ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΑ

Μαριέττα Καρπαθίου | Η δημιουργός του ελληνικού brand ’ergon μιλά στο MissBloom για την ελληνική παράδοση και τη γυναίκα που εξελίσσεται μαζί της

news room 6 λεπτά ανάγνωση
ΚΑΡΠΑΘΙΟΥ ΜΑΡΙΕΤΤΑ
✦ Σύνοψη ⌄
  • Η Μαριέττα Καρ­πα­θίου πέρασε από τη ζωγρα­φική στον σχε­δια­σμό μόδας, καθώς ήδη αφη­γού­νταν ιστο­ρίες μέσα από τα ρούχα των απρό­σω­πων ηρώων της.
  • Μέσα από το ελλη­νικό brand ’ergon, συνο­μι­λεί με την ελλη­νική μνήμη και επα­νερ­μη­νεύει το φολκλόρ με τη δική της προ­σέγ­γιση, που ονο­μά­ζει «Metafolkloric».
  • Η σχε­διά­στρια περι­γρά­φει πώς η επι­τυ­χία έπαψε να σημαί­νει ανα­γνώ­ριση από τους άλλους και έγινε η δυνα­τό­τητα να ανα­γνω­ρί­ζει τον εαυτό της στις δημιουρ­γίες της.
  • Μιλά για το νέο κατά­στημα της ’ergon στη ΣΤΟΑ και την ανάγκη να συνε­χι­στεί η ελλη­νική χει­ρο­τε­χνία, θέλο­ντας να δια­φυ­λά­ξει τη δια­φο­ρε­τι­κό­τητα, την ηρεμία και το παι­χνίδι.

Πριν σχε­διά­σει το πρώτο ρούχο που θα περ­νούσε στην παρα­γωγή, η Μαριέττα Καρ­πα­θίου είχε ήδη αρχίσει να αφη­γεί­ται ιστο­ρίες μέσα από το ένδυμα. Στους πίνακες που ζωγρά­φιζε στα φοι­τη­τικά της χρόνια, οι ήρωες εμφα­νί­ζο­νταν σχεδόν πάντα χωρίς πρόσωπο. Τον χαρα­κτήρα τους τον απο­κά­λυ­πταν τα ρούχα: οι λεπτο­μέ­ρειες, η σχέση τους με το σώμα, όσα μπο­ρού­σαν να υπο­δη­λώ­σουν για εκείνον που τα φορούσε. Η μετά­βαση από τη ζωγρα­φική στη μόδα ήρθε ως συνέ­χεια αυτής της ανάγκης. Και η ’ergon, το ελλη­νικό brand που δημιούρ­γησε, έγινε ο χώρος όπου η προ­σω­πική της ματιά απέ­κτησε ύφανση, όγκο και κίνηση.

Στον πυρήνα της βρί­σκε­ται μια διαρκής συνο­μι­λία με την ελλη­νική μνήμη. Η σχε­διά­στρια ενδια­φέ­ρε­ται για το συναί­σθημα που μπορεί να γεν­νή­σει ένα υφαντό, για τις αντι­φά­σεις που κρύβει μια εποχή, για τις γυναί­κες που προ­σπά­θη­σαν να διεκ­δι­κή­σουν περισ­σό­τερη ελευ­θε­ρία και άφησαν αυτή την προ­σπά­θεια να φανεί και στον τρόπο που ντύ­νο­νταν. Η σχέση της με το φολκλόρ χρειά­στηκε χρόνο και επα­να­δια­πραγ­μά­τευση. Έπρεπε να το ξανα­σχε­διά­σει για να ανα­κα­λύ­ψει τι τη συνδέει μαζί του. Metafolkloric ονόμασε αυτή την προ­σέγ­γιση, δίνο­ντας στη δική της ανά­γνωση της παρά­δο­σης χώρο να εξε­λι­χθεί.

Στη συζή­τησή μας, η Μαριέττα Καρ­πα­θίου εξηγεί πώς άλλαξε το προ­σω­πικό της μέτρο για την επι­τυ­χία: από την ανα­γνώ­ριση των άλλων στην ικα­νο­ποί­ηση του να ανα­γνω­ρί­ζει τον εαυτό της μέσα σε όσα φτιά­χνει. Μιλά για τη γυναίκα που εξε­λίσ­σε­ται μαζί της, για το νέο κατά­στημα της ’ergon στη ΣΤΟΑ και για τη συνέ­χεια που χρειά­ζε­ται η ελλη­νική χει­ρο­τε­χνία ώστε να παρα­μέ­νει ζωντανή. Κυρίως, όμως, απο­κα­λύ­πτει τι θέλει να δια­φυ­λά­ξει μέσα στη δημιουρ­γία και στον χρόνο: τη δια­φο­ρε­τι­κό­τητα, την ηρεμία και εκείνη την ανά­λα­φρη διάθεση για παι­χνίδι που θα ήθελε να ταξι­δεύει μαζί με τα ρούχα της στην επόμενη γενιά.

Ποια ήταν η πρώτη σου επαφή με τη μόδα ως δημιουρ­γία; Θυμάσαι τη στιγμή που σκέ­φτη­κες ότι θέλεις να σχε­διά­ζεις ρούχα;

Θυμάμαι να ζωγρα­φίζω τους πρώτους πίνακες με δική μου θεμα­το­λο­γία στα φοι­τη­τικά μου χρόνια. Τα ρούχα που έντυναν τους ήρωές μου είχαν βασικό ρόλο. Σχεδόν πάντα χωρίς πρόσωπο, με κοντινά πλάνα σε λεπτο­μέ­ρειες του σώματος και των ρούχων τους. Το ένδυμα έδινε τον χαρα­κτήρα του ήρωα και αυτό που ήθελα να αντι­προ­σω­πεύει, ενώ το πρόσωπο θα μπο­ρούσε να είναι του καθενός από εμάς.

Φυσικά και θυμάμαι το πρώτο ρούχο που σχε­δί­ασα για να περάσει στην παρα­γωγή. Δεν το αισθάν­θηκα σαν αλλαγή πορείας. Η ανάγκη υπήρχε ήδη μέσα στη ζωγρα­φική μου.

Τι σου έδωσε η ζωή και η εκπαί­δευσή σου στη Ρώμη; Σε έκανε να δεις δια­φο­ρε­τικά και την ίδια την Ελλάδα;

Στη Ρώμη αισθάν­θηκα τη δύναμη της δια­χρο­νι­κό­τη­τας. Μια σταθερή, δυνατή αισθη­τική μέσα σε ένα πάντρεμα πολι­τι­σμών, παρά­δο­σης, θρη­σκείας, νέου και παλιού. Μια πόλη που ισορ­ρο­πεί στις αντι­θέ­σεις της.

Παρα­μέ­νει η πόλη της ανε­ξαρ­τη­σίας μου. Των επι­λο­γών μου και, το βασι­κό­τερο, των δικών μου λαθών. Η εκπαί­δευσή μου με δίδαξε να σέβομαι και να ανα­γνω­ρίζω την αξία αυτού που δεν μου ται­ριά­ζει. Και, μέσα από αυτό, να ανα­κα­λύ­πτω κάτι νέο, συμβατό με εμένα.

Ναι, είδα δια­φο­ρε­τικά και την Ελλάδα. Ανα­γνώ­ρισα πράγ­ματα που θεω­ρούσα δεδο­μένα και απε­νο­χο­ποί­ησα άλλα που με κατα­πί­ε­ζαν.

 

Ποια στιγμή θεωρείς ουσια­στικό ορόσημο για την ’ergon, ακόμη κι αν δεν έγινε ποτέ γνωστή στο κοινό;

Είναι πολλά. Από την απόφαση να ξεκι­νήσω μέσα στην κρίση, στη Μύκονο, μέχρι την απόφαση να δημιουργώ το ύφασμά μου. Αλλά και η απώλεια του πιο στενού μου συνερ­γάτη και φίλου, του Γιώργου. Μια απώλεια βάρβαρη για μένα. Το 2022–23 έγιναν πολλές αλλαγές. Τότε ανέλαβα πλήρως τον έλεγχο και την ευθύνη της ’ergon. Μέχρι εκείνη τη στιγμή ακο­λου­θούσα κάποιους κανόνες που μου έθεταν για την ανά­πτυξή της, αλλά δεν έπαψα να διεκ­δικώ τον δικό μου τρόπο αντί­λη­ψης των πραγ­μά­των.

Απο­φά­σισα ότι, αν δεν εξε­λι­χθεί σύμφωνα με το πώς ζω, πώς αντι­λαμ­βά­νο­μαι την αισθη­τική και τι θέλω για την προ­σω­πική μου ζωή, δεν θα γίνει ποτέ κάτι μονα­δικό. Ακόμη το προ­σπαθώ και ελπίζω να το διεκ­δικώ για πάντα.

Τι έχεις ανα­θε­ω­ρή­σει περισ­σό­τερο από τότε που ξεκί­νη­σες: την έννοια της επι­τυ­χίας, την εικόνα της γυναί­κας για την οποία σχε­διά­ζεις ή τις δικές σου προ­τε­ραιό­τη­τες;

Περισ­σό­τερο την έννοια της επι­τυ­χίας. Στην αρχή ήταν η ανα­γνώ­ριση, το “μπράβο” των άλλων. Τώρα με ενδια­φέ­ρει αν ανα­γνω­ρίζω εμένα σε αυτό που έφτιαξα. Αν με ικα­νο­ποιεί, αν είναι κοντά σε αυτό που είχα ορα­μα­τι­στεί.

Το πώς σχε­διάζω αφορά εμένα. Μαζί μου εξε­λίσ­σε­ται και η γυναίκα για την οποία σχε­διάζω. Δεν την ανα­θε­ώ­ρησα. Προ­χω­ρή­σαμε μαζί. Ξανα­γυ­ρίζω κατά καιρούς σε εκείνη την πρώτη γυναίκα και τη βλέπω πιο χαλαρή. Δεν θέλει να εντυ­πω­σιά­ζει πάντα. Θέλει απλώς να ξεκου­ρά­ζε­ται μέσα στη μονα­δι­κό­τητά της. Και οι προ­τε­ραιό­τη­τές μου κάπου εκεί είναι πλέον. Να βρίσκω σιωπηλά αυτή την ικα­νο­ποί­ηση και την ηρεμία μέσα από τη δημιουρ­γία. Δεν θέλω τη βαβούρα.

Ποια στοι­χεία κάνουν ένα ρούχο ανα­γνω­ρί­σιμο ως ’ergon, ακόμη κι όταν δεν φαί­νε­ται η ετικέτα του;

Το ύφασμά του. Η ταυ­τό­τητά του ως σχε­δια­στι­κός καμβάς αλλά και ως ύφανση. Νομίζω ότι έχουμε κατα­φέ­ρει να ανα­γνω­ρί­ζε­ται σχεδόν αμέσως ένα ρούχο ’ergon. Όχι επειδή υπάρχει ένα μοτίβο που επα­να­λαμ­βά­νε­ται, αλλά επειδή υπάρχει μια ιστορία που συνε­χί­ζει να γρά­φε­ται από τον ίδιο άνθρωπο.

Όταν ανα­τρέ­χεις στην ελλη­νική παρά­δοση, τι είναι αυτό που σε ενδια­φέ­ρει περισ­σό­τερο: η εικόνα, η τεχνική ή η ιστορία πίσω από ένα αντι­κεί­μενο;

Το συναί­σθημα που μου ξυπνά. Μετά τα υπό­λοιπα έρχο­νται μόνα τους. Δεν αγα­πούσα πάντα το φολκλόρ ούτε το υφαντό. Χρειά­στηκε να τα ξανα­σχε­διάσω για να βρω τη σχέση μου μαζί τους. Το ονόμασα Metafolkloric. Για μένα είναι μια ενοχική εποχή στην οποία δίνεται ξανά η ευκαι­ρία να ειπωθεί.

Ποια λιγό­τερο γνωστή πλευρά της ελλη­νι­κής ενδυ­μα­σίας ή χει­ρο­τε­χνίας θα ήθελες να ανα­κα­λύ­ψει περισ­σό­τερο το κοινό;

Την Ελλη­νίδα πριν από πενήντα με εξήντα χρόνια. Εκείνη που προ­σπά­θησε, με λάθη και σωστά, να φύγει από μια κοι­νω­νία γεμάτη κατα­πί­εση και ενοχές και να συν­δε­θεί με τον υπό­λοιπο κόσμο της Δύσης. Με ενδια­φέ­ρει αυτή η γυναίκα. Και το πώς όλη αυτή η προ­σπά­θεια φάνηκε στα ρούχα της και στη στάση ζωής της..

Ποια είναι σήμερα η μεγα­λύ­τερη δυσκο­λία στη συνερ­γα­σία με μικρά εργα­στή­ρια και τι χρειά­ζε­ται για να μπορούν να συνε­χί­σουν τη δουλειά τους;

Δυσκο­λευό­μα­στε συχνά να επι­κοι­νω­νή­σουμε τα στενά χρο­νο­δια­γράμ­ματα που έχουμε και το πόσο προ­σεγ­μένο πρέπει να είναι κάτι για να μπο­ρέ­σει να που­λη­θεί. Από την κατα­σκευή μέχρι το τελεί­ωμα. Μαθαί­νουμε μαζί τους κι εκείνοι μαζί μας. Βρί­σκουμε τρόπους να κατα­λα­βαι­νό­μα­στε. Σιγά σιγά γρά­φουμε έναν δικό μας διάλογο. Αυτή η δουλειά χρειά­ζε­ται συνέ­χεια για να μπορούν να συνε­χί­σουν κι εκείνοι. Επίσης, η έλλειψη υλικών στην Ελλάδα μάς δυσκο­λεύει και περιο­ρί­ζει τις δυνα­τό­τη­τες για νέα προ­ϊ­ό­ντα. Πάρα πολλά, επειδή δεν μπορούν να ολο­κλη­ρω­θούν, μένουν ακόμη στα χαρτιά ή στη φαντα­σία μας

.Γιατί επέ­λε­ξες τη ΣΤΟΑ για το νέο κατά­στημα; Τι ανα­γνώ­ρι­σες στον χώρο που αισθάν­θη­κες ότι συν­δέ­ε­ται με την ’ergon;

Είναι πολύ κοντά σε αυτό που είναι και η ’ergon. Έχει γερά θεμέλια στην ιστορία και στον πολι­τι­σμό μας, αλλά συγ­χρό­νως είναι κάτι νέο. Με σύγ­χρο­νους Έλληνες δημιουρ­γούς σε δια­φο­ρε­τι­κούς τομείς, αλλά και με συνέ­χεια σε μονα­δι­κούς θεσμούς, όπως το Θέατρο Τέχνης “Κάρολος Κουν”. Κάτι νέο που έγινε παλιό και ένα παλιό που παρα­μέ­νει πάντα νέο. Με συγκι­νεί αυτό. Και η ίδια η περιοχή εκφρά­ζει, μέσα σε λίγα τετρά­γωνα, ολό­κληρη την αστική μνήμη της Ελλάδας. Εκεί αισθάν­θηκα ότι η ’ergon έχει τη θέση της.

Αν μια γυναίκα κρα­τή­σει ένα ρούχο ’ergon για να το παρα­δώ­σει κάποτε στην επόμενη γενιά, τι θα ήθελες να μετα­φέ­ρει μαζί του, πέρα από την ιστορία της ίδιας;

Τη διάθεση για δια­φο­ρε­τι­κό­τητα. Και μια ανά­λα­φρη παι­δι­κό­τητα που ισορ­ρο­πεί με τη σοβα­ρό­τητα της ηλικίας. Είναι κάτι που θέλω να κρατώ κι εγώ όσο μεγα­λώνω: τη διάθεση να παίζω.

Πηγή: missbloom.gr

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.