­νω­νι­κές επι­στή­μες ως λύσεις ανάγκης και όχι ευκαι­ρίας.

* Ο κ. Βασίλης Κ. Γού­να­ρης είναι καθη­γη­τής στη Φιλο­σο­φική Σχολή ΑΠΘ.

Πηγή kathimerini.gr

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.