ΤΟΠΙΚΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ

Προς εκδίκαση η αγωγή δικαστικής λειτουργού και του δικηγόρου συζύγου της κατά του Δικηγορικού Συλλόγου Ρόδου

Δαμιανός Αθανασίου 7 λεπτά ανάγνωση
ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΡΟΔΟΥ
✦ Σύνοψη ⌄
  • Στις 17 Σεπτεμ­βρίου 2026 επα­νέρ­χε­ται στο Διοι­κη­τικό Πρω­το­δι­κείο Ρόδου η υπόθεση που είχε ανα­βλη­θεί λόγω έλλει­ψης φακέλου από τον Δικη­γο­ρικό Σύλλογο.
  • Οι ενά­γο­ντες, μια δικα­στική λει­τουρ­γός και ο σύζυγός της δικη­γό­ρος, ζητούν συμ­βο­λική απο­ζη­μί­ωση 10.000 ευρώ για ηθική βλάβη, επι­διώ­κο­ντας την ανα­γνώ­ριση της προ­σβο­λής της προ­σω­πι­κό­τη­τάς τους.
  • Η αγωγή στη­ρί­ζε­ται στην ευθύνη νομικού προ­σώ­που δημο­σίου δικαίου και παρα­βί­αση του δικαιώ­μα­τος προη­γού­με­νης ακρό­α­σης, όπως κατο­χυ­ρώ­νε­ται στο Σύνταγμα και την ΕΣΔΑ.
  • Η υπόθεση ανα­δει­κνύει τη σημασία της δικα­στι­κής δια­δι­κα­σίας και της προ­στα­σίας της προ­σω­πι­κό­τη­τας, καθώς οι ενά­γο­ντες υπο­στη­ρί­ζουν ότι δεν τους δόθηκε ποτέ η ευκαι­ρία να υπε­ρα­σπι­στούν τον εαυτό τους.

• Στις 17 Σεπτεμ­βρίου 2026 επα­νέρ­χε­ται προς εκδί­καση η υπόθεση που είχε ανα­βλη­θεί αυτε­παγ­γέλ­τως τον Μάρτιο, επειδή ο Σύλ­λο­γος δεν είχε κατα­θέ­σει φάκελο • Οι ενά­γο­ντες ζητούν συμ­βο­λική απο­ζη­μί­ωση 10.000 ευρώ έκαστος, επι­μέ­νο­ντας ότι το ζητού­μενο είναι η δικα­στική ανα­γνώ­ριση της προ­σβο­λής που υπο­στη­ρί­ζουν ότι υπέ­στη­σαν

Λίγες ημέρες απο­μέ­νουν για μια δίκη που, παρότι έχει ως αντι­κεί­μενο ένα ποσό χαρα­κτη­ρι­σμένο από τους ίδιους τους ενά­γο­ντες ως συμ­βο­λικό, φέρει βάρος που ξεπερνά κατά πολύ την οικο­νο­μική της διά­σταση.

Στις 17 Σεπτεμ­βρίου 2026 το 2ο Τμήμα της Μονο­με­λούς σύν­θε­σης του Διοι­κη­τι­κού Πρω­το­δι­κείου Ρόδου καλεί­ται να εξε­τά­σει την αγωγή που άσκησαν μια δικα­στική λει­τουρ­γός και ο ημε­δα­πός δικη­γό­ρος σύζυγός της κατά του Δικη­γο­ρι­κού Συλ­λό­γου Ρόδου. Πρό­κει­ται για τη δεύτερη προ­σπά­θεια να συζη­τη­θεί η υπόθεση, καθώς η αρχική δικά­σι­μος της 19ης Μαρτίου 2026 δεν οδήγησε σε συζή­τηση επί της ουσίας. Το δικα­στή­ριο ανέβαλε τότε αυτε­παγ­γέλ­τως, με τη δια­πί­στωση ότι ο ενα­γό­με­νος Σύλ­λο­γος δεν είχε προ­σκο­μί­σει τον φάκελο της υπό­θε­σης.

Το στοι­χείο αυτό δεν είναι αμε­λη­τέο. Σε μια διαφορά όπου ο πυρήνας των αιτιά­σεων αφορά ακριβώς στον τρόπο με τον οποίο ένας θεσμι­κός φορέας έλαβε απόφαση και ενήρ­γησε σε βάρος τρίτων, η απουσία φακέλου κατά την πρώτη δικά­σιμο μετέ­θεσε χρονικά την κρίση και άφησε, για ένα ακόμη εξάμηνο, ανα­πά­ντητα τα ερω­τή­ματα που θέτει η αγωγή. Οι ενά­γο­ντες, από την πλευρά τους, είχαν ήδη δηλώσει τους μάρ­τυ­ρες από­δει­ξης των ισχυ­ρι­σμών τους.

Το αίτημα και το πραγ­μα­τικό δια­κύ­βευμα

Οι ενά­γο­ντες ζητούν να υπο­χρε­ω­θεί ο Δικη­γο­ρι­κός Σύλ­λο­γος Ρόδου να κατα­βά­λει σε καθέναν από τους δύο το ποσό των 10.000 ευρώ για ηθική βλάβη, με τόκους από την επίδοση της αγωγής έως την πλήρη εξό­φληση. Στο ίδιο το δικό­γραφο διευ­κρι­νί­ζε­ται, ωστόσο, ότι το ποσό έχει συμ­βο­λικό χαρα­κτήρα. Εκείνο που, όπως ανα­φέ­ρουν, προέχει για τους ίδιους είναι να ανα­γνω­ρι­σθεί δικα­στικά ότι προ­σβλή­θηκε η προ­σω­πι­κό­τητά τους και η επαγ­γελ­μα­τική τους υπό­σταση, ότι αμφι­σβη­τή­θηκε η προ­σω­πική και επαγ­γελ­μα­τική τους εντι­μό­τητα και ότι όλα αυτά συνέ­βη­σαν χωρίς να τους δοθεί ποτέ ο λόγος.

Η νομική βάση της αγωγής στη­ρί­ζε­ται στην ευθύνη νομικού προ­σώ­που δημο­σίου δικαίου και στις δια­τά­ξεις για την προ­στα­σία της προ­σω­πι­κό­τη­τας. Παράλ­ληλα, οι ενά­γο­ντες επι­κα­λού­νται παρα­βί­αση του δικαιώ­μα­τος προη­γού­με­νης ακρό­α­σης, όπως αυτό κατο­χυ­ρώ­νε­ται στο άρθρο 20 του Συντάγ­μα­τος και στο άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, καθώς και θεμε­λιω­δών αρχών του διοι­κη­τι­κού δικαίου. Το επι­χεί­ρημα είναι απλό στη δια­τύ­πωσή του και ακριβώς γι’ αυτό δύσκολο να παρα­καμ­φθεί. Κρί­θη­καν, χαρα­κτη­ρί­σθη­καν και ανα­φέρ­θη­καν ονο­μα­στικά σε επίσημο έγγραφο που έφθασε στην κορυφή της δικαιο­σύ­νης, χωρίς κανείς να τους ρωτήσει προη­γου­μέ­νως τίποτα.

Μια μετά­θεση με πλήρη νομι­μο­ποί­ηση

Η ιστορία ξεκινά από μια υπη­ρε­σιακή μετα­βολή που, σύμφωνα με τα στοι­χεία της αγωγής, δεν είχε τίποτε το ασυ­νή­θι­στο. Η δικα­στική λει­τουρ­γός υπη­ρε­τεί στη δικαιο­σύνη από το 2007 και κατά τον κρίσιμο χρόνο έφερε τον βαθμό της Προ­έ­δρου Πρω­το­δι­κών. Η μετά­θεσή της από το Πρω­το­δι­κείο Κω στο Πρω­το­δι­κείο Ρόδου απο­φα­σί­σθηκε από το Ανώτατο Δικα­στικό Συμ­βού­λιο στις 12 Ιουλίου 2024, κατόπιν δικής της αίτησης, και ολο­κλη­ρώ­θηκε με την έκδοση Προ­ε­δρι­κού Δια­τάγ­μα­τος στις 26 Ιουλίου 2024, μετά από πρόταση του υπουρ­γού Δικαιο­σύ­νης και δημο­σί­ευση στην Εφη­με­ρίδα της Κυβερ­νή­σεως. Πρό­κει­ται, δηλαδή, για δια­δι­κα­σία που πέρασε από όλα τα προ­βλε­πό­μενα θεσμικά φίλτρα.

Οι ενά­γο­ντες επι­ση­μαί­νουν επι­πλέον ότι τα καθή­κο­ντα της διευ­θύ­νου­σας του Πρω­το­δι­κείου Ρόδου έχουν κυρίως οργα­νω­τικό και διοι­κη­τικό χαρα­κτήρα, χωρίς ουσια­στική εμπλοκή σε μεγάλο όγκο δικα­στι­κών υπο­θέ­σεων. Και, το σημα­ντι­κό­τερο, παρα­πέ­μπουν στο άρθρο 49 του ν. 4938/2022, το οποίο, όπως υπο­στη­ρί­ζουν, προ­βλέ­πει μεν κώλυμα για την υπη­ρε­σία δικα­στι­κού λει­τουρ­γού σε πόλη όπου ο ή η σύζυγος ασκεί δικη­γο­ρία, εξαιρεί όμως ρητά πόλεις όπως η Ρόδος. Με άλλα λόγια, κατά τους ενά­γο­ντες, ο ίδιος ο νομο­θέ­της είχε ήδη απα­ντή­σει στο ερώτημα που ο Σύλ­λο­γος επέλεξε να θέσει εκ νέου.

ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΡΟΔΟΥ

Η έκτακτη συνε­δρί­αση και η εισή­γηση που δεν εισα­κού­σθηκε

Στις 16 Ιουλίου 2024, τέσ­σε­ρις μόλις ημέρες μετά την απόφαση του Ανώ­τα­του Δικα­στι­κού Συμ­βου­λίου, συγκλή­θηκε έκτακτη συνε­δρί­αση του διοι­κη­τι­κού συμ­βου­λίου του Δικη­γο­ρι­κού Συλ­λό­γου για την επομένη, με μονα­δικό θέμα ημε­ρή­σιας διά­τα­ξης την τοπο­θέ­τηση νέων δικα­στών στο Πρω­το­δι­κείο Ρόδου. Το θέμα ήταν δια­τυ­πω­μένο γενικά. Η συζή­τηση, όμως, σύμφωνα με όσα περι­γρά­φο­νται στην αγωγή, επι­κε­ντρώ­θηκε στην πράξη απο­κλει­στικά στη συγκε­κρι­μένη μετά­θεση, με ανα­φο­ρές τόσο στο νόμιμο όσο και στο ηθικό της, και με τοπο­θε­τή­σεις που αφο­ρού­σαν και τους δύο συζύ­γους.

Ο δεύ­τε­ρος ενάγων, ο οποίος ήταν τότε μέλος του διοι­κη­τι­κού συμ­βου­λίου και παρέ­μεινε σε αυτό μέχρι την παραί­τησή του στις 7 Ιανουα­ρίου 2025, κατέ­θεσε εισή­γηση στη συνε­δρί­αση της 17ης Ιουλίου 2024. Υπο­στή­ριξε ότι δεν συντρέ­χει κώλυμα για τη Ρόδο και ότι, ελλεί­ψει σχε­τι­κής νομο­θε­τι­κής πρό­βλε­ψης, δεν μπορεί να στε­ρη­θεί από μια οικο­γέ­νεια το δικαί­ωμα της συμ­βί­ω­σης, ύστερα από πολυετή υπη­ρε­σία της συζύγου του σε δια­φο­ρε­τι­κές περιο­χές της χώρας. Δεν περιο­ρί­σθηκε σε γενικές δια­βε­βαιώ­σεις. Όπως ανα­φέ­ρε­ται στην αγωγή, προ­σκό­μισε πλήρη πίνακα προει­σπρά­ξεων για τα έτη 2023 και 2024, από τον οποίο, κατά τους ενά­γο­ντες, τεκ­μη­ριώ­νε­ται πόσο ελά­χι­στες ήταν οι παρα­στά­σεις του ίδιου και του γρα­φείου του στις συν­θέ­σεις όπου θα μπο­ρούσε ενδε­χο­μέ­νως να μετέχει η σύζυγός του. Η επαγ­γελ­μα­τική δια­σταύ­ρωση, με άλλα λόγια, εμφα­νι­ζό­ταν στα στοι­χεία περισ­σό­τερο θεω­ρη­τική παρά πραγ­μα­τική.

Η επι­στολή προς τον Άρειο Πάγο

Παρά τις εξη­γή­σεις και τα στοι­χεία που είχαν τεθεί υπόψη του συμ­βου­λίου, ο Σύλ­λο­γος προ­χώ­ρησε. Κεντρικό στοι­χείο της αγωγής απο­τε­λεί επι­στολή με ημε­ρο­μη­νία 22 Ιουλίου 2024, η οποία απε­στάλη στις 26 Ιουλίου 2024 προς την Πρόεδρο του Αρείου Πάγου, την ίδια δηλαδή ημέρα κατά την οποία εκδι­δό­ταν το Προ­ε­δρικό Διά­ταγμα της μετά­θε­σης. Με την επι­στολή ζητή­θηκε η ανά­κληση της μετά­θε­σης της δικα­στι­κής λει­τουρ­γού. Οι ενά­γο­ντες υπο­στη­ρί­ζουν ότι το κείμενο δεν περιο­ρί­σθηκε στη δια­τύ­πωση θεσμι­κής επι­φύ­λα­ξης, αλλά περιέ­λαβε βολές προ­σω­πι­κές και επαγ­γελ­μα­τι­κές ενα­ντίον και των δύο, τις οποίες χαρα­κτη­ρί­ζουν ατεκ­μη­ρί­ω­τες, επι­θε­τι­κές και δυσφη­μι­στι­κές.

Εδώ εντο­πί­ζε­ται και το σημείο που οι ενά­γο­ντες θεωρούν καθο­ρι­στικό. Πριν από τη δια­τύ­πωση τέτοιων κρίσεων, όπως ανα­φέ­ρουν, δεν ζητή­θη­καν εξη­γή­σεις από τους ίδιους, δεν κλή­θη­καν σε ακρόαση και δεν τους δόθηκε καμία δυνα­τό­τητα να απα­ντή­σουν σε όσα τους απο­δί­δο­νταν. Τα πρόσωπά τους, ωστόσο, ανα­φέ­ρο­νται και κρί­νο­νται στο σκε­πτικό της από­φα­σης και στις δια­τυ­πώ­σεις που ακο­λού­θη­σαν. Η βλάβη, κατά τους ενά­γο­ντες, εντά­θηκε από το γεγονός ότι το περιε­χό­μενο δεν παρέ­μεινε εντός του Συλ­λό­γου, αλλά δια­βι­βά­σθηκε σε ανώ­τε­ρους λει­τουρ­γούς της δικαιο­σύ­νης και σε τρίτους, απο­κτώ­ντας έτσι τα χαρα­κτη­ρι­στικά διοι­κη­τι­κής πράξης με εξω­τε­ρικά απο­τε­λέ­σματα.

Το ζήτημα της αρμο­διό­τη­τας

Πέρα από τη δια­δι­κα­στική διά­σταση, η αγωγή θέτει ένα ερώτημα θεσμι­κής τάξης που ανα­μέ­νε­ται να απα­σχο­λή­σει το δικα­στή­ριο. Μπορεί ένας Δικη­γο­ρι­κός Σύλ­λο­γος να απο­φαί­νε­ται, να κρίνει και να χαρα­κτη­ρί­ζει πρόσωπα που δεν είναι μέλη του και δεν υπά­γο­νται στην πει­θαρ­χική του εξουσία; Η δικα­στική λει­τουρ­γός δεν είναι δικη­γό­ρος. Δεν υπό­κει­ται σε καμία επο­πτεία του Συλ­λό­γου. Η μετά­θεσή της απο­τε­λεί ζήτημα που ανήκει απο­κλει­στικά στα όργανα της δικαιο­σύ­νης και της πολι­τείας. Οι ενά­γο­ντες κάνουν λόγο για θεσμική εκτροπή και εντάσ­σουν το ερώτημα στο ευρύ­τερο πλαίσιο των ορίων που οφείλει να τηρεί κάθε συλ­λο­γικό όργανο, ιδίως όταν απευ­θύ­νε­ται στην ανώτατη δικα­στική αρχή της χώρας για θέματα συγκρό­τη­σης και διοί­κη­σης δικα­στη­ρίων.

Οι συνέ­πειες που ακο­λού­θη­σαν

Η αλλη­λου­χία των γεγο­νό­των που ακο­λού­θη­σαν κατα­γρά­φε­ται στην αγωγή με ημε­ρο­μη­νίες. Η δικα­στική λει­τουρ­γός ανέλαβε καθή­κο­ντα στη Ρόδο στις 16 Σεπτεμ­βρίου 2024. Τέσ­σε­ρις ημέρες αργό­τερα, στις 20 Σεπτεμ­βρίου 2024, η μετά­θεσή της ανα­κλή­θηκε με απόφαση του Ανώ­τα­του Δικα­στι­κού Συμ­βου­λίου, το οποίο έκανε δεκτή εισή­γηση για ανα­γκα­στική μετά­θεση. Η ανα­γκα­στική μετά­θεση πραγ­μα­το­ποι­ή­θηκε στις 31 Οκτω­βρίου 2024. Μια δικα­στική λει­τουρ­γός με 17 χρόνια υπη­ρε­σίας, που είχε ζητήσει και λάβει νομίμως μετά­θεση για να ζήσει στην ίδια πόλη με τον σύζυγό της, βρέθηκε εκτός Ρόδου μέσα σε λίγες εβδο­μά­δες. Οι ενά­γο­ντες συν­δέ­ουν ευθέως τις εξε­λί­ξεις αυτές με τις ενέρ­γειες και την επι­στολή του Συλ­λό­γου, υπο­στη­ρί­ζο­ντας ότι υφί­στα­ται αιτιώ­δης σχέση ως προς τη βλάβη που επι­κα­λού­νται.

Το δικη­γο­ρικό σώμα δεν μίλησε με μία φωνή

Ένα από τα πλέον ενδια­φέ­ρο­ντα στοι­χεία της υπό­θε­σης αφορά στην υποδοχή που είχε η επι­στολή του Συλ­λό­γου στο εσω­τε­ρικό του ίδιου του δικη­γο­ρι­κού σώματος. Υπήρξε ανοικτή επι­στολή 58 ενεργών μελών του Δικη­γο­ρι­κού Συλ­λό­γου Ρόδου, οι οποίοι δήλωσαν ότι η επίδικη επι­στολή δεν τους εκφρά­ζει. Ακο­λού­θησε δήλωση δικη­γό­ρου που είχε υπη­ρε­τή­σει στο παρελ­θόν στο διοι­κη­τικό συμ­βού­λιο του Συλ­λό­γου, με ανάλογο περιε­χό­μενο. Η επί­κληση συλ­λο­γι­κής ανη­συ­χίας του δικη­γο­ρι­κού κόσμου, όπως παρου­σιά­σθηκε προς τον Άρειο Πάγο, δεν αντι­στοι­χούσε στο εύρος που της απο­δό­θηκε. Δεκάδες δικη­γό­ροι, με άλλα λόγια, έσπευ­σαν να απο­στα­σιο­ποι­η­θούν από μια ενέρ­γεια που έγινε στο όνομά τους.

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.