- Η υπόθεση αφορά μια απάτη που διαπράχθηκε μέσω τηλεφωνικής κλήσης, όπου ο παθών πείστηκε να δώσει προσωπικά και τραπεζικά του στοιχεία.
- Ο δράστης απέκτησε πρόσβαση στον λογαριασμό του θύματος και μεταβίβασε 3.000 ευρώ σε άλλο λογαριασμό.
- Το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Ρόδου εξέδωσε δύο διαφορετικές ετυμηγορίες, κηρύσσοντας τον έναν κατηγορούμενο αθώο και την άλλη ένοχη για νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα.
- Ο 39χρονος κατηγορούμενος αρνήθηκε την εμπλοκή του, υποστηρίζοντας ότι ο αριθμός τηλεφώνου ανήκει στη σύζυγό του και ότι δεν είχε καμία επαφή με το θύμα.
Ενα τηλεφώνημα λίγων λεπτών, ένα άλετρο για τρακτέρ που δεν είχε παραγγελθεί ποτέ και 3.000 ευρώ που έφυγαν από έναν τραπεζικό λογαριασμό μέσα σε ένα απόγευμα. Αυτά συνθέτουν την υπόθεση που απασχόλησε το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Ρόδου χθες, σχεδόν 5 χρόνια μετά το περιστατικό. Η διαδικασία έκλεισε με δύο διαφορετικές ετυμηγορίες για τους δύο κατηγορούμενους. Ο πρώτος κηρύχθηκε αθώος, ενώ η δεύτερη κρίθηκε ένοχη για το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα.
Η υπόθεση ξεκίνησε το απόγευμα της 11ης Νοεμβρίου 2021. Ένας ημεδαπός δέχθηκε γύρω στις 16.30 κλήση στο κινητό του από άγνωστο άνδρα. Ο συνομιλητής του τον ενημέρωσε ότι είχε παραληφθεί το άλετρο για το τρακτέρ, το οποίο υποτίθεται πως είχε παραγγείλει ο ίδιος, και τον κάλεσε να καταβάλει το αντίτιμο.
Ο παθών πείστηκε ότι επρόκειτο για πραγματική συναλλαγή. Όπως προκύπτει από τα στοιχεία της υπόθεσης, έδωσε στον άγνωστο τον δεκαεξαψήφιο αριθμό της τραπεζικής του κάρτας, τον αριθμό φορολογικού μητρώου, τον αριθμό της αστυνομικής του ταυτότητας και το πλήρες ονοματεπώνυμό του. Δεν σταμάτησε εκεί. Γνωστοποίησε και τους κωδικούς που του έστειλε η τράπεζα στο κινητό του, πιστεύοντας ότι έτσι ολοκληρώνει την πληρωμή για το αγροτικό εξάρτημα.
Με αυτά τα δεδομένα οι δράστες απέκτησαν πρόσβαση στον λογαριασμό του. Κατά το κατηγορητήριο, ακολούθησε μεταφορά 3.000 ευρώ προς λογαριασμό άλλης τράπεζας, δικαιούχος του οποίου ήταν μια ημεδαπή. Ο παθών συνειδητοποίησε τι είχε συμβεί και στις 15 Νοεμβρίου 2021 υπέβαλε μήνυση κατά αγνώστων. Δήλωσε παράλληλα τον αριθμό κινητού από τον οποίο, όπως υποστήριξε, είχε δεχθεί την επίμαχη κλήση.
Η έρευνα που ακολούθησε έδειξε ότι η συγκεκριμένη σύνδεση ήταν καταχωρημένη στο όνομα ενός αγροκτηνοτρόφου, σήμερα 39 ετών, που ζει σε εντελώς διαφορετική περιοχή της χώρας. Πάνω σε αυτό το εύρημα στηρίχθηκε η ποινική δίωξη σε βάρος του. Από την άλλη πλευρά, η διαδρομή των χρημάτων οδήγησε στη δικαιούχο του λογαριασμού υποδοχής.
Οι δύο παραπέμφθηκαν να δικαστούν για απάτη με υπολογιστή κατά συναυτουργία και για νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα κατά συναυτουργία. Η κατηγορία τούς απέδιδε ότι ενήργησαν από κοινού, με σκοπό παράνομο περιουσιακό όφελος. Κατά την κατηγορία, εισήγαγαν χωρίς δικαίωμα δεδομένα αναγνώρισης ταυτότητας και αξιοποίησαν λογισμικό μεταφοράς χρημάτων. Στη συνέχεια φέρονταν να τοποθέτησαν το ποσό σε νόμιμα υφιστάμενο τραπεζικό λογαριασμό, ώστε να αποκτήσει νομιμοφάνεια.
«Ουδέποτε καμία κλήση»
Ο 39χρονος αρνήθηκε από την πρώτη στιγμή οποιαδήποτε εμπλοκή. Τον Σεπτέμβριο του 2022, πληροφορήθηκε με έκπληξη από τις αστυνομικές αρχές του τόπου του ότι ερευνάται για μια απάτη της οποίας δεν είχε ακούσει ούτε το θύμα ούτε τις συνθήκες. Ισχυρίστηκε ότι ο επίμαχος αριθμός είναι μεν στο όνομά του, αλλά τον χρησιμοποιεί καθημερινά η σύζυγός του. Πρόσθεσε ότι ούτε ο ίδιος ούτε εκείνη επικοινώνησαν ποτέ με τον παθόντα.
Δεν αρκέστηκε σε γενική άρνηση. Προσκόμισε τον αναλυτικό λογαριασμό της εταιρείας κινητής τηλεφωνίας για την επίμαχη ημέρα και παρέθεσε μία προς μία τις εξερχόμενες κλήσεις. Από την ανάλυση προκύπτει πέραν πάσης αμφιβολίας ότι από το νούμερο αυτό ουδέποτε έγινε κλήση προς τον παθόντα.
Ο ίδιος είχε αφήσει ανοιχτά δύο ενδεχόμενα. Το πρώτο ήταν να δηλώθηκε λανθασμένα ο αριθμός κατά την υποβολή της μήνυσης. Το δεύτερο ήταν κάποιος τρίτος να χρησιμοποίησε μέθοδο ηλεκτρονικής εξαπάτησης, ώστε να φαίνεται ότι καλεί από τη δική του σύνδεση.
Στη δίκη η συνήγορος του 39χρονου, κ. Μάρα Αντωνιάδη, ανέπτυξε την ίδια επιχειρηματολογία με πρόσθετα στοιχεία. Υποστήριξε ότι ο πελάτης της συνδέεται με την πράξη αποκλειστικά και μόνο επειδή ο αριθμός που φέρεται να εμφανίστηκε στην οθόνη του παθόντος είναι καταχωρημένος στο όνομά του. Η ένδειξη αυτή, κατά την υπεράσπιση, δεν αρκεί για να θεμελιώσει ποινική ευθύνη.
Η υπεράσπιση εξήγησε ότι η σύζυγος του κατηγορουμένου διατηρεί επιχείρηση εμπορίας ανταλλακτικών αυτοκινήτων και χρησιμοποιεί τον επίμαχο αριθμό ως επαγγελματικό. Ο αριθμός είναι δημοσιευμένος σε διαδικτυακές πλατφόρμες αγγελιών και εμπορικής προβολής, άρα γνωστός σε απεριόριστο αριθμό τρίτων. Η συνήγορος έκανε ειδική αναφορά στην πρακτική της παραποίησης της αναγνώρισης καλούντος.
Για τη νομιμοποίηση εσόδων η συνήγορος χαρακτήρισε την κατηγορία ακόμη πιο αβάσιμη. Υποστήριξε ότι ο πελάτης της δεν συνδέεται με τραπεζικό λογαριασμό, μέσο πληρωμής ή λήψη χρημάτων που να σχετίζονται με την υπόθεση. Πρόσθεσε ότι, όταν δεν αποδεικνύεται η συμμετοχή στο βασικό αδίκημα, δεν είναι δυνατό να σταθεί η κατηγορία για το ξέπλυμα του προϊόντος του.
Η ετυμηγορία
Το δικαστήριο έκανε δεκτούς τους ισχυρισμούς της υπεράσπισης και κήρυξε τον 39χρονο αθώο. Έτσι έκλεισε για εκείνον μια εκκρεμότητα που, όπως είχε δηλώσει, αναστάτωσε τον ίδιο και την οικογένειά του.
Διαφορετική ήταν η κρίση για την ημεδαπή δικαιούχο του λογαριασμού στον οποίο πιστώθηκαν τα 3.000 ευρώ. Κηρύχθηκε ένοχη για νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα και της επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 10 μηνών, η οποία ανεστάλη για 3 χρόνια, καθώς και χρηματική ποινή 3.000 ευρώ.








Σχολιασμός Άρθρου
Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται.
Υπενθύμιση:
Για την μερική αναπαραγωγή της είδησης από άλλες ιστοσελίδες είναι απαραίτητη η χρήση του παρακάτω παρεχόμενου συνδέσμου παραπομπής προς το άρθρο της Δημοκρατικής.