- Ο Μάνος Μπαλασκας ξεκίνησε στα 17 του στο καφενείο του Διαφανίου και εξελίχθηκε σε επαγγελματία bartender, με συνεχή μάθηση και εμπειρία.
- Κέρδισε το Πανελλήνιο Πρωτάθλημα Cocktail της Ένωσης Bartenders Ελλάδος και εκπροσώπησε την Ελλάδα στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα Κοκτέιλ 2026, στο Μακάο.
- Τονίζει ότι το bartending είναι πλέον απαιτητικό επάγγελμα, που χρειάζεται γνώσεις, ευθύνη και διαρκή εξέλιξη, αλλά η φιλοξενία και η προσωπική επαφή είναι στοιχεία που ξεχωρίζουν.
- Για τη Ρόδο επισημαίνει ότι υπάρχει μεγάλο κοινό, αλλά λείπουν οι επιλογές, ενώ προτιμά να αποκαλεί όσους εξυπηρετεί «καλεσμένους» αντί για «πελάτες».
- «Στην Ελλάδα δεν υστερούμε σε γνώσεις, υπερέχουμε στη φιλοξενία»
- «Μπορείς να μάθεις ποτά και τεχνικές, το hospitality όμως έχει πολύ έντονο το προσωπικό στοιχείο. Εκεί φαίνεται ο καθένας»
- «Εγώ προτιμώ τη λέξη “καλεσμένος” από τη λέξη “πελάτης”»
- «Στη Ρόδο υπάρχει μεγάλο κοινό όμως θεωρώ ότι λείπουν οι επιλογές»
Στα 17 του χρόνια, ο Μάνος Μπαλασκάς βοηθούσε στο καφενείο στο Διαφάνι της Καρπάθου. Έφτιαχνε καφέδες, εξυπηρετούσε τον κόσμο, μάζευε τραπέζια… Ήταν μια δουλειά που ξεκίνησε, όπως συμβαίνει με πολλά παιδιά στα νησιά, για το χαρτζιλίκι του. Σήμερα, στα 31 του, έφτασε να εκπροσωπήσει την Ελλάδα στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα Κοκτέιλ, στο Μακάο της Κίνας.
Την πρόκριση για το IBA World Cocktail Championship 2026, που πραγματοποιήθηκε από τις 19 έως τις 24 Οκτωβρίου, την εξασφάλισε με τη νίκη του στο Πανελλήνιο Πρωτάθλημα Cocktail της Ένωσης Bartenders Ελλάδος. Ήταν η δεύτερη συμμετοχή του στον ελληνικό διαγωνισμό και η πρώτη φορά που βρέθηκε σε παγκόσμιο πρωτάθλημα ως εκπρόσωπος της χώρας.
Ξετυλίγοντας την πορεία του από το καφενείο του χωριού του μέχρι τις διεθνείς διοργανώσεις, ο Μάνος Μπαλασκάς ανοίγει τα χαρτιά του για τις απαιτήσεις του σύγχρονου bartending, τις προκλήσεις της τοπικής αγοράς και τους επόμενους στόχους του

Ας ξεκινήσουμε από το Διαφάνι. Πώς βρέθηκες να ασχολείσαι με το επάγγελμα;
Ξεκίνησα βοηθώντας στο καφενείο του χωριού μου στα 17 μου. Έφτιαχνα καφέδες, πήγαινα παραγγελίες, μάζευα τραπέζια, έκανα ό,τι χρειαζόταν. Για το χαρτζιλίκι, όπως ξεκινάμε πολλοί. Είχα δουλέψει και στη Ρόδο πριν από αυτό, ως γενικός βοηθός, αλλά στο Διαφάνι άρχισα να δουλεύω πιο συστηματικά και όχι μόνο τα καλοκαίρια. Σιγά σιγά αποκτάς εμπειρία, διαβάζεις, μαθαίνεις πράγματα και δοκιμάζεις να τα εφαρμόσεις. Αν τα εφαρμόζεις σωστά και βλέπεις ότι λειτουργούν, μπορείς να προχωρήσεις.
Στην αρχή το έβλεπες σαν μια δουλειά του καλοκαιριού, μέχρι να ασχοληθείς με κάτι άλλο;
Όταν είσαι μικρός, συνήθως έτσι ξεκινάς. Λες ότι θα δουλέψεις το καλοκαίρι και μετά μπορεί να συνεχίσεις προσωρινά μέχρι να κάνεις αυτό που σπούδασες ή κάτι που θεωρείς πιο σοβαρό.
Στάθηκα σε αυτό που είπες, «πιο σοβαρό». Γιατί το χαρακτηρίζεις έτσι;
Γιατί έτσι το έβλεπαν συνήθως οι μεγαλύτεροι. Πλέον, όμως, είναι μια πολύ σοβαρή δουλειά. Από ένα σημείο και μετά απαιτεί πάρα πολλές γνώσεις και έχει ευθύνες. Πρέπει να εξελίσσεσαι συνέχεια, αλλά και να φαίνεται στην πράξη ότι εξελίσσεσαι. Δεν αρκεί να λες ότι ξέρεις κάτι.

Αυτές οι γνώσεις πώς αποκτώνται; Χρειάζεται κάποια συγκεκριμένη πιστοποίηση για να προχωρήσει κάποιος;
Υπάρχουν σπουδές και εξετάσεις, τόσο για το bartending όσο και για το management. Η πιστοποίηση δεν προκύπτει απλώς από τη συμμετοχή σου σε μια ένωση. Υπάρχει όμως και ο άνθρωπος που μαθαίνει τη δουλειά μέσα στα χρόνια, με εμπειρία, διάβασμα και συνεχή προσπάθεια. Το ουσιαστικό είναι να αποκτάς γνώσεις και να μπορείς να τις αξιοποιείς.
Σήμερα πού σε βρίσκει επαγγελματικά η καθημερινότητα;
Έχω δουλέψει σε διάφορα καταστήματα στη Ρόδο. Αυτή την περίοδο βρίσκομαι σε μια εταιρεία που εμπορεύεται προϊόντα για τον χώρο μας. Εξακολουθώ βέβαια να παρακολουθώ όσα γίνονται στο bartending και να ασχολούμαι με το διαγωνιστικό κομμάτι.

Πώς μπήκαν στη ζωή σου οι διαγωνισμοί; Τι είναι αυτό που σε ενδιαφέρει σε μια τέτοια διαδικασία;
Μου άρεσε πάντα το ανταγωνιστικό κομμάτι. Παρακολουθούσα ανθρώπους του χώρου που συμμετείχαν σε διαγωνισμούς, συναδέλφους τους οποίους γνώριζε ο κόσμος για τη δουλειά τους και για όσα καινούργια παρουσίαζαν. Υπάρχουν επαγγελματίες πραγματικά πολύ δυνατοί σε αυτό το επίπεδο. Ένας διαγωνισμός σε βοηθά να δείξεις τη δουλειά σου, αλλά κυρίως να δουλέψεις περισσότερο εσύ ο ίδιος. Μπαίνεις σε ένα περιβάλλον με συγκεκριμένες απαιτήσεις και προσπαθείς να ανταποκριθείς. Έτσι βελτιώνονται οι ικανότητές σου. Ακόμη κι όταν δεν πετύχεις το αποτέλεσμα που ήθελες, έχεις μάθει πράγματα.
Φέτος κατέκτησες την ελληνική πρόκριση και βρέθηκες στο Μακάο ως εκπρόσωπος της Ελλάδας. Πώς λειτουργεί αυτή η διαδικασία;
Κάθε εθνική ένωση που ανήκει στη Διεθνή Ένωση Bartenders, την IBA, διοργανώνει τον δικό της διαγωνισμό. Στην Ελλάδα αυτό γίνεται μέσα από την Hellenic Bartenders Association. Ο νικητής που εξασφαλίζει την πρόκριση εκπροσωπεί τη χώρα στο παγκόσμιο πρωτάθλημα. Για μένα ήταν η δεύτερη φορά στον ελληνικό διαγωνισμό και η πρώτη φορά στο παγκόσμιο.

Η ευθύνη να διαγωνίζεσαι εκπροσωπώντας μια ολόκληρη χώρα είναι διαφορετική από μια συνηθισμένη συμμετοχή;
Έχει τη βαρύτητά της, ειδικά όταν έρχεται και μια διάκριση. Αυτή τη φορά κάποια πράγματα δεν μου βγήκαν όπως τα είχα σχεδιάσει.
Η συμμετοχή όμως σε μια τόσο μεγάλη διοργάνωση είναι από μόνη της μια πολύ ωραία εμπειρία. Θα ήθελα να έχω και πάλι αυτή την ευκαιρία.
Τι ακριβώς κλήθηκες να φτιάξεις στο παγκόσμιο πρωτάθλημα; Πήγες με το ίδιο κοκτέιλ που είχες παρουσιάσει στην Ελλάδα;
Όχι, ήταν διαφορετικό κοκτέιλ και διαφορετική κατηγορία. Στον ελληνικό διαγωνισμό ήμουν στην after dinner, ενώ στο Μακάο διαγωνίστηκα στην before dinner. Οι συμμετέχοντες χωρίζονται σε κατηγορίες και καθεμία έχει τις δικές της προϋποθέσεις. Υπάρχουν επίσης κατηγορίες που περιλαμβάνουν καφέ ή τσάι, sparkling και άλλες. Πρέπει να δουλέψεις πάνω σε αυτό που σου ζητά η κατηγορία σου.
Στη δική σου περίπτωση, τι έπρεπε να έχει το κοκτέιλ;
Έπρεπε αρχικά να είναι γευστικό και αρωματικό, με βάση το Campari, να έχει οξύτητα, να είναι dry, δηλαδή με ξηρό χαρακτήρα, και ταυτόχρονα να παραμένει ισορροπημένο. Ήταν μια αρκετά απαιτητική κατηγορία. Το κοκτέιλ πήγε πολύ καλά στο κομμάτι της γεύσης και πήρε πολύ καλή βαθμολογία.

Παρότι δεν ήρθε η διάκριση που θα ήθελες, τι σου έμεινε από αυτή την προσπάθεια;
Δεν ήρθε αυτή τη φορά. Ελπίζω να έρθει την επόμενη. Σίγουρα θα μπορούσαν κάποια πράγματα να πάνε καλύτερα. Αλλά ένας τέτοιος διαγωνισμός είναι και μια γιορτή. Συναντάς ανθρώπους από πολλές χώρες, βλέπεις πώς δουλεύουν, ανταλλάσσεις εμπειρίες. Και μόνο αυτή η επαφή έχει αξία. Στον τελικό, για παράδειγμα, οι διαγωνιζόμενοι που έχουν προκριθεί καλούνται να δουλέψουν με ένα συγκεκριμένο απόσταγμα ή προϊόν που τους δίνεται εκεί. Βλέπεις πώς σκέφτεται ο καθένας και πώς δημιουργεί κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες.
Πώς ήταν η εμπειρία του ίδιου του Μακάο, πέρα από τον διαγωνισμό;
Ένας τελείως διαφορετικός κόσμος. Είδα πολύ όμορφα, χαρούμενα πρόσωπα και μια πολύ ωραία κοινότητα επαγγελματιών. Η χώρα ήταν και ένα πολιτισμικό σοκ. Το Μακάο είναι σαν να συνδυάζεις την Κίνα με το Λας Βέγκας. Υπάρχουν πολλά πράγματα που για εμάς φαίνονται ασυνήθιστα, κυρίως στον τρόπο λειτουργίας και στην τεχνολογία.
Από τη συνάντηση με τόσους επαγγελματίες, τι συμπέρασμα έβγαλες για το επίπεδο του ελληνικού bartending;
Πιστεύω ότι στην Ελλάδα έχουμε πολύ καλό επίπεδο. Μάλιστα, σε αρκετούς τομείς θεωρώ ότι είμαστε σε ανώτερο επίπεδο από το εξωτερικό, ειδικά στο hospitality, στη φιλοξενία. Το συζητάμε και με άλλους συναδέλφους. Φυσικά, σε έναν τέτοιο διαγωνισμό θα συναντήσεις εξαιρετικούς επαγγελματίες από πολλές χώρες και πολύ υψηλές απαιτήσεις. Δεν θεωρώ όμως ότι η Ελλάδα υστερεί σε γνώσεις ή σε επαγγελματισμό. Το αντίθετο.

Μιλάς διαρκώς για τη φιλοξενία. Πού βρίσκεται, λοιπόν, η ουσία της δουλειάς ενός bartender;
Οι διαγωνισμοί είναι ένα κομμάτι, περισσότερο προσωπικό και μεταξύ των επαγγελματιών. Η καθημερινή δουλειά είναι κάτι πολύ πιο σύνθετο. Βρίσκεσαι σε ένα μαγαζί, προσπαθείς να το βοηθήσεις να αναπτυχθεί, εξελίσσεσαι κι εσύ μαζί του και φροντίζεις ο κόσμος να περνά καλά. Να ευχαριστιέται αυτό που παραγγέλνει, να απολαμβάνει τον χρόνο του και να νιώθει ξεχωριστός. Αυτή είναι η δουλειά μας. Δεν εξαντλείται στον τρόπο που θα φτιάξεις ή θα σερβίρεις ένα συγκεκριμένο κοκτέιλ.
Δηλαδή χρειάζεται και γνώση της ψυχολογίας των ανθρώπων;
Δεν είναι κάθε μέρα ίδια και δεν είναι όλοι οι άνθρωποι ίδιοι. Πρέπει να δημιουργήσεις ωραίο κλίμα στον χώρο και να καταλάβεις πώς αισθάνεται αυτός που έρχεται. Σήμερα πολλοί bartenders έχουν γνώσεις, είτε έχουν τελειώσει κάποια σχολή είτε έχουν μάθει δουλεύοντας. Τα ποτά και οι τεχνικές είναι εκεί και μπορείς να τα μάθεις. Το hospitality όμως έχει πολύ έντονο το προσωπικό στοιχείο. Εκεί φαίνεται ο καθένας.
Από το καφενείο στο Διαφάνι μέχρι ένα καλό μπαρ, αλλάζει ο τρόπος που αντιμετωπίζεις τον άνθρωπο που έχεις απέναντί σου;
Βρίσκεις πολλά κοινά στοιχεία, αλλά έχει σημασία πού βρίσκεσαι και ποια είναι η περίσταση. Εγώ προτιμώ τη λέξη «καλεσμένος» από τη λέξη «πελάτης». Αλλιώς θα εξυπηρετήσεις έναν άνθρωπο που μόλις έχει έρθει από την παραλία, με την πετσέτα στην πλάτη, και κάθεται να φάει καλαμαράκια, και αλλιώς κάποιον που έρχεται σε ένα fine bar με την κοπέλα του για να δοκιμάσει μια ιδιαίτερη γεύση. Η ποιότητα με την οποία τον αντιμετωπίζεις πρέπει να είναι η ίδια. Προσαρμόζεις όμως τον τρόπο σου στο περιβάλλον και στην κατάσταση. Αυτό χρειάζεται να καταλαβαίνει ο επαγγελματίας.

Και στη Ρόδο; Υπάρχει το κοινό που ψάχνει μια τέτοια εμπειρία ή έχουμε ακόμη δρόμο;
Υπάρχει μεγάλο κοινό. Αυτό που θεωρώ ότι λείπει είναι οι επιλογές. Πέρα από τρία ή τέσσερα μαγαζιά, αν είναι και τόσα, δεν βρίσκεις πολλούς χώρους που να προσφέρουν την εμπειρία στο επίπεδο που συζητάμε. Και δεν μιλάω μόνο για ένα καλό κοκτέιλ. Μιλάω και για το σωστό σερβίρισμα ενός αποστάγματος, για τη γνώση, για όλα αυτά που συνθέτουν την εμπειρία.
Μου λες δηλαδή ότι υπάρχει ενδιαφέρον από τον κόσμο, αλλά δεν υπάρχουν αρκετά μέρη για να καλλιεργηθεί ακόμη περισσότερο;
Ακριβώς. Αν δεν υπάρχουν επιλογές, πώς θα αναπτυχθεί το κοινό και πώς θα μεγαλώσει; Όταν ο κόσμος έχει την ευκαιρία να δοκιμάσει και να γνωρίσει κάτι διαφορετικό, μπορεί να ενδιαφερθεί περισσότερο. Χρειάζεται να του δοθεί αυτή η δυνατότητα.
Όταν λες «ιδιαίτερη γεύση», τι πρέπει να φανταστεί κάποιος που απλώς θέλει να πιει ένα καλό ποτό; Κάτι πολύ ακριβό ή ασυνήθιστο;
Όχι απαραίτητα. Μπορεί να είναι ένα καλό απόσταγμα, στο οποίο έχει γίνει μια πολύ συγκεκριμένη τεχνική δουλειά. Ο καλεσμένος μπορεί να μη γνωρίζει τίποτα από αυτή τη διαδικασία. Μπορεί μια ομάδα bartenders να βρίσκεται δύο ημέρες σε ένα εργαστήριο για να πετύχει κάτι συγκεκριμένο και τελικά όλη αυτή η δουλειά να φτάσει στο ποτήρι ως μια μικρή ποσότητα από το ποτό. Υπάρχει τεχνική και σκέψη πίσω από το αποτέλεσμα. Δεν χρειάζεται να τα γνωρίζει όλα ο άνθρωπος που θα το πιει για να το απολαύσει.
Πόσο συχνά αλλάζουν οι τεχνικές και οι τάσεις στον χώρο σας;
Μπορεί και από μέρα σε μέρα. Χρειάζεται να παρακολουθείς συνεχώς τις εξελίξεις. Είναι όπως στην κουζίνα. Βγαίνουν νέες τεχνικές, νέες συνταγές, νέοι τρόποι να δουλεύεις ένα προϊόν. Το ίδιο συμβαίνει και στο ποτό. Γι’ αυτό έχει σημασία να διαβάζεις και να μαθαίνεις διαρκώς.
Εσύ, όταν βγαίνεις για ποτό και αφήνεις για λίγο τη δουλειά στην άκρη, τι παραγγέλνεις;
Μου αρέσει το mezcal. Είναι ένα απόσταγμα από αγαύη, συγγενικό με την τεκίλα, αλλά με διαφορετικό χαρακτήρα. Είναι λίγο ιδιαίτερη επιλογή.
Και το πιο παράξενο που έχεις δοκιμάσει;
Θυμάμαι ένα ποτό που η ίδια η γεύση του δεν ήταν τόσο παράξενη. Η γαρνιτούρα ήταν το ασυνήθιστο, γιατί είχε κρέας, σε έναν αρκετά παράδοξο συνδυασμό. Δεν ήταν κακό, αλλά δεν θα το παράγγελνα δεύτερη φορά. Πάντως, όταν μιλάμε για ένα ποτό που δύσκολα θα δοκίμαζε ο κόσμος, πρέπει να σκεφτόμαστε και αν μπορεί να σταθεί σε έναν κατάλογο. Αν δεν μπορεί να λειτουργήσει στην πράξη, μπορεί να μην είναι τελικά καλή ιδέα.
Έχεις στο μυαλό σου τι θα ήθελες να κάνεις τα επόμενα χρόνια;
Έναν πολύ συγκεκριμένο μακρινό στόχο δεν έχω ξεκαθαρίσει ακόμη. Θα ήθελα κάποια στιγμή να μπορώ να ανοίξω έναν δικό μου χώρο, που να ξέρει σε ποιον απευθύνεται. Να έρχεται ο κόσμος, να περνά όμορφα, να απολαμβάνει την εμπειρία και να περνάω καλά κι εγώ μέσα σε αυτόν τον χώρο.
Προς το παρόν, πάντως, το επόμενο ραντεβού σου με τους διαγωνισμούς είναι κοντά. Θα είσαι και πάλι τον Μάρτιο στην Αθήνα;
Ναι, αυτό θέλω. Ο ελληνικός διαγωνισμός γίνεται κάθε χρόνο τον Μάρτιο, στην Αθήνα. Στην κατηγορία που δίνει την πρόκριση για το παγκόσμιο συμμετέχουν συνήθως γύρω στα είκοσι άτομα. Είναι ωραίο ότι μπαίνουν και νέα παιδιά στη διαδικασία. Θέλω να προσπαθήσω ξανά και να έχω άλλη μία ευκαιρία να βρεθώ στο παγκόσμιο πρωτάθλημα.































Σχολιασμός άρθρου
Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού
Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.
Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.