• Στο επίκεντρο της τεχνικής συμβούλου τίθενται η μνημονική επάρκεια των μικρής ηλικίας παιδιών, η χρονική απόσταση από τα φερόμενα περιστατικά, οι μεθοδολογικές αδυναμίες της προηγηθείσας πραγματογνωμοσύνης και οι παρατηρήσεις για τη συμπεριφορά τους κατά τη βιντεοσκοπημένη εξέταση
Σε νέα φάση εισέρχεται η υπόθεση που έχει συγκλονίσει τη Ρόδο, με την κατάθεση τεχνικής έκθεσης από πραγματογνώμονα ψυχολόγο που ορίστηκε από την πλευρά της 55χρονης Λευκορωσίδας κατηγορουμένης. Το έγγραφο, ημερομηνίας 15 Απριλίου 2026, εστιάζει στην επιστημονική αξιολόγηση των καταθέσεων των ανηλίκων διδύμων που φέρονται ως παθόντες και θέτει σειρά ζητημάτων αναφορικά με την αποδεικτική αξία του υλικού που έχει συγκεντρωθεί κατά την προδικασία. Η εξέλιξη έρχεται μετά το βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Ρόδου που κήρυξε άκυρες τις προηγούμενες καταθέσεις των ανηλίκων
Το πλαίσιο της τεχνικής έκθεσης
Η έκθεση συντάχθηκε κατόπιν αιτήματος της κατηγορουμένης και του διορισμού της συντάκτριας ως τεχνικής συμβούλου. Αντικείμενο της εργασίας, σύμφωνα με τις διατυπώσεις του εγγράφου, είναι η επιστημονική εκτίμηση της αξιοπιστίας των μαρτυρικών καταθέσεων των δύο ανηλίκων, σε συνδυασμό με την κριτική αξιολόγηση της ψυχολογικής πραγματογνωμοσύνης που έχει ήδη διενεργηθεί.
Κεντρικό επιχείρημα της έκθεσης αποτελεί η πολύ μικρή ηλικία των ανηλίκων κατά την περίοδο που τοποθετούνται χρονικά τα φερόμενα περιστατικά.
Σύμφωνα με την τεχνική σύμβουλο, τα παιδιά βρίσκονταν σε ηλικία περίπου πέντε ετών, στάδιο κατά το οποίο, όπως υποστηρίζει, η μνήμη δεν έχει σταθεροποιηθεί επαρκώς. Η παρέλευση σημαντικού χρονικού διαστήματος έως τη λήψη των καταθέσεων αποτελεί, κατά τη συντάκτρια, επιβαρυντικό παράγοντα για την εγκυρότητα του υλικού, καθώς οι αναμνήσεις υφίστανται φυσιολογική φθορά αλλά και ενδεχόμενη αναδόμηση.
Στο σώμα της έκθεσης γίνεται εκτενής αναφορά στο πρώτο φερόμενο περιστατικό, που τοποθετείται σε χώρο παραλίας. Η τεχνική σύμβουλος επισημαίνει ότι το συμβάν, σύμφωνα με την περιγραφή που έχει δοθεί, έλαβε χώρα σε δημόσιο χώρο και παρουσία τρίτου ενήλικου προσώπου, χωρίς ωστόσο να καταγράφεται άμεση αντίδραση αποτροπής, διαμαρτυρίας ή προστασίας.
Η τεχνική σύμβουλος διατυπώνει τη θέση ότι η τέλεση σοβαρών παραβατικών πράξεων ενώπιον τρίτων χωρίς αντίδραση είναι εξαιρετικά ασυνήθιστη. Σημειώνει ακόμη ότι η ίδια η περιγραφή του ανηλίκου εστιάζει σε αίσθημα δυσφορίας και όχι σε σαφή αντίληψη κακοποίησης, υποδηλώνοντας, όπως υποστηρίζει, ότι η εμπειρία ενδέχεται να αξιολογήθηκε εκ των υστέρων.
Το περιστατικό με τον άγνωστο άνδρα
Με ιδιαίτερη ένταση η έκθεση εστιάζει στο δεύτερο φερόμενο περιστατικό. Σύμφωνα με τη συντάκτρια, η αφήγηση παρουσιάζει σοβαρή ασάφεια ως προς βασικά στοιχεία, με τους ανηλίκους να μην είναι σε θέση να περιγράψουν το πρόσωπο, να αναφέρουν ταυτότητα ή να προσδιορίσουν με σαφήνεια τη χρονική ακολουθία του γεγονότος.
Καταγράφονται διαφοροποιήσεις ως προς τον χώρο, με αναφορές που εναλλάσσονται μεταξύ δωματίου και σαλονιού, αλλά και ως προς τη φύση του οπτικού υλικού που φέρεται να προβλήθηκε.
Τα παιδιά, σύμφωνα με την τεχνική σύμβουλο, δεν παρέχουν σαφή περιγραφή του περιεχομένου, πέραν της γενικής αναφοράς σε γυμνούς που χόρευαν, ενώ δεν υπάρχει σαφής ανάμνηση του μέσου προβολής.
Η συμπεριφορά κατά τη βιντεοσκοπημένη κατάθεση
Στοιχείο που αναδεικνύεται με βάρος στην έκθεση είναι η συμπεριφορά των παιδιών κατά τη διάρκεια της βιντεοσκοπημένης κατάθεσής τους. Σύμφωνα με τη συντάκτρια, τα παιδιά γελούσαν και δεν παρουσίαζαν εμφανή συναισθηματική φόρτιση κατά την αφήγηση των φερόμενων περιστατικών. Υποστηρίζει ότι τα παιδιά που ανακαλούν τραυματικά γεγονότα συνήθως παρουσιάζουν ενδείξεις δυσφορίας ή αποφυγής, με την επιφύλαξη ότι η απουσία τέτοιων ενδείξεων δεν αποκλείει αυτομάτως την κακοποίηση.
Η κριτική στην πραγματογνωμοσύνη
Σημαντικό μέρος της έκθεσης καταλαμβάνει η κριτική αποτίμηση της πραγματογνωμοσύνης που έχει ενταχθεί στη δικογραφία. Η τεχνική σύμβουλος υποστηρίζει ότι η ερμηνεία των μνημονικών κενών ως ένδειξη αξιοπιστίας δεν τεκμηριώνεται επιστημονικά, ενώ η σύνδεση συναισθηματικών αντιδράσεων με την αλήθεια των γεγονότων δεν είναι, κατά την κρίση της, ασφαλής. Σημειώνει επιπλέον ότι η χρήση βοηθητικών εργαλείων, όπως οι κάρτες συναισθημάτων, αποτυπώνει την υποκειμενική εμπειρία του παιδιού και όχι την αντικειμενική ακρίβεια των γεγονότων, ενώ διατείνεται ότι δεν διαφαίνεται επαρκής έλεγχος εναλλακτικών υποθέσεων ή πιθανών επιρροών.
Η συντάκτρια καταλήγει ότι, από τη συνολική εκτίμηση των στοιχείων, οι καταθέσεις των ανηλίκων εμφανίζουν σημαντικούς περιορισμούς ως προς την αξιοπιστία τους, με τα φερόμενα περιστατικά να χαρακτηρίζονται από ασάφεια, αποσπασματικότητα και ελλιπή τεκμηρίωση. Σύμφωνα με την τελική της κρίση, το περιστατικό της παραλίας υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες δεν στοιχειοθετεί επαρκώς κακοποιητική πράξη, ενώ το περιστατικό με τον άγνωστο άνδρα παρουσιάζει σοβαρές ελλείψεις ως προς τη βασική του δομή.
Η αποδεικτική αξία των καταθέσεων, υπογραμμίζει, κρίνεται περιορισμένη και απαιτεί ιδιαίτερη επιφύλαξη κατά τη δικαστική αξιολόγηση.
Η νέα τεχνική έκθεση εντάσσεται στο φάκελο της υπόθεσης ως στοιχείο της υπεράσπισης και αναμένεται να αποτελέσει αντικείμενο εκτενούς δικονομικής αντιπαράθεσης, ιδίως ενόψει της επανάληψης της διαδικασίας λήψης των μαρτυρικών καταθέσεων που έχει διαταχθεί από το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Ρόδου.
Ως συνήγοροι υπεράσπισης της κατηγορουμένης παρίστανται οι κ.κ. Βασίλης Μπέης, Στέλιος Αλεξανδρής και Στεφανία Μπέρδη, ενώ για την υποστήριξη της κατηγορίας οι κ.κ. Στέλιος Κιουρτζής και Μύριαμ Τομαρά.


















