ΕΙΔΗΣΕΙΣ

Μια νύκτα επιστράτευσης- 27 προς 28 Μαρτίου 1987

news room 1 λεπτό ανάγνωση
ΣΤΕΛΙΟΣ ΚΟΥΤΡΗΣ
Μέγεθος γραμμάτων

Του

Στέ­λιου Κού­τρη

Θάταν πε­ρί­που μία η ώρα μετά τα με­σά­νυ­κτα, όταν το κου­δού­νι­σμα του τη­λε­φώ­νου με από­σπα­σε βίαια από την αγκα­λιά του Μορ­φέα.

Η φωνή από την άλλη άκρη του σύρ­μα­τος ακού­στη­κε σο­βα­ρή, όπως το απαι­τού­σαν οι πε­ρι­στά­σεις.

– Τον κ. Κουρή πα­ρα­κα­λώ.

– Κού­τρης, πα­ρα­κα­λώ, τον διόρ­θω­σα αγου­ρο­ξυ­πνη­μέ­νος.

– Κύριε Κού­τρη, πα­ρα­κα­λώ να πε­ρά­σε­τε από το Τμήμα Τάξης, για να πα­ρα­λά­βε­τε ένα Φύλλο Ατο­μι­κής Προ­σκλή­σε­ως (ΦΑΠ). Πα­ρα­κα­λώ ζη­τή­στε τον Αστυ­νό­μο Μα­ρι­νά­κη, για να μη μπερ­δευ­τεί­τε.

Έκλει­σα το ακου­στι­κό.

Έκ­πλη­κτος και τα­ραγ­μέ­νος γύ­ρι­σα προς τη γυ­ναί­κα μου, που πα­ρα­κο­λου­θού­σε δίπλα μου ένα έργο στη τη­λε­ό­ρα­ση με το Νίνο Βε­ντού­ρα .

– Επι­στρά­τευ­ση ψι­θύ­ρι­σα. Πρέ­πει να πάω να πα­ρα­λά­βω Φύλλο Ατο­μι­κής Προ­σκλή­σε­ως.

Δυ­στυ­χώς, αυτό που φο­βό­μα­σταν και ευ­χό­μα­σταν να μη συμ­βεί, ήταν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα.

Τις τε­λευ­ταί­ες ημέ­ρες, μία έντα­ση στο Αι­γαίο, ανά­με­σα στους δύο προ­αιώ­νιους αντι­πά­λους, την Ελ­λά­δα και την Τουρ­κία, είχε σαν κα­τά­λη­ξη την κι­νη­το­ποί­η­ση των εφέ­δρων.

Έφε­δρος και ΄γω εδώ και δέκα χρό­νια, έπρε­πε να πράξω το κα­θή­κον μου.

Μέσα μου όμως οι σκέ­ψεις ήταν μπερ­δε­μέ­νες.

– Είναι άραγε σωστή αυτή η κί­νη­ση (η επι­στρά­τευ­ση), κάτω από τις πα­ρού­σες συν­θή­κες;, σκέ­φτη­κα.

Δεν είχα και πολλά πε­ρι­θώ­ρια να το κα­λο­σκε­φτώ. Σχε­δόν μη­χα­νι­κά έβγα­λα τις πυ­τζά­μες μου και φό­ρε­σα τα ρούχα μου, που μόλις πριν μια ώρα είχα βγά­λει, όταν γύ­ρι­σα από το γρα­φείο.

Μια φευ­γα­λέα σκέψη πέ­ρα­σε από το μυαλό μου, να πε­ρι­μέ­νω να ξη­με­ρώ­σει κα μετά να πάω, αλλά το βλέμ­μα της συ­ζύ­γου μου έλεγε:

– Κα­λύ­τε­ρα να ξε­μπερ­δεύ­ου­με τώρα.

Έτσι έφυγα βια­στι­κά και μια τα­ρα­χή στο στή­θος.

Πήρα το αυ­το­κί­νη­το και ξε­κί­νη­σα.

Στο δρόμο, κοντά στο ΠΙΚΠΑ, συ­νά­ντη­σα τον συ­νά­δελ­φο Τάκη Ελευ­θε­ρί­ου, που μόλις είχε πα­ρα­λά­βει το δικό του ΦΑΠ.

– Για πού Τάκη;, το ρώ­τη­σα.

– Για Κα­λα­μώ­να, μου απα­ντά.

Του ευ­χή­θη­κα καλή τύχη και πά­τη­σα γκάζι νευ­ρι­κά.

΄Ε­φθα­σα στο Τμήμα Τάξης και ο Αστυ­νό­μος Μα­ρι­νά­κης μου έδωσε με υπη­ρε­σια­κό ζήλο το ΦΑΠ.

– Σε δύο ώρες από τώρα να είστε στα Κο­λύ­μπια, μου λέει.

Γύ­ρι­σα σπίτι ακόμα πιο τα­ραγ­μέ­νος.

Έπρε­πε να βάλω βεν­ζί­νη στο αυ­το­κί­νη­το, να πάρω το Ατο­μι­κό μου Βι­βλιά­ριο, το Απο­λυ­τή­ριο, την Ταυ­τό­τη­τα και τα ξυ­ρι­στι­κά.

Έψαξα και τα βρήκα και σε μία ώρα ήμουν έτοι­μος για ανα­χώ­ρη­ση.

Αφού έδωσα με­ρι­κές οδη­γί­ες στη γυ­ναί­κα μου, την απο­χαι­ρέ­τη­σα και ξε­κί­νη­σα.

Στο δρόμο υπήρ­χε μια αραιή αλλά στα­θε­ρή κί­νη­ση αυ­το­κι­νή­των.

Οδη­γού­σα προ­σε­κτι­κά, αλλά οι σκέ­ψεις οι σκέ­ψεις και τα συ­ναι­σθή­μα­τα ήταν μπερ­δε­μέ­να.

Η σκέψη μου ήταν στ’ αγα­πη­μέ­να μου πρό­σω­πα και κυ­ρί­ως στα δυό μου κο­ρί­τσια ηλι­κί­ας 11 και 8 ετών.

Με­ρι­κές άσχη­μες σκέ­ψεις που περ­νού­σαν από το μυαλό μου, προ­σπα­θού­σα να τις διώξω αμέ­σως.

Έτσι σε μισή ώρα πε­ρί­που έφθα­σα στον προ­ο­ρι­σμό μου.

Στην προ­σπά­θειά μου να παρ­κά­ρω, κόλ­λη­σα στη λάσπη που υπήρ­χε στην άκρη του χω­μα­τό­δρο­μου, εξ αι­τί­ας της πρό­σφα­της βρο­χής.

– Ατυ­χία, είπα μέσα μου και μια απαι­σιο­δο­ξία, προ­ϊ­όν προ­κα­τά­λη­ψης με κα­τέ­βα­λε.

Πέ­ρα­σα την πύλη του Στρα­το­πέ­δου, μετά τον έλεγ­χο του φρου­ρού και σε λίγο βρέ­θη­κα ανά­με­σα σ’ ένα «με­λίσ­σι» επι­στρα­τευ­μέ­νων, που η πλειο­ψη­φία τους προ­ερ­χό­ταν από το δι­πλα­νό χωριό “Αρ­χάγ­γε­λος” και που η χα­ρα­κτη­ρι­στι­κή προ­φο­ρά τους έφτα­σε σα βου­η­τό μέ­λισ­σας στ’ αυτιά μου. Συ­ζη­τού­σαν χα­μη­λό­φω­να ή κα­λα­μπού­ρι­ζαν υψη­λό­φω­να.

Ανά­με­σα τους ανα­γνώ­ρι­σα αρ­κε­τές γνω­στές φυ­σιο­γνω­μί­ες οι­κο­δό­μων.

Ήταν αυτοί που σε λίγη ώρα με βο­ή­θη­σαν να ξε­κολ­λή­σω το αυ­το­κί­νη­το μου, από τις λά­σπες.

Πα­ρου­σιά­στη­κα στον Διοι­κη­τή του Τάγ­μα­τος, ένα κα­λο­κά­γα­θο Αντι­συ­νταγ­μα­τάρ­χη του Πε­ζι­κού, ο οποί­ος με κα­λω­σό­ρι­σε και μου ανα­κοί­νω­σε τη θέση μου:

Αν­θυ­πο­λο­χα­γός Κού­τρης Στυ­λια­νός, δι­μοι­ρί­της του Λόχου Διοι­κή­σε­ως, της Δι­μοι­ρί­ας Αντιαρ­μα­τι­κών και ΠΑΟ.

– Προς το παρόν, μου λέει, βο­ή­θη­σε τον δό­κι­μο στην επί­δο­ση των σάκων με το ρου­χι­σμό και τα άλλα είδη, στους εφέ­δρους.

Πράγ­μα­τι στο δι­πλα­νό γρα­φείο, ένας- ένας οι έφε­δροι περ­νού­σαν μπρο­στά από τον Δό­κι­μο, έλε­γαν το όνομα τους υπέ­γρα­φαν κα έπαιρ­ναν ένα σάκο, που ο κα­θέ­νας είχε ξε­χω­ρι­στό νού­με­ρο.

Μετά από λίγες ώρες, ήρθε ο συ­νά­δελ­φος Πο­λι­τι­κός Μη­χα­νι­κός Στέ­λιος Μα­κέ­στας και λίγο αρ­γό­τε­ρα οι επί­σης συ­νά­δελ­φοι Αγα­πη­τός Στε­φά­νου και Μι­χά­λης Ρο­δί­της, έφε­δροι Αν­θυ­πο­λο­χα­γοί όλοι του Μη­χα­νι­κού που το­πο­θε­τή­θη­καν δι­μοι­ρί­τες στους υπό­λοι­πους Λό­χους του Τάγ­μα­τος.

Αφού πήραν τους σά­κους τους, έφυ­γαν για τις θέ­σεις μάχης.

Όταν ξη­μέ­ρω­σε, αφού συ­γκρο­τή­θη­καν οι έφε­δροι σε ομά­δες, δι­μοι­ρί­ες και λό­χους, ο Λόχος Διοι­κή­σε­ως πή­γα­με σε ένα μέρος από­με­ρο, δίπλα σ’ ένα πα­ρα­πό­τα­μο του πο­τα­μού Γα­δου­ρά, όπου και στρα­το­πε­δεύ­σα­με σε σκη­νές.

Στέ­λιος Κού­τρης

Πο­λι­τι­κός Μη­χα­νι­κός

Έφε­δρος Αν­θυ­πο­λο­χα­γός Μη­χα­νι­κού

Υστε­ρό­γρα­φο:

Από τη στιγ­μή που εγκα­τα­στα­θή­κα­με, πε­ρά­σα­με ατέ­λειω­τες ώρες ανα­μο­νής και αγω­νί­ας με το αυτί στο τραν­ζί­στορ (τότε δεν υπήρ­χαν ακόμα κι­νη­τά τη­λέ­φω­να), πα­ρα­κο­λου­θώ­ντας τις εξε­λί­ξεις στο δι­πλω­μα­τι­κό επί­πε­δο.

Η επι­στρά­τευ­ση έληξε μετά από πέντε μέρες, την 1η Απρι­λί­ου, οπότε επι­στρέ­ψα­με αι­σί­ως στα σπί­τια μας και στις ερ­γα­σί­ες μας.

Πα­ρα­λει­πό­με­να:

1. Κατά την άφιξή μου στο Στρα­τό­πε­δο οι έφε­δροι οπλί­τες, κυ­ρί­ως Αρ­χαγ­γε­λί­τες, ήταν απο­φα­σι­σμέ­νοι και απαι­τού­σαν στις με­τα­ξύ τους συ­ζη­τή­σεις:

– Να το βου­λή­σου­με πιο, να ησυ­χά­σου­με (εν­νο­ού­σαν το Σι­σμίκ)

2. Την ημέρα που στρα­το­πε­δεύ­σα­με, την ώρα που στή­να­με σκη­νές, πρό­σε­ξα ένα φα­ντά­ρο που έστη­νε τη σκηνή τού Διοι­κη­τή. Η φυ­σιο­γνω­μία του γνω­στή και αμέ­σως ανα­γνώ­ρι­σα το Σάββα Χα­τζη­νι­κο­λά­ου, το γιο της φι­λο­λό­γου κα­θη­γή­τριάς μου στο Βε­νε­τό­κλειο Κα­τί­νας Αλι­πρά­ντη, που είχα να δώ από παι­δά­κι του Δη­μο­τι­κού, όταν εγώ φοι­τού­σα στο Γυ­μνά­σιο και τον έφερ­νε η μη­τέ­ρα του στο σχο­λείο και στις εκ­δρο­μές. Υπη­ρε­τού­σε τη θη­τεία του σαν οδη­γός του Διοι­κη­τή.

3. Ανά­με­σα στις ομά­δες Αντιαρ­μα­τι­κών και ΠΑΟ, που είχα στη ευ­θύ­νη μου, η μία είχε εγκα­τα­στα­θεί στην πα­ρα­λία στο Χα­ρά­κι και απο­τε­λεί­το από Αρ­χαγ­γε­λί­τες.

Σε μια από τις κα­θη­με­ρι­νές μου επι­σκέ­ψεις, έγινα δέ­κτης πα­ρα­πό­νων, ότι κά­ποιος από αυ­τούς δεν φύ­λα­γε σκο­πιά, με την πρό­φα­ση ότι η όλη επι­χεί­ρη­ση –επι­στρά­τευ­ση ήταν μια κα­λο­στη­μέ­νη φάρσα από τη κυ­βέρ­νη­ση του ΠΑΣΟΚ. Εκεί­νος Νε­ο­δη­μο­κρά­της δια­φω­νού­σε με όλα αυτά, ότι δεν υπήρ­χε πραγ­μα­τι­κός κίν­δυ­νος εμπλο­κής και έτσι θε­ω­ρού­σε σκό­πι­μο να μη φυ­λά­ει.

Ύστε­ρα από πα­ρέμ­βα­σή μου, ο εν λόγω έφε­δρος πεί­στη­κε ότι ανε­ξάρ­τη­τα από τι πι­στεύ­ου­με πο­λι­τι­κά, εί­μα­στε υπο­χρε­ω­μέ­νοι να πει­θαρ­χού­με και να επι­τε­λού­με το κα­θή­κον μας.

Σχολιασμός Άρθρου

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται.

Προσθέστε ένα σχόλιο

Το E-mail δεν θα δημοσιευτεί.
Πρέπει να συμπληρωθούν όλα τα πεδία για την υποβολή του σχολίου.