- Η Μαριέττα Καρπαθίου πέρασε από τη ζωγραφική στον σχεδιασμό μόδας, καθώς ήδη αφηγούνταν ιστορίες μέσα από τα ρούχα των απρόσωπων ηρώων της.
- Μέσα από το ελληνικό brand ’ergon, συνομιλεί με την ελληνική μνήμη και επανερμηνεύει το φολκλόρ με τη δική της προσέγγιση, που ονομάζει «Metafolkloric».
- Η σχεδιάστρια περιγράφει πώς η επιτυχία έπαψε να σημαίνει αναγνώριση από τους άλλους και έγινε η δυνατότητα να αναγνωρίζει τον εαυτό της στις δημιουργίες της.
- Μιλά για το νέο κατάστημα της ’ergon στη ΣΤΟΑ και την ανάγκη να συνεχιστεί η ελληνική χειροτεχνία, θέλοντας να διαφυλάξει τη διαφορετικότητα, την ηρεμία και το παιχνίδι.
Πριν σχεδιάσει το πρώτο ρούχο που θα περνούσε στην παραγωγή, η Μαριέττα Καρπαθίου είχε ήδη αρχίσει να αφηγείται ιστορίες μέσα από το ένδυμα. Στους πίνακες που ζωγράφιζε στα φοιτητικά της χρόνια, οι ήρωες εμφανίζονταν σχεδόν πάντα χωρίς πρόσωπο. Τον χαρακτήρα τους τον αποκάλυπταν τα ρούχα: οι λεπτομέρειες, η σχέση τους με το σώμα, όσα μπορούσαν να υποδηλώσουν για εκείνον που τα φορούσε. Η μετάβαση από τη ζωγραφική στη μόδα ήρθε ως συνέχεια αυτής της ανάγκης. Και η ’ergon, το ελληνικό brand που δημιούργησε, έγινε ο χώρος όπου η προσωπική της ματιά απέκτησε ύφανση, όγκο και κίνηση.
Στον πυρήνα της βρίσκεται μια διαρκής συνομιλία με την ελληνική μνήμη. Η σχεδιάστρια ενδιαφέρεται για το συναίσθημα που μπορεί να γεννήσει ένα υφαντό, για τις αντιφάσεις που κρύβει μια εποχή, για τις γυναίκες που προσπάθησαν να διεκδικήσουν περισσότερη ελευθερία και άφησαν αυτή την προσπάθεια να φανεί και στον τρόπο που ντύνονταν. Η σχέση της με το φολκλόρ χρειάστηκε χρόνο και επαναδιαπραγμάτευση. Έπρεπε να το ξανασχεδιάσει για να ανακαλύψει τι τη συνδέει μαζί του. Metafolkloric ονόμασε αυτή την προσέγγιση, δίνοντας στη δική της ανάγνωση της παράδοσης χώρο να εξελιχθεί.
Στη συζήτησή μας, η Μαριέττα Καρπαθίου εξηγεί πώς άλλαξε το προσωπικό της μέτρο για την επιτυχία: από την αναγνώριση των άλλων στην ικανοποίηση του να αναγνωρίζει τον εαυτό της μέσα σε όσα φτιάχνει. Μιλά για τη γυναίκα που εξελίσσεται μαζί της, για το νέο κατάστημα της ’ergon στη ΣΤΟΑ και για τη συνέχεια που χρειάζεται η ελληνική χειροτεχνία ώστε να παραμένει ζωντανή. Κυρίως, όμως, αποκαλύπτει τι θέλει να διαφυλάξει μέσα στη δημιουργία και στον χρόνο: τη διαφορετικότητα, την ηρεμία και εκείνη την ανάλαφρη διάθεση για παιχνίδι που θα ήθελε να ταξιδεύει μαζί με τα ρούχα της στην επόμενη γενιά.

Ποια ήταν η πρώτη σου επαφή με τη μόδα ως δημιουργία; Θυμάσαι τη στιγμή που σκέφτηκες ότι θέλεις να σχεδιάζεις ρούχα;
Θυμάμαι να ζωγραφίζω τους πρώτους πίνακες με δική μου θεματολογία στα φοιτητικά μου χρόνια. Τα ρούχα που έντυναν τους ήρωές μου είχαν βασικό ρόλο. Σχεδόν πάντα χωρίς πρόσωπο, με κοντινά πλάνα σε λεπτομέρειες του σώματος και των ρούχων τους. Το ένδυμα έδινε τον χαρακτήρα του ήρωα και αυτό που ήθελα να αντιπροσωπεύει, ενώ το πρόσωπο θα μπορούσε να είναι του καθενός από εμάς.
Φυσικά και θυμάμαι το πρώτο ρούχο που σχεδίασα για να περάσει στην παραγωγή. Δεν το αισθάνθηκα σαν αλλαγή πορείας. Η ανάγκη υπήρχε ήδη μέσα στη ζωγραφική μου.
Τι σου έδωσε η ζωή και η εκπαίδευσή σου στη Ρώμη; Σε έκανε να δεις διαφορετικά και την ίδια την Ελλάδα;
Στη Ρώμη αισθάνθηκα τη δύναμη της διαχρονικότητας. Μια σταθερή, δυνατή αισθητική μέσα σε ένα πάντρεμα πολιτισμών, παράδοσης, θρησκείας, νέου και παλιού. Μια πόλη που ισορροπεί στις αντιθέσεις της.
Παραμένει η πόλη της ανεξαρτησίας μου. Των επιλογών μου και, το βασικότερο, των δικών μου λαθών. Η εκπαίδευσή μου με δίδαξε να σέβομαι και να αναγνωρίζω την αξία αυτού που δεν μου ταιριάζει. Και, μέσα από αυτό, να ανακαλύπτω κάτι νέο, συμβατό με εμένα.
Ναι, είδα διαφορετικά και την Ελλάδα. Αναγνώρισα πράγματα που θεωρούσα δεδομένα και απενοχοποίησα άλλα που με καταπίεζαν.
Ποια στιγμή θεωρείς ουσιαστικό ορόσημο για την ’ergon, ακόμη κι αν δεν έγινε ποτέ γνωστή στο κοινό;
Είναι πολλά. Από την απόφαση να ξεκινήσω μέσα στην κρίση, στη Μύκονο, μέχρι την απόφαση να δημιουργώ το ύφασμά μου. Αλλά και η απώλεια του πιο στενού μου συνεργάτη και φίλου, του Γιώργου. Μια απώλεια βάρβαρη για μένα. Το 2022–23 έγιναν πολλές αλλαγές. Τότε ανέλαβα πλήρως τον έλεγχο και την ευθύνη της ’ergon. Μέχρι εκείνη τη στιγμή ακολουθούσα κάποιους κανόνες που μου έθεταν για την ανάπτυξή της, αλλά δεν έπαψα να διεκδικώ τον δικό μου τρόπο αντίληψης των πραγμάτων.
Αποφάσισα ότι, αν δεν εξελιχθεί σύμφωνα με το πώς ζω, πώς αντιλαμβάνομαι την αισθητική και τι θέλω για την προσωπική μου ζωή, δεν θα γίνει ποτέ κάτι μοναδικό. Ακόμη το προσπαθώ και ελπίζω να το διεκδικώ για πάντα.

Τι έχεις αναθεωρήσει περισσότερο από τότε που ξεκίνησες: την έννοια της επιτυχίας, την εικόνα της γυναίκας για την οποία σχεδιάζεις ή τις δικές σου προτεραιότητες;
Περισσότερο την έννοια της επιτυχίας. Στην αρχή ήταν η αναγνώριση, το “μπράβο” των άλλων. Τώρα με ενδιαφέρει αν αναγνωρίζω εμένα σε αυτό που έφτιαξα. Αν με ικανοποιεί, αν είναι κοντά σε αυτό που είχα οραματιστεί.
Το πώς σχεδιάζω αφορά εμένα. Μαζί μου εξελίσσεται και η γυναίκα για την οποία σχεδιάζω. Δεν την αναθεώρησα. Προχωρήσαμε μαζί. Ξαναγυρίζω κατά καιρούς σε εκείνη την πρώτη γυναίκα και τη βλέπω πιο χαλαρή. Δεν θέλει να εντυπωσιάζει πάντα. Θέλει απλώς να ξεκουράζεται μέσα στη μοναδικότητά της. Και οι προτεραιότητές μου κάπου εκεί είναι πλέον. Να βρίσκω σιωπηλά αυτή την ικανοποίηση και την ηρεμία μέσα από τη δημιουργία. Δεν θέλω τη βαβούρα.
Ποια στοιχεία κάνουν ένα ρούχο αναγνωρίσιμο ως ’ergon, ακόμη κι όταν δεν φαίνεται η ετικέτα του;
Το ύφασμά του. Η ταυτότητά του ως σχεδιαστικός καμβάς αλλά και ως ύφανση. Νομίζω ότι έχουμε καταφέρει να αναγνωρίζεται σχεδόν αμέσως ένα ρούχο ’ergon. Όχι επειδή υπάρχει ένα μοτίβο που επαναλαμβάνεται, αλλά επειδή υπάρχει μια ιστορία που συνεχίζει να γράφεται από τον ίδιο άνθρωπο.
Όταν ανατρέχεις στην ελληνική παράδοση, τι είναι αυτό που σε ενδιαφέρει περισσότερο: η εικόνα, η τεχνική ή η ιστορία πίσω από ένα αντικείμενο;
Το συναίσθημα που μου ξυπνά. Μετά τα υπόλοιπα έρχονται μόνα τους. Δεν αγαπούσα πάντα το φολκλόρ ούτε το υφαντό. Χρειάστηκε να τα ξανασχεδιάσω για να βρω τη σχέση μου μαζί τους. Το ονόμασα Metafolkloric. Για μένα είναι μια ενοχική εποχή στην οποία δίνεται ξανά η ευκαιρία να ειπωθεί.
Ποια λιγότερο γνωστή πλευρά της ελληνικής ενδυμασίας ή χειροτεχνίας θα ήθελες να ανακαλύψει περισσότερο το κοινό;
Την Ελληνίδα πριν από πενήντα με εξήντα χρόνια. Εκείνη που προσπάθησε, με λάθη και σωστά, να φύγει από μια κοινωνία γεμάτη καταπίεση και ενοχές και να συνδεθεί με τον υπόλοιπο κόσμο της Δύσης. Με ενδιαφέρει αυτή η γυναίκα. Και το πώς όλη αυτή η προσπάθεια φάνηκε στα ρούχα της και στη στάση ζωής της..

Ποια είναι σήμερα η μεγαλύτερη δυσκολία στη συνεργασία με μικρά εργαστήρια και τι χρειάζεται για να μπορούν να συνεχίσουν τη δουλειά τους;
Δυσκολευόμαστε συχνά να επικοινωνήσουμε τα στενά χρονοδιαγράμματα που έχουμε και το πόσο προσεγμένο πρέπει να είναι κάτι για να μπορέσει να πουληθεί. Από την κατασκευή μέχρι το τελείωμα. Μαθαίνουμε μαζί τους κι εκείνοι μαζί μας. Βρίσκουμε τρόπους να καταλαβαινόμαστε. Σιγά σιγά γράφουμε έναν δικό μας διάλογο. Αυτή η δουλειά χρειάζεται συνέχεια για να μπορούν να συνεχίσουν κι εκείνοι. Επίσης, η έλλειψη υλικών στην Ελλάδα μάς δυσκολεύει και περιορίζει τις δυνατότητες για νέα προϊόντα. Πάρα πολλά, επειδή δεν μπορούν να ολοκληρωθούν, μένουν ακόμη στα χαρτιά ή στη φαντασία μας
.Γιατί επέλεξες τη ΣΤΟΑ για το νέο κατάστημα; Τι αναγνώρισες στον χώρο που αισθάνθηκες ότι συνδέεται με την ’ergon;
Είναι πολύ κοντά σε αυτό που είναι και η ’ergon. Έχει γερά θεμέλια στην ιστορία και στον πολιτισμό μας, αλλά συγχρόνως είναι κάτι νέο. Με σύγχρονους Έλληνες δημιουργούς σε διαφορετικούς τομείς, αλλά και με συνέχεια σε μοναδικούς θεσμούς, όπως το Θέατρο Τέχνης “Κάρολος Κουν”. Κάτι νέο που έγινε παλιό και ένα παλιό που παραμένει πάντα νέο. Με συγκινεί αυτό. Και η ίδια η περιοχή εκφράζει, μέσα σε λίγα τετράγωνα, ολόκληρη την αστική μνήμη της Ελλάδας. Εκεί αισθάνθηκα ότι η ’ergon έχει τη θέση της.
Αν μια γυναίκα κρατήσει ένα ρούχο ’ergon για να το παραδώσει κάποτε στην επόμενη γενιά, τι θα ήθελες να μεταφέρει μαζί του, πέρα από την ιστορία της ίδιας;
Τη διάθεση για διαφορετικότητα. Και μια ανάλαφρη παιδικότητα που ισορροπεί με τη σοβαρότητα της ηλικίας. Είναι κάτι που θέλω να κρατώ κι εγώ όσο μεγαλώνω: τη διάθεση να παίζω.

Πηγή: missbloom.gr































Σχολιασμός άρθρου
Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού
Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.
Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.