Βαρύ είναι φέτος το κλίμα στη συνοικία του Αγίου Φανουρίου, στη Μεσαιωνική Πόλη της Ρόδου, καθώς ένα από τα πιο κατανυκτικά και αναγνωρίσιμα έθιμα της Μεγάλης Εβδομάδας δεν πραγματοποιήθηκε.
Οι αναπαραστάσεις των Θείων Παθών, που για δεκαετίες κοσμούσαν τις καμάρες της οδού Ομήρου, δεν αναρτήθηκαν, αφήνοντας ένα αισθητό κενό στη θρησκευτική και πολιτιστική ζωή της περιοχής. Για κατοίκους και επισκέπτες, η απουσία του εικαστικού αυτού έργου δεν είναι απλώς μια αλλαγή εικόνας, αλλά μια απώλεια βιώματος.
Η ιδιαίτερη ατμόσφαιρα που κάθε χρόνο μετέφερε τους πιστούς στα χρόνια του Θείου Δράματος, δίνοντας μια μοναδική διάσταση στη Μεγάλη Εβδομάδα, φέτος έδωσε τη θέση της σε μια σιωπηλή διαδρομή, χωρίς τις γνώριμες εικόνες που προκαλούσαν συγκίνηση και κατάνυξη.
Το ξεκίνησαν το 1969 οι Σπύρος Καρίπης και Χαράλαμπος Καβαλλιέρος
Το έθιμο, που ξεκίνησε το 1969 από τον ξυλουργό Σπύρο Καρίπη και τον λαϊκό ζωγράφο Χαράλαμπο Καβαλλιέρο, αποτέλεσε μια αυθεντική έκφραση λαϊκής πίστης και τέχνης.
Με προσωπική εργασία και μεράκι, οι δύο δημιουργοί αποτύπωσαν στις καμάρες της οδού Ομήρου σκηνές από τα Πάθη του Χριστού, δημιουργώντας μια υπαίθρια «οδό Μαρτυρίου» που συγκινούσε βαθιά όσους τη διέσχιζαν. Οι εικόνες, ζωγραφισμένες με έντονη εκφραστικότητα, αφηγούνταν βήμα προς βήμα την πορεία προς τον Γολγοθά και την Ανάσταση, ενώ η χαρακτηριστική διακόσμηση με μαύρα κρόσσια ενίσχυε το πένθιμο και κατανυκτικό κλίμα. Τα επόμενα χρόνια, ο Γιώργος Καρίπης συνέχισε την παράδοση, φροντίζοντας για τη συντήρηση και ανανέωση των έργων, διατηρώντας ζωντανό το έθιμο στη μνήμη του πατέρα του.
Το σημείο αποτελούσε κάθε χρόνο πόλο έλξης για εκατοντάδες πιστούς, αλλά και επισκέπτες από την Ελλάδα και το εξωτερικό, που κατέκλυζαν την περιοχή, ιδίως τη Μεγάλη Παρασκευή, συνοδεύοντας την περιφορά του Επιταφίου με τα εγκώμια μέσα στα γραφικά σοκάκια.

Καθοριστική υπήρξε διαχρονικά η συμβολή της Αντιδημαρχίας Μεσαιωνικής Πόλης και Μνημείων, η οποία για χρόνια στήριζε ενεργά την υλοποίηση και διατήρηση του εθίμου, συμβάλλοντας ουσιαστικά, τόσο σε πρακτικό όσο και σε οργανωτικό επίπεδο. Μάλιστα, επί θητείας Φ. Χατζηδιάκου, μέρος των φθαρμένων έργων μεταφέρθηκε στο Μουσείο Νεοελληνικής Τέχνης του Δήμου Ρόδου για συντήρηση, όπου επιζωγραφίστηκαν από την αγιογράφο Μαρία Τσιμέττα και τον συντηρητή έργων τέχνης της Εφορείας Αρχαιοτήτων Δωδεκανήσου Σωτήρη Πατατούκο. Σύμφωνα με μαρτυρίες των κατοίκων, η εικόνα αυτή φαίνεται να αλλάζει μετά το 2019, καθώς -όπως καταγγέλλουν-το ενδιαφέρον των δημοτικών αρχών ατόνησε αισθητά.
Να αναλάβει η εκκλησία την πρωτοβουλία
Ωστόσο και φέτος, για λόγους που σχετίζονται με την ιδιωτική φύση των έργων και τις πρακτικές δυσκολίες της τοποθέτησής τους, οι αναπαραστάσεις δεν στήθηκαν. Η εξέλιξη αυτή επαναφέρει στο προσκήνιο την ανάγκη για μια πιο σταθερή και θεσμική διαχείριση του εθίμου. Πολλοί εκφράζουν την άποψη ότι η εκκλησία του Αγίου Φανουρίου, οφείλει να αναλάβει πρωτοβουλία, να έρθει σε συμφωνία με τον ιδιοκτήτη για την αγορά των έργων είτε με τη δημιουργία νέων αναπαραστάσεων, ώστε να διασφαλιστεί η απρόσκοπτη συνέχιση ενός εθίμου με βαθιές ρίζες στον χρόνο και ιδιαίτερη σημασία για την τοπική κοινωνία.
Η εγκατάσταση των έργων φέρνει εκατοντάδες επισκέπτες στην εκκλησία καθώς τα στενά σοκάκια σε παραπέμπουν κυριολεκτικά στην οδό Μαρτυρίου. Η απουσία αυτή δεν πέρασε απαρατήρητη από τους πιστούς, πολλοί από τους οποίους εξέφρασαν τη θλίψη και τη νοσταλγία τους για μια παράδοση που είχε ταυτιστεί με τις ημέρες του Πάσχα στη συγκεκριμένη γειτονιά.
«Λείπει κάτι από τη Μεγάλη Εβδομάδα», σχολιάζουν χαρακτηριστικά κάτοικοι και πιστοί τονίζοντας πως οι εικόνες αυτές δεν αποτελούσαν απλώς ένα εικαστικό δρώμενο, αλλά μέρος της συλλογικής μνήμης και της βιωματικής πίστης. Για τη γειτονιά του Αγίου Φανουρίου, η φετινή Μεγάλη Εβδομάδα θα μείνει χαραγμένη ως μια χρονιά διαφορετική, αφού οι καμάρες της οδού Ομήρου (όπως και πέρυσι) έμειναν «γυμνές», στερώντας από τη Μεσαιωνική Πόλη ένα από τα πιο ζωντανά και συγκινητικά της έθιμα.













