ΕΙΔΗΣΕΙΣ

Ανατροπή στην εισαγγελική έρευνα της Συνεταιριστικής Τράπεζας Δωδεκανήσου

Δαμιανός Αθανασίου 9 λεπτά ανάγνωση
Συνεταιριστική Τράπεζα Δωδεκανήσου 2

Ανα­τροπή στην ποινική αξιο­λό­γηση μηνυ­τή­ριας ανα­φο­ράς που αφορά στην οικο­νο­μική δια­χεί­ριση της Συνε­ται­ρι­στι­κής Τρά­πε­ζας Δωδε­κα­νή­σου, σημειώ­θηκε την 29η Δεκεμ­βρίου 2014 με διάταξη που εξέδωσε η Αντει­σαγ­γε­λέας Εφετών Δωδε­κα­νή­σου κ. Γεωργία Δούρου.

Ενώπιον του Εισαγ­γε­λέα Εφετών Δωδε­κα­νή­σου για την ακύρωση της διά­τα­ξης πρώην Εισαγ­γε­λέα Πλημ­με­λειο­δι­κών Ρόδου για την αρχειο­θέ­τηση κατ’ άρθρο 47 μηνυ­τή­ριας ανα­φο­ράς είχε προ­σφύ­γει ιδρυ­τικό στέ­λε­χος της τρά­πε­ζας.

Η Αντει­σαγ­γε­λέας Εφετών Δωδε­κα­νή­σου έκανε εν μέρει δεκτή την προ­σφυγή και με 17σέλιδη διάταξή της παρήγ­γειλε στην Εισαγ­γε­λέα Πλημ­με­λειο­δι­κών Ρόδου την άσκηση ποι­νι­κής δίωξης για την πράξη της απι­στίας από κοινού και κατ’ εξα­κο­λού­θηση με περιου­σιακή ζημία υπερ­βαί­νουσα το ποσό των 30.000 ευρώ, που φέρεται ότι τελέ­στηκε στη Ρόδο κατά το χρονικό διά­στημα από 1 Ιανουα­ρίου 2010 έως 8 Δεκεμ­βρίου 2013 κατά 9 μελών του Διοι­κη­τι­κού Συμ­βου­λίου της τρά­πε­ζας, κατά δύο γενικών διευ­θυ­ντών και κατά ενός ειδικού οικο­νο­μι­κού συμ­βού­λου.

Ο πρώην Εισαγ­γε­λέας Πλημ­με­λειο­δι­κών Ρόδου στη διάταξη αρχειο­θέ­τη­σης της μηνυ­τή­ριας ανα­φο­ράς ανέφερε συνο­πτικά ότι η διοί­κηση της Συνε­ται­ρι­στι­κής Τρά­πε­ζας Δωδε­κα­νή­σου ακο­λού­θησε τις οδηγίες και τις εγκυ­κλί­ους της Τρά­πε­ζας της Ελλάδος για τη δια­χεί­ριση των μερίδων των μετόχων, ενώ επι­ση­μαί­νει ότι δεν είχαν ρευ­στο­ποι­η­θεί μερίδες οποιου­δή­ποτε.

Ο μηνυτής από την άλλη επέ­μεινε στους ισχυ­ρι­σμούς του και ζήτησε με την προ­σφυγή του να ασκη­θούν ποι­νι­κές διώξεις σε μέλη της διοί­κη­σης.

Όπως υπο­στη­ρί­ζει, είχε λάβει δάνειο ύψους 111.000 ευρώ, προ­κει­μέ­νου να καλυ­φθούν επι­χει­ρη­μα­τι­κές δρα­στη­ριό­τη­τες της εται­ρείας του, ενώ ως εγγυ­η­τές είχαν συμ­βλη­θεί ο ίδιος και η σύζυγός του.

Περί το τέλος του 2010 η εται­ρεία του ανέ­στειλε τις επαγ­γελ­μα­τι­κές της δρα­στη­ριό­τη­τες, ωστόσο, όμως, εξυ­πη­ρε­τούσε το ανα­λη­φθέν δάνειο, συνέ­χισε δε να εκπλη­ρώ­νει τις υπο­χρε­ώ­σεις της μέχρι και το πρώτο τρίμηνο του 2011, με υπό­λοιπο οφει­λό­μενο την 18.05.2012 ποσό 103.363,32 ευρώ.

Ζήτησε τότε, όπως ισχυ­ρί­ζε­ται, να κινη­θούν οι δια­δι­κα­σίες ρευ­στο­ποί­η­σης των μερίδων του, μέσα στο πρώτο δεκα­ή­μερο του μηνός Ιανουα­ρίου 2012, με απο­κλει­στικό σκοπό να εξο­φλη­θεί πλήρως, συμ­ψη­φι­στικά με την τρέ­χουσα αξία των μερίδων του, το δάνειο της εται­ρείας του.

Αυτό δεν του επε­τράπη όμως από την τράπεζα με απο­τέ­λε­σμα να υποστεί ζημία.

Μεταξύ άλλων ισχυ­ρί­ζε­ται ότι δεν είχε δοθεί η σωστή εικόνα για την οικο­νο­μική κατά­σταση της τρά­πε­ζας στους συνε­ταί­ρους.

Είχε υπο­βά­λει εξάλλου και υπό­μνημα ενώπιον του Εισαγ­γε­λέα Πλημ­με­λειο­δι­κών Ρόδου στο οποίο δια­τεί­νε­ται ότι η Τράπεζα της Ελλάδος, δια της Διεύ­θυν­σης Επο­πτείας Πιστω­τι­κού Συστή­μα­τος, είχε συντά­ξει πόρισμα τον Αύγου­στο του 2012 με το οποίο επιρ­ρί­πτο­νται σαφείς ευθύνες για ορι­σμέ­νες πράξεις δια­χεί­ρι­σης.

Με επί­κληση των δια­λαμ­βα­νο­μέ­νων στο συγκε­κρι­μένο έγγραφο τόνισε ότι παρά τον περιο­ρι­σμό των πηγών χρη­μα­το­δό­τη­σης, η τράπεζα προ­χώ­ρησε το 2010 σε πιστω­τική επέ­κταση κατά 4,8%.

Επι­ση­μαί­νει παρα­πέρα ότι ο Δείκτης Χορη­γή­σεων προς κατα­θέ­σεις επι­δει­νώ­θηκε δια­μορ­φού­με­νος σε 104,8% στις 31-12-2011, έναντι 84,5 % στις 31-12-2009.

Επι­πλέον δια­τεί­νε­ται ότι στην υπο­βλη­θείσα κατά­σταση της ΠΔΤΕ 2442\99 (στοι­χεία 31-3-2012) δια­πι­στώ­θη­καν παρα­λεί­ψεις και λαν­θα­σμέ­νες κατα­χω­ρή­σεις, οι οποίες αφο­ρού­σαν κατά κύριο λόγο σε πιστο­δο­τή­σεις προς επι­χει­ρή­σεις με ΑΚΘ και δάνεια σε ρύθμιση.

Υπο­στή­ριξε παρα­πέρα ότι εγκρί­θη­καν δάνεια σε πιστού­χους, των οποίων το ετήσιο εισό­δημα υπο­λεί­πε­ται του ελά­χι­στου ποσού δια­βί­ω­σης που ορί­ζε­ται από την Τράπεζα και ότι δια­πι­στώ­θη­καν δάνεια i) σε υπερ­δα­νει­σμέ­νους πιστού­χους και ii) καθ’ υπέρ­βαση του ανώτερα απο­δε­κτού επι­πέ­δου του δείκτη ΡΤΙ κατά παρέκ­κλιση του εγγρά­φου της ΤτΕ.

Δια­τεί­νε­ται επι­πλέον ότι χορη­γή­θη­καν επι­χει­ρη­μα­τικά δάνεια ως στε­γα­στικά και ότι υπήρξαν πιστού­χοι οι οποίοι χαρα­κτη­ρί­ζο­νται από δυσχερή οικο­νο­μική κατά­σταση, δυσμενή στοι­χεία και ανα­χρη­μα­το­δό­τηση ληξι­πρό­θε­σμων οφειλών.

Ο μηνυτής έκανε ειδική μνεία και στα όσα επι­κα­λεί­ται σε κατά­θεση που έδωσε ο πρώην Διοι­κη­τής της Τρά­πε­ζας της Ελλάδος κ. Προ­βό­που­λος αλλά και στα δια­λαμ­βα­νό­μενα σε Ειση­γη­τικό Σημεί­ωμα της Διεύ­θυν­σης Επο­πτείας Πιστω­τι­κού Συστή­μα­τος της ΤτΕ προς την Επι­τροπή Πιστω­τι­κών και Ασφα­λι­στι­κών Θεμάτων (ΕΠΑΘ).

Η Αντει­σαγ­γε­λέας Εφετών Δωδε­κα­νή­σου ανα­φέ­ρε­ται εισα­γω­γικά στις αιτιά­σεις του εγκα­λού­ντος και στα αιτή­ματα του για ρευ­στο­ποί­ηση των συνε­ται­ρι­στι­κών του μερίδων που απορ­ρί­φθη­καν από την τράπεζα.

Επι­ση­μαί­νει ότι λόγω της επι­δεί­νω­σης της οικο­νο­μι­κής κατά­στα­σης της Τρά­πε­ζας και κατά το έτος 2012, το Διοι­κη­τικό Συμ­βού­λιο, απο­φά­σισε την παρά­ταση της ανα­στο­λής εξα­γο­ράς μερίδων μέχρι την 30-6-2013.

Η Εισαγ­γε­λική λει­τουρ­γός έκρινε ότι ούτε το μέτρο αυτό κατόρ­θωσε να ισορ­ρο­πή­σει τις μέχρι τότε κεφα­λαια­κές απώ­λειες της τρά­πε­ζας, η οποία από το έτος 2011 μέχρι το τέλος του έτους 2013 παρέ­μεινε υπο­κε­φα­λαιο­ποι­η­μένη.

Θεωρεί παρα­πέρα ότι παρά τις συστά­σεις της Τρά­πε­ζας της Ελλάδος, δεν βελ­τί­ωσε τα χρη­μα­το­οι­κο­νο­μικά της μεγέθη, οι δε προ­σπά­θειες αύξησης των κεφα­λαίων της υπήρξαν απο­τυ­χη­μέ­νες, με απο­τέ­λε­σμα, δυνάμει της υπ’ αριθμ. 97/3/8-12-2013 Από­φα­σης της Επι­τρο­πής Πιστω­τι­κών και Ασφα­λι­στι­κών Θεμάτων της Τρά­πε­ζας της Ελλάδος, να ανα­κλη­θεί η άδεια λει­τουρ­γίας της και να τεθεί υπό ειδικό καθε­στώς εκκα­θά­ρι­σης, γεγονός που συνα­κό­λουθα επέφερε ζημία στην περιου­σία των συνε­ταί­ρων, μεταξύ των οποίων ήταν και ο μηνυτής.

Εκρινε ότι δεν στοι­χειο­θε­τεί­ται το αδίκημα της απάτης, καθόσον η μη ρευ­στο­ποί­ηση των μερίδων του εγκα­λού­ντος, δεν συν­δέ­ε­ται αιτιω­δώς με παρα­πλα­νη­τική συμπε­ρι­φορά των εγκα­λου­μέ­νων, ούτε και το αδίκημα της υπε­ξαι­ρέ­σεως.

Με την ίδια διάταξη η Εισαγ­γε­λέας θεωρεί ότι η επι­δεί­νωση της οικο­νο­μι­κής κατά­στα­σης της τρά­πε­ζας, που οδήγησε στην παύση της λει­τουρ­γίας της και στην θέση της υπό εκκα­θά­ριση, ξεκί­νησε από τα τέλη του έτους 2009.

Ειδι­κό­τερα, όπως εκθέτει στην διάταξη που εξέδωσε, την περίοδο 31-12-2009 έως 31-12-2012 τα συνο­λικά απα­σχο­λού­μενα κεφά­λαια μειώ­θη­καν κατά 16%, και οι κατα­θέ­σεις κατά 18%. Παράλ­ληλα, διο­γκώ­θη­καν τα καθυ­στε­ρού­μενα δάνεια και η κερ­δο­φο­ρία της Τρά­πε­ζας, από το 2009, άρχισε να μειώ­νε­ται με τα προ­βλή­ματα να γίνο­νται εντο­νό­τερα το 2010 και το 2011 μέχρι το 2012, οπότε κατέ­γραψε ζημίες.

Απο­τέ­λε­σμα δε τούτων ήταν η μείωση των Ιδίων Κεφα­λαίων και η δια­μόρ­φωση του Δείκτη Κεφα­λαια­κής Επάρ­κειας καθώς και του Δείκτη Κύριων Στοι­χείων Βασικών Ιδίων Κεφα­λαίων (Core Tier 1 Capital) σε επίπεδο κατώ­τερο του ελα­χί­στου επι­τρε­πο­μέ­νου από το σχετικό θεσμικό πλαίσιο.

Θεωρεί παρα­πέρα ότι τα μέλη του διοι­κη­τι­κού συμ­βου­λίου της τρά­πε­ζας, δεν προ­έ­βη­σαν εγκαί­ρως στις ενέρ­γειες εκείνες, που ήταν ανα­γκαίες για την διόρ­θωση των οικο­νο­μι­κών μεγεθών, την συγκρά­τηση των κεφα­λαίων και την διάσωση της Τρά­πε­ζας.

Ανα­φέ­ρει μεταξύ άλλων ότι απο­φά­σι­σαν την ανα­στολή από­δο­σης της αξίας των συνε­ται­ρι­στι­κών μερίδων, μόλις την 9-11-2011 και τούτο μετά από υπό­δειξη της ΤτΕ, καίτοι το αρθ. 64 του Κατα­στα­τι­κού της Τρά­πε­ζας, όπως είχε τρο­πο­ποι­η­θεί από 1-12-2010, προ­έ­βλεπε ρητώς ότι: «Η απόδοση της αξίας των υπο­χρε­ω­τι­κών ή προ­αι­ρε­τι­κών μερίδων του συνε­ταί­ρου θα τελεί υπό την προ­ϋ­πό­θεση ότι δεν θίγο­νται οι υπο­χρε­ώ­σεις του συνε­ται­ρι­σμού, που συναρ­τώ­νται με το ύψος των Ιδίων του Κεφα­λαίων…».

Χωρίς να υφί­στα­ται η ανωτέρω προ­ϋ­πό­θεση, όπως υπο­στη­ρί­ζε­ται στη διάταξη, με απο­φά­σεις του διοι­κη­τι­κού συμ­βου­λίου έγινε δεκτός μεγάλος αριθμός αιτή­σεων εξαρ­γύ­ρω­σης μερίδων από 1-1-2011 έως 8-11-2011 και προ­έ­βη­σαν στη ρευ­στο­ποί­ηση συνε­ται­ρι­στι­κών μερίδων σε διά­φο­ρους μερι­δού­χους και μετά την 9-11-2011 με απο­τέ­λε­σμα να χαθούν τα αντί­στοιχα κεφά­λαια και να απο­δυ­να­μω­θεί έτι περαι­τέρω ο δείκτης κεφα­λαια­κής επάρ­κειας, ο οποίος, όπως προ­α­νε­φέρ­θηκε βρι­σκό­ταν ήδη κάτω του ελα­χί­στου προ­βλε­πο­μέ­νου τότε ορίου του 10%.

Προσέτι δε, από έγγραφα, φέρεται να προ­έ­κυψε ότι έτερος σημα­ντι­κός παρά­γο­ντας, που συνε­τέ­λεσε στην υπο­κε­φα­λαιο­ποί­ηση της Τρά­πε­ζας, υπήρξαν, όχι τα δάνεια που έλαβαν οι εγκα­λού­με­νοι (σε αντί­θεση με τα όσα υπο­στη­ρί­ζει ο εγκαλών, τα εν λόγω δάνεια ελή­φθη­σαν νομίμως, με τα συνήθη επι­τό­κια, είχαν επαρκή κάλυψη και εξυ­πη­ρε­τού­νταν προ­ση­κό­ντως), αλλά η πολύ κακή ποιό­τητα του δανεια­κού χαρ­το­φυ­λα­κίου γενικά και η αύξηση των καθυ­στε­ρού­με­νων και μη εξυ­πη­ρε­τού­με­νων δανείων, η οποία πιθα­νο­λο­γεί­ται ότι δεν ήταν από­το­κος απο­κλει­στικά της οικο­νο­μι­κής κρίσης, αλλά και της έλλει­ψης ορθής πιστο­δο­τι­κής πολι­τι­κής.

Στη διάταξη γίνεται μνεία στα δια­λαμ­βα­νό­μενα σε έκθεση ελέγχου της ΤτΕ με την οποία, δια­πι­στώ­θη­καν, μεταξύ άλλων, τα εξής:

α) σημα­ντι­κές παρεκ­κλί­σεις από τα προ­βλε­πό­μενα στον Κανο­νι­σμό Χρη­μα­το­δο­τή­σεων, καθόσον στις σχε­τι­κές ειση­γή­σεις δεν τεκ­μη­ριω­νό­ταν ο σκοπός του δανείου και δεν απο­σα­φη­νί­ζο­νταν οι πιστω­τι­κές και λει­τουρ­γι­κές ανάγκες, που επρό­κειτο να καλυ­φθούν μέσω των αιτού­με­νων χορη­γή­σεων, δεν ανα­λύ­ο­νταν τα βασικά οικο­νο­μικά μεγέθη του αιτού­ντος και η δυνα­τό­τητα εξυ­πη­ρέ­τη­σης των υπο­χρε­ώ­σεών του,

β) σε σημα­ντικό αριθμό πιστού­χων του επι­χει­ρη­μα­τι­κού χαρ­το­φυ­λα­κίου, ακόμη και υψηλού κιν­δύ­νου, δεν ζητή­θη­καν πρό­σφατα οικο­νο­μικά στοι­χεία ή δεν διε­νερ­γή­θηκε ανάλυση βάσει πρό­σφα­των οικο­νο­μι­κών κατα­στά­σεων,

γ) σημα­ντι­κού ύψους ανοίγ­ματα παρέ­με­ναν ακά­λυ­πτα,

δ) εγκρί­θη­καν και ανα­νε­ώ­θη­καν χρη­μα­το­δο­τή­σεις, παρά την αρνη­τική γνω­μο­δό­τηση της Μ.Δ.Κ. ή την επι­σή­μανσή της για την παρέκ­κλιση του πιστω­τι­κού κιν­δύ­νου εκτός των ανω­τά­των επι­τρε­πτών ορίων, σύμφωνα με την πιστο­λη­πτική δια­βάθ­μιση των εται­ρειών,

ε) εγκρί­θη­καν χορη­γή­σεις για απο­πλη­ρωμή ληξι­προ­θέ­σμων οφειλών, κατά παρά­βαση της Ε.Δ. 21/08.12.2008,

στ) εγκρί­θη­καν δάνεια σε πιστού­χους των οποίων το ετήσιο εισό­δημα υπο­λεί­πε­ται του ελα­χί­στου ποσού δια­βί­ω­σης, που ορι­ζό­ταν από την Τράπεζα,

ζ) εγκρί­θη­καν δάνεια είτε σε υπερ­δα­νει­σμέ­νους πιστού­χους είτε καθ’ υπέρ­βαση του ανώ­τε­ρου απο­δε­κτού επι­πέ­δου του δείκτη ΡΤΙ, κατά παρέκ­κλιση του υπ’ αριθμ. 1635/21-10-2005 εγγρά­φου της ΤτΕ,

η) εγκρί­θη­καν στε­γα­στικά δάνεια, που εμφα­νί­ζουν δείκτη δανειο­δό­τη­σης σε σχέση με την αγοραία αξία του ακι­νή­του άνω του 75% και

θ) εγκρί­θη­καν στε­γα­στικά δάνεια έναντι δύο πιστού­χων, τα οποία αφο­ρού­σαν στην πραγ­μα­τι­κό­τητα επι­χει­ρη­μα­τικά δάνεια, καθώς δεν κάλυ­πταν στε­γα­στι­κές ανάγκες.

Στη διάταξη ανα­φέ­ρε­ται επι­πλέον ότι οι σχη­μα­τι­σθεί­σες από τα όργανα της Τρά­πε­ζας προ­βλέ­ψεις για μελ­λο­ντι­κές υπο­χρε­ώ­σεις της (λόγω ενδε­χό­με­νης απώ­λειας επι­σφα­λών απαι­τή­σεων ή μελ­λο­ντι­κών φορο­λο­γι­κών υπο­χρε­ώ­σεων), υπο­λεί­πο­νταν των προ­βλέ­ψεων, που έπρεπε να κάνουν βάσει των λογι­στι­κών κανόνων και της ΠΔ/ΤΕ 2442/1999, ήτοι γεγονός που επη­ρέ­αζε τον υπο­λο­γι­σμό του δείκτη κεφα­λαια­κής επάρ­κειας.

Η τράπεζα, όπως έγραψε η «δημο­κρα­τική», απορ­ρί­πτει τις ως άνω αιτιά­σεις της ΤτΕ και έχει κατ’ επα­νά­ληψη τονίσει ότι ήταν άδικη και προει­λημ­μένη η απόφαση της Ελλη­νι­κής Πολι­τείας για την ανα­στολή της λει­τουρ­γίας της.

Η αφαί­ρεση της άδειας λει­τουρ­γίας έγινε, όπως υπο­στη­ρί­ζει η τράπεζα, διότι κατά την Τράπεζα της Ελλάδος (ΤτΕ), το πιστω­τικό μας ιδρυμα δεν κάλυπτε τον απαι­τού­μενο δείκτη κεφα­λαια­κής επάρ­κειας.

Η εκτί­μηση αυτή της ΤτΕ οφεί­λε­ται, όπως ισχυ­ρί­ζο­νται, στο ό,τι τον Δεκέμ­βριο του 2013 απο­φά­σισε αιφ­νι­δίως να μην ανα­γνω­ρί­σει ρυθ­μί­σεις που είχαν διε­νερ­γη­θεί από τον Ιούνιο έως τον Σεπτέμ­βριο του 2013 ανα­φο­ρικά με καθυ­στε­ρού­μενα δάνεια οφει­λε­τών της Τρά­πε­ζας Δωδε­κα­νή­σου.

Σημεί­ωσε δε ότι κατά τη διε­νέρ­γεια των εν λόγω ρυθ­μί­σεων, η Τράπεζα Δωδε­κα­νή­σου έλαβε υπόψη της τη δυσμενή οικο­νο­μική συγκυ­ρία, τις δυνα­τό­τη­τες του εκά­στοτε οφει­λέτη να αντε­πε­ξέλ­θει στο δάνειό του αλλά και τη βελ­τί­ωση στον τομέα του του­ρι­σμού που ανα­με­νό­ταν για το 2014. Απο­τέ­λε­σμα της από­φα­σης αυτής της ΤτΕ που ελήφθη αφού είχε τελειώ­σει η αύξηση κεφα­λαίου της Τρά­πε­ζας Δωδε­κα­νή­σου, ήταν να δημιουρ­γη­θεί πρό­σθετη απαί­τηση πέντε εκα­τομ­μυ­ρίων ευρώ για την απο­κα­τά­σταση του δείκτη κεφα­λαια­κής επάρ­κειας. Το κεφά­λαιο αυτό δεσμευ­θή­καμε να συγκε­ντρώ­σουμε εντός λίγων ημερών, ωστόσο η ΤτΕ αρνή­θηκε να περι­μέ­νει έστω και μία εργά­σιμη ημέρα.

Επε­σή­μανε ότι σε εκτέ­λεση σχε­τι­κού Κανο­νι­σμού της Ευρω­παϊ­κής Ένωσης, από 01.01.2014 έχει μειωθεί ο απαι­τού­με­νος δείκτης κεφα­λαια­κής επάρ­κειας από 9% σε 8%, απαι­τώ­ντας δηλαδή λιγό­τερα ίδια κεφά­λαια για την λει­τουρ­γία των Τρα­πε­ζών ενώ η ΤτΕ και το Υπουρ­γείο Οικο­νο­μι­κών δέχθη­καν όλα τα σχέδια ανά­καμ­ψης των Εμπο­ρι­κών Τρα­πε­ζών για βελ­τί­ωση των δεικτών τους το 2014, παρά το ότι στο τέλος του 2013, όπως απο­δεί­χθηκε, δεν διέ­θε­ταν τους απαι­τού­με­νους δείκτες Κεφα­λαια­κής Επάρ­κειας που θα επέ­τρε­παν τη σύννομη λει­τουρ­γία τους, γεγονός που όμως δεν έπραξαν στην Συνε­ται­ρι­στική Τράπεζα Δωδε­κα­νή­σου.

Την υπόθεση χει­ρί­ζε­ται για λογα­ρια­σμό του μηνυτή ο δικη­γό­ρος κ. Σέργιος Ανα­στα­σιά­δης.

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.