- Το αυξημένο ενεργειακό κόστος, τα υψηλά επιτόκια, η περιορισμένη πρόσβαση σε χρηματοδότηση και η ακρίβεια πιέζουν ιδιαίτερα τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, ενώ η μειωμένη αγοραστική δύναμη περιορίζει τη ζήτηση.
- Ο πρόεδρος του ΕΒΕΠ, Βασίλης Κορκίδης, ζητά συντονισμένα μέτρα στήριξης, όπως μείωση του ενεργειακού κόστους, ευκολότερη χρηματοδότηση και κεφάλαια κίνησης, αξιοποίηση αναπτυξιακών πόρων και ρεαλιστικές ρυθμίσεις οφειλών.
- Η πράσινη και ψηφιακή μετάβαση είναι αναγκαία για τη βιωσιμότητα και την ανταγωνιστικότητα των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, αλλά η προσαρμογή τους αποτελεί σημαντική πρόκληση.
- Ο άνισος ανταγωνισμός από τις ασιατικές πλατφόρμες και οι περιορισμένοι πόροι επιβαρύνουν τις ελληνικές επιχειρήσεις, καθιστώντας κρίσιμη την έμπρακτη στήριξη της πολιτείας και την ενίσχυση της παραγωγικής ανάπτυξης.
Το αυξημένο ενεργειακό κόστος, η περιορισμένη ρευστότητα, η ακρίβεια και ο άνισος ανταγωνισμός από τις ασιατικές πλατφόρμες διαμορφώνουν ένα απαιτητικό περιβάλλον για τις ελληνικές επιχειρήσεις. Ο πρόεδρος του ΕΒΕΠ, Βασίλης Κορκίδης, μιλά στην «δ» για τα μέτρα στήριξης που απαιτούνται, τις προκλήσεις της πράσινης και ψηφιακής μετάβασης και τις προοπτικές του λιανεμπορίου.
Κύριε Κορκίδη, το λιανεμπόριο και η μεταποίηση πιέζονται από το ενεργειακό κόστος, πληθωριστικές πιέσεις και την έλλειψη ρευστότητας. Ποια συγκεκριμένα μέτρα στήριξης θεωρείτε απαραίτητα από την πολιτεία για να διατηρηθεί η ανταγωνιστικότητα των ελληνικών επιχειρήσεων;
Η ελληνική επιχειρηματικότητα, και ιδιαίτερα οι ΜμΕ, αντιμετωπίζει ένα ιδιαίτερα δυσμενές οικονομικό περιβάλλον, εξαιτίας του αυξημένου ενεργειακού κόστους, των υψηλών επιτοκίων δανεισμού, της περιορισμένης πρόσβασης στη χρηματοδότηση και της ακρίβειας.
Οι αυξημένες τιμές ηλεκτρικής ενέργειας, φυσικού αερίου και καυσίμων επιβαρύνουν σημαντικά το λειτουργικό κόστος των επιχειρήσεων, ενώ η δυσκολία εξασφάλισης τραπεζικού δανεισμού και κεφαλαίων κίνησης περιορίζει τη ρευστότητα και τις επενδυτικές τους δυνατότητες. Παράλληλα, η μειωμένη αγοραστική δύναμη των καταναλωτών οδηγεί σε υποχώρηση της ζήτησης και του κύκλου εργασιών, επιτείνοντας τα προβλήματα βιωσιμότητας και ανταγωνιστικότητας.
Εμείς έχουμε επισημάνει την ανάγκη άμεσης και συντονισμένης κρατικής παρέμβασης, προτείνοντας ένα ολοκληρωμένο πλαίσιο στήριξης που περιλαμβάνει:
– Μείωση του ενεργειακού κόστους, με ιδιαίτερη μέριμνα για τις ενεργοβόρες επιχειρήσεις και τη βιομηχανία.
– Ενίσχυση της χρηματοδότησης, μέσω νέων εγγυοδοτικών προγραμμάτων και ευκολότερης πρόσβασης σε τραπεζικά κεφάλαια και κεφάλαια κίνησης.
– Αξιοποίηση του Αναπτυξιακού Νόμου και του Ταμείου Ανάκαμψης, για την ενίσχυση των επενδύσεων και τον τεχνολογικό εκσυγχρονισμό.
– Αποτελεσματική διαχείριση των οφειλών, μέσω ρεαλιστικών ρυθμίσεων, όπως ένα κατάλληλα σχεδιασμένο σχήμα έως 120 δόσεων.
– Αξιοποίηση της ενεργειακής θέσης της Ελλάδας, ώστε ο ρόλος της ως ενεργειακού κόμβου να αποφέρει ουσιαστικά οφέλη στην εγχώρια οικονομία.
Η αντιμετώπιση της ενεργειακής κρίσης πρέπει να συνδυαστεί με τη διευκόλυνση της χρηματοδότησης και τη ρύθμιση των επιχειρηματικών οφειλών. Η εφαρμογή στοχευμένων και συνδυαστικών μέτρων αποτελεί βασική προϋπόθεση για τη διασφάλιση της βιωσιμότητας των ΜμΕ επιχειρήσεων, τη διατήρηση της ανταγωνιστικότητας και την ενίσχυση της παραγωγικής ανάπτυξης της χώρας.
Η μετάβαση στην πράσινη οικονομία και τον ψηφιακό μετασχηματισμό είναι πλέον υποχρεωτική. Είναι οι ελληνικές μικρομεσαίες επιχειρήσεις έτοιμες να αφομοιώσουν αυτές τις αλλαγές ή κινδυνεύουν να μείνουν πίσω λόγω έλλειψης πόρων και εξειδικευμένου προσωπικού;
Η μετάβαση στην πράσινη οικονομία και τον ψηφιακό μετασχηματισμό αποτελεί πλέον βασική προϋπόθεση για τη βιωσιμότητα και την ανταγωνιστικότητα των ελληνικών μικρομεσαίων επιχειρήσεων. Ωστόσο, η προσαρμογή τους παραμένει μια σημαντική πρόκληση, καθώς πολλές επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν περιορισμένη πρόσβαση σε χρηματοδοτικούς πόρους, υψηλό κόστος επενδύσεων και έλλειψη εξειδικευμένου προσωπικού.
Παρά το γεγονός ότι υπάρχουν διαθέσιμα χρηματοδοτικά εργαλεία και προγράμματα ενίσχυσης, αρκετές ΜμΕ δυσκολεύονται να τα αξιοποιήσουν, είτε λόγω γραφειοκρατικών διαδικασιών είτε επειδή δεν διαθέτουν την απαραίτητη τεχνογνωσία και οργανωτική υποδομή. Η υιοθέτηση νέων ψηφιακών τεχνολογιών, η ενεργειακή αναβάθμιση, η εξοικονόμηση πόρων και η ενσωμάτωση βιώσιμων πρακτικών απαιτούν κεφάλαια, κατάλληλο σχεδιασμό και ανθρώπινο δυναμικό με σύγχρονες δεξιότητες.
Επομένως, υπάρχει ο κίνδυνος να διευρυνθεί το χάσμα μεταξύ μεγάλων επιχειρήσεων, που διαθέτουν μεγαλύτερες δυνατότητες προσαρμογής, και μικρότερων επιχειρήσεων, οι οποίες ενδέχεται να μείνουν πίσω. Για τον λόγο αυτό, απαιτούνται στοχευμένα προγράμματα χρηματοδότησης, απλούστευση των διαδικασιών ένταξης, ενίσχυση της επαγγελματικής κατάρτισης και ουσιαστική τεχνική υποστήριξη.
Επί της ουσίας, η πράσινη και ψηφιακή μετάβαση δεν πρέπει να αποτελέσει πρόσθετο οικονομικό βάρος για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, αλλά ευκαιρία εκσυγχρονισμού και ανάπτυξης. Προϋπόθεση είναι η δημιουργία ενός υποστηρικτικού πλαισίου που θα εξασφαλίζει ισότιμη πρόσβαση σε χρηματοδότηση, τεχνογνωσία και εξειδικευμένο ανθρώπινο δυναμικό, ώστε καμία επιχείρηση να μη μείνει εκτός της νέας οικονομικής πραγματικότητας.
Έχουμε τοποθετηθεί στα προτάγματα της πολιτικής για την στήριξη των επιχειρήσεων για το μείζονος σημασίας ζήτημα της εκπαίδευσης αλλά και μετεκπαίδευσης του προσωπικού των επιχειρήσεων στις νέες ψηφιακές τεχνολογίες και ιδιαίτερα της ΑΙ με στόχο να αξιοποιηθούν τα δυνατά διαθέσιμα εργαλεία προς όφελος της ανάπτυξης των επιχειρήσεων.
Ενόψει της Black Friday (Cyber Monday κ.λπ.) και της εορταστικής περιόδου που ακολουθεί, ποιο είναι το προσδοκώμενο πρόσημο για τον τζίρο των καταστημάτων; Οι καταναλωτές έχουν τη δυνατότητα να στηρίξουν την αγορά ή η συμπίεση του διαθέσιμου εισοδήματος θα περιορίσει τις αγορές στα απολύτως αναγκαία;
Η αγορά προσδοκά αυξημένη εμπορική κίνηση ενόψει της Black Friday, της Cyber Monday και της εορταστικής περιόδου, ωστόσο οι συνθήκες δεν επιτρέπουν υπερβολική αισιοδοξία. Η ακρίβεια, το αυξημένο κόστος διαβίωσης και η συμπίεση του διαθέσιμου εισοδήματος εξακολουθούν να περιορίζουν την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών, επηρεάζοντας άμεσα την καταναλωτική συμπεριφορά.
Οι καταναλωτές αναμένεται να είναι περισσότερο προσεκτικοί και επιλεκτικοί στις αγορές τους, αναζητώντας πραγματικές προσφορές, συγκρίνοντας τιμές και δίνοντας προτεραιότητα στις βασικές ανάγκες. Αυτό σημαίνει ότι, παρά την πιθανή αύξηση της επισκεψιμότητας και των συναλλαγών κατά τις εκπτωτικές περιόδους, δεν είναι δεδομένο ότι θα υπάρξει αντίστοιχη αύξηση του συνολικού τζίρου και της κερδοφορίας των καταστημάτων.
Ιδιαίτερα σε κλάδους όπως η ένδυση, η υπόδηση και τα είδη δώρων, η καταναλωτική δαπάνη θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από την πραγματική αγοραστική δυνατότητα των νοικοκυριών. Παράλληλα, οι επιχειρήσεις θα χρειαστεί να προσφέρουν ανταγωνιστικές τιμές και ουσιαστικές εκπτώσεις, γεγονός που ενδέχεται να πιέσει περαιτέρω τα περιθώρια κέρδους τους.
Θα πρέπει, επίσης, να διακρίνουμε την αύξηση του ονομαστικού τζίρου από την πραγματική αύξηση του όγκου των πωλήσεων. Ένας υψηλότερος κύκλος εργασιών δεν σημαίνει απαραίτητα ότι οι επιχειρήσεις πωλούν περισσότερα προϊόντα ή ότι βελτιώνεται η οικονομική τους θέση.
Το προσδοκώμενο πρόσημο για την αγορά είναι συγκρατημένα θετικό, με την επιφύλαξη ότι η εορταστική περίοδος από μόνη της δεν αρκεί για να αντισταθμίσει τις πιέσεις που δέχεται το λιανεμπόριο. Η ουσιαστική τόνωση της κατανάλωσης προϋποθέτει ενίσχυση του διαθέσιμου εισοδήματος, αποκλιμάκωση του κόστους διαβίωσης και αποκατάσταση της εμπιστοσύνης των καταναλωτών. Στόχος μας πρέπει να είναι όχι απλώς περισσότερες αγορές λόγω εκπτώσεων, αλλά μια αγορά με πραγματική καταναλωτική δυναμική, υγιείς επιχειρήσεις και βιώσιμο κύκλο εργασιών.
Είναι πλέον ή βέβαιο ότι το καταναλωτικό κοινό είναι επηρεασμένο από το ενεργειακό και την ασάφεια που έχει «καλλιεργηθεί» ως προς τον ορίζοντα και τη διαφαινόμενη λύση του προβλήματος που ταλανίζει την παγκόσμια οικονομία. Ευελπιστούμε ότι το καταναλωτικό κοινό θα εμπιστευτεί τις προσφορές της αγοράς κινούμενο όπως την τελευταία διετία στην αγορά των αναγκαίων προϊόντων δίνοντας την αναγκαία ανάσα στην αγορά που ασφυκτιεί.
Παρά τα μέτρα που ανακοινώθηκαν, ο ανταγωνισμός από ασιατικές πλατφόρμες ηλεκτρονικού εμπορίου χαμηλού κόστους είναι ενεργός. Πώς επηρεάζεται το εγχώριο λιανεμπόριο και τι δικλείδες προστασίας χρειάζονται οι ελληνικές μικρομεσαίες επιχειρήσεις;
Η ραγδαία ανάπτυξη ασιατικών πλατφορμών ηλεκτρονικού εμπορίου χαμηλού κόστους, όπως η Temu, η Shein και η AliExpress, δημιουργεί σημαντικές πιέσεις στο εγχώριο λιανεμπόριο, με τις απώλειες για τις ελληνικές επιχειρήσεις να εκτιμώνται σε περίπου 650 εκατομμύρια ευρώ ετησίως.
Η εξέλιξη αυτή διαμορφώνει συνθήκες άνισου ανταγωνισμού, καθώς οι συγκεκριμένες πλατφόρμες επωφελούνταν από φορολογικά και τελωνειακά κενά, διαθέτοντας προϊόντα σε εξαιρετικά χαμηλές τιμές, χωρίς πάντοτε να υπόκεινται στο ίδιο πλαίσιο ελέγχων και υποχρεώσεων που ισχύει για τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις, ιδίως ως προς την ποιότητα, την ασφάλεια και τη συμμόρφωση των προϊόντων με τα ευρωπαϊκά πρότυπα. Την ίδια στιγμή, η περιορισμένη αγοραστική δύναμη σημαντικού μέρους των καταναλωτών ενισχύει τη στροφή προς τις οικονομικότερες διαδικτυακές αγορές, επιτείνοντας την πίεση που δέχονται οι ελληνικές μικρομεσαίες επιχειρήσεις.
Σε ευρωπαϊκό επίπεδο έχουν δρομολογηθεί παρεμβάσεις για την αντιμετώπιση του φαινομένου, όπως η κατάργηση της απαλλαγής από δασμούς για μικροδέματα χαμηλής αξίας, η θέσπιση δασμού 3 ευρώ ανά κατηγορία προϊόντος και η εισαγωγή τέλους διεκπεραίωσης, με στόχο την ενίσχυση των τελωνειακών ελέγχων και την αποκατάσταση πιο ισότιμων όρων ανταγωνισμού. Παράλληλα, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εντείνει την εποπτεία της αγοράς, δίνοντας έμφαση στην ασφάλεια των προϊόντων και στην τήρηση της ευρωπαϊκής νομοθεσίας.
Ωστόσο, οι θεσμικές παρεμβάσεις δεν αρκούν από μόνες τους. Απαιτείται και η ουσιαστική προσαρμογή των ελληνικών μικρομεσαίων επιχειρήσεων στις νέες συνθήκες, μέσα από τον ψηφιακό μετασχηματισμό, την ανάπτυξη σύγχρονων ηλεκτρονικών καταστημάτων και την αξιοποίηση πολυκαναλικών υπηρεσιών πώλησης και εξυπηρέτησης.
Παράλληλα, οι ελληνικές επιχειρήσεις καλούνται να επενδύσουν σε ένα διαφορετικό ανταγωνιστικό μοντέλο, το οποίο δεν θα βασίζεται αποκλειστικά στη χαμηλή τιμή, αλλά στην ποιότητα, την πιστοποίηση και την ασφάλεια των προϊόντων, την ταχύτητα παράδοσης, την προσωπική εξυπηρέτηση και την αξιόπιστη υποστήριξη μετά την πώληση.
Το ζητούμενο είναι η διαμόρφωση ενός δίκαιου και διαφανούς πλαισίου λειτουργίας του ηλεκτρονικού εμπορίου, με ίδιους κανόνες και υποχρεώσεις για όλους τους συμμετέχοντες στην αγορά. Μόνο έτσι θα διασφαλιστούν ο υγιής ανταγωνισμός, η προστασία των καταναλωτών και η βιωσιμότητα των ελληνικών ΜμΕ.































Σχολιασμός άρθρου
Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού
Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.
Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.